Η εξομολόγηση ενός αλλόκοτου ανθρώπου

1

What shall we use to fill the empty spaces?

~

“The sun is the same in a relative way, but you’re older
Shorter of breath and one day closer to death”

Pink Floyd

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η ζωή κάθε ανθρώπου είναι ένα κενό δοχείο. Η απουσία νοήματος είναι συντριπτική διαπίστωση, γι’ αυτό όλοι ψάχνουμε κάτι για να γεμίσουμε το κενό.

Άλλοι βάζουν εκεί μέσα τον θεό, άλλοι την αγάπη, τη δουλειά, τα λεφτά και την εξουσία, τις ηδονές, το μίσος και την κυριαρχία, τα παιδιά τους, την ομάδα ή το κόμμα ή την ιδεολογία ή την τέχνη, όλοι βάζουν κάτι για να μην μείνουν μόνοι, για να μην τρελαθούν.

~~

Ο χρόνος είναι τερατώδης, αδυσώπητος. Μοιάζει ατελείωτος όταν είσαι έφηβος, αλλά μέρα με τη μέρα συρρικνώνεται.

Κι εκεί, λίγο πριν το τέλος, σου φαίνεται σαν ένα ανοιγόκλεισμα των ματιών, τίποτα περισσότερο.

~~{}~~

Λένε πως όλη σου η ζωή περνάει μπρος απ’ τα μάτια σου όταν πεθαίνεις. Τι πιο τρομακτικό;

Τόσα χρόνια μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, σαν ένα βιντεάκι στο youtube ή -πιο πολύ- σαν τη διαφήμιση πριν απ’ το βίντεο. Και κάποιος άλλος πατάει το skip this ad.

Μετά ο υπολογιστής σβήνει.

~~{}~~

Ήμουν πολύ νέος, τότε που ο κόσμος έμοιαζε να ‘ναι ατέρμονος. Χρειαζόμουν ένα νόημα για να γεμίσω την ύπαρξη μου.

Ήταν Απρίλιος, και ξόδευα τις μέρες μου στις Κυκλάδες. Δουλεύοντας, ξενυχτώντας με φίλους, κάνοντας έρωτα. Η ζωή ήταν υπέροχη, όμως κάτι έλειπε (πάντα κάτι λείπει).

Είχα γνωρίσει τον Ιάκωβο Καμπανέλλη στο καφέ όπου δούλευα και σαν επέστρεψε στην Αθήνα του ‘στειλα ένα απ’ τα πρώτα μου διηγήματα. Μέχρι τότε έγραφα παραληρηματικές και εξομολογητικές σελίδες στα ημερολόγια μου (έχω καμιά εικοσαριά από δαύτα στο ντουλάπι).

~~

Θυμάμαι καθαρά την νύχτα που περνούσα έξω απ’ το καφέ, καθ’ οδόν για ένα ουζερί, όπου πίναμε, τρώγαμε, τραγουδούσαμε και μιλούσαμε για την τέχνη.

Ο Γιάννης, ο ιδιοκτήτης, με φώναξε: “Έχεις γράμμα απ’ τον Καμπανέλλη”.

Το πήρα και το άνοιξα περιμενοντας τα χειρότερα (ναι, είμαι απαισιόδοξος).

Του είχε αρέσει πολύ το διήγημα μου. Και στο τέλος έγραφε:
“Θα βασιστώ στο ένστικτό μου, δεν έχω τίποτα άλλο, και θα σου πω ότι είσαι γεννημένος για να γράφεις. Και μάλιστα…!!!”

Τότε δεν κατάλαβα ότι εκείνα τα τρία θαυμαστικά ήταν κατάρα.

~~

Συνάντησα τους φίλους, αλλά δεν άκουγα τι μου έλεγαν.

“Αφήστε τον”, είπε η Γεωργία, “είναι αλλού σήμερα.”

Λίγες μέρες μετά παράτησα τη δουλειά και τον επίγειο παράδεισο της Νάξου κι έφυγα -κυριολεκτικά- γι’ αλλού.

Ταξίδεψα, γύρισα, κατέληξα σ’ ένα χωριό των Πυρηναίων. Επέλεξα την εκούσια εξορία, για να γράψω.

Ένα βράδυ ξύπνησα από όνειρο. Άνοιξα τα μάτια μου κι είπα στο σκοτάδι: “Βρήκα το νόημα της ζωής μου”.
Το σκοτάδι δεν απάντησε.

Έγραψα. Και συνεχίζω -δεκαπέντε χρόνια μετά- να γράφω.

~~{}~~

Δεν είμαι συνετός άνθρωπος, σώφρων και ισορροπημένος. Ούτε μπαγάσας και καταφερτζής. Αφοσιώθηκα στο νόημα που είχα επιλέξει για να ξεφύγω απ’ την τρέλα, χωρίς να φροντίσω να χτίσω κάτι στον αληθινό κόσμο.

Κι ο κόσμος δεν αγαπάει τους αλαφροΐσκιωτους, αυτούς με τις άδειες τσέπες που περπατούν στο δρόμο κοιτώντας ψηλά. Όχι τ’ άστρα, όχι πάντα. Κάποιες φορές κοιτώντας μόνο τα δέντρα.

~~

Όλοι γεννιόμαστε μες στο βούρκο, αλλά κάποιοι κοιτάνε τα φύλλα των δέντρων.

Την άνοιξη τα φύλλα είναι πιο όμορφα απ’ τ’ αστέρια.

Γιατί τ’ αστέρια είναι αιώνια, ενώ τα φύλλα είναι θνησιγενή. Κουβαλάνε τον θάνατο απ’ τη γέννηση τους, αλλά είναι ζωντανά.

~~{}~~

Είμαι σχεδόν σαράντα χρονών, όμως νιώθω τόσο κουρασμένος, τόσο ξένος.

Περπατάω ανάμεσα στους κανονικούς ανθρώπους, εκείνους που χωράνε στην πραγματικότητα, και καταλαβαίνω ότι είμαι παράταιρος.

Όχι καλύτερος, δεν έχω τέτοιες αυταπάτες, μόνο αλλόκοτος, λες και δεν είμαι απ’ αυτόν τον κόσμο.

~~

Είναι παράξενο. Πάντα έτσι ένιωθα. Να μην ταιριάζω πουθενά, σαν ένα κομμάτι που περισσεύει, απ’ το παζλ που ήδη ολοκληρώθηκε.

Είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν πολλοί που αισθάνονται το ίδιο.

Αλλότριοι, αλλόθροοι, outsiders που στέκουν απ’ έξω και προσπαθούν να χαμογελάσουν όταν κάποιος τους ρωτάει: “Τι κάνεις;”

~~{}~~

Και, φαντάζομαι, ότι φτάνει το τέλος της ιστορίας μου, κι εγώ πρέπει να τη δω όλη σε λίγα δευτερόλεπτα.

Αγάπησα τη ζωή, της έδωσα το δικό μου νόημα. Θ’ αγαπήσω και τον θάνατο μου.

~~~~~~~~~~~~~~~~

Γελωτοποιός http://sanejoker.info/

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Γελωτοποιός

Διαδικτυακό ψευδώνυμο ενός εγγονού της Πηνελόπης Δ. Μπλογοτέχνης και ελεύθερος στοχαστής, αυτοδίδακτος και άνεργος, αγνωστικιστής ένθεος, ανένταχτος και άνευ πεποιθήσεων. Πίνει μόνο κρασί.

1 Comment

  1. Pingback: Η εξομολόγηση ενός αλλόκοτου ανθρώπου | Ώρα Κοινής Ανησυχίας

Αφήστε Ένα Σχόλιο

five − two =

Simple Share Buttons