Το MEGA είχε τη δική του ιστορία – από το Μάνθο Τριαντάφυλλο

1

μεγκα

Η ιστορία του Μέγκα είναι λίγο πολύ διδακτική για την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα.

Το κράτος εκχωρεί δημόσια περιουσία άνευ ανταλλάγματος σε προσωρινό καθεστώς.Τα πρόσωπα που καρπώνονται τις δημόσιες συχνότητες ανήκουν στην επιχειρηματική ελίτ του τόπου. Μεγαλομέτοχοι κατασκευαστικών εταιρειών, εφοπλιστές, εκλεκτοί των πολιτικών γραφείων αποκτούν πρόσβαση σε παντοδύναμα μέσα που σύντομα αρχίζουν να δομούν αυτό που εύστοχα βάφτισε ο ιδρυτής του, Κ. Μητσοτάκης ως ”διαπλοκή”.

Γρήγορα στα τηλεπαραθυρα θέση θα λάβουν δημοσιογράφοι, τα ντόπερμαν της ενημερώσης όπως τα αποκάλεσε αργότερα ο Στάθης, οι κατασκευαστες της κοινής γνώμης, οι οποίοι θα λαμβάνουν αμύθητα ποσά και θα οργανώνουν το δύσκολο έργο της αποβλακωσης. Η πληροφόρηση θα ελεγχθεί, σκάνδαλα και σκανδαλοθηρίες θα ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις κι η ζωή θα συνεχίζεται, μόνιτορ μέχρι που να πέσουμε στα μνημόνια.

Έως τότε, καύσιμα για τα λειτουργικά έξοδα φόρτωναν οι τράπεζες, για φαντεζί γκαλά, υψηλούς προσκεκλημένους, ακριβά κτήρια, ακόμη και κομματικές προσλήψεις. Τα δημόσια έργα κατέληγαν σε συγκεκριμένες εταιρείες, οι επιχορηγήσεις επίσης κι ένα πολιτικό σύστημα ολόκληρο είχε υποταχθεί στη δύναμή τους.

Σήμερα λοιπόν η ναυαρχίδα της διαπλοκής, το αστραφτερό μεγάλο κανάλι, κατεβάζει ρολά. Οι μεγαλομέτοχοι αρνήθηκαν να πληρώσουν με δικά τους λεφτά την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, οι τράπεζες ένιωσαν ότι ελέγχονται κι έκλεισαν τη στρόφιγγα κι έτσι η διαχείριση του καναλιού πέρασε στους δανειστές της.

Φυσικά ούτε λόγος στα μέσα γι’ αυτή τη συντεχνία, η οποία ζούσε προκλητικά πάνω απ’ τις δυνατότητές της με δανεικά από τράπεζες, που πληρώνει ο μαλάκας Έλληνας φορολογούμενος, ούτε κιχ για τον Μπόμπολα, τον Ψυχάρη και τον Βαρδινογιάννη που ενώ τα χρήματα που καλούνται να πληρώσουν είναι ψιχουλα για τους ίδιους, αυτοί σφυρίζουν αδιάφορα.

Έτσι, η επιχειρηματικοτητα στην τηλεόραση κατέληξε όπως τόσες άλλες κρατικοδίαιτες. Με εργαζόμενους στον δρόμο, φέσια σε εφορία και ταμεία και την εταιρεία κλειστή.Η κατάληξη γνωστή. Τα ντόπερμαν θα βρουν νέα αφεντικά να πουλήσουν τις υπηρεσίες τους και ο εργατόκοσμος θα παρακαλάει για μια θεσούλα κάπου όσο όσο για να ζήσει την οικογένειά του

Κάποιος από αυτούς, θα γυρίσει σπίτι ένα βράδυ μερικούς μήνες αργότερα και θ’ ακούσει από την νέα τηλεοπτική συχνότητα, το ίδιο γαύγισμα από τον ίδιο δημοσιογράφο, σε νέα συχνότητα αυτή τη φορά, όπου θα του εξηγεί ότι αυτό το μπουρδέλο που ζούμε για χώρα, χρεοκόπησε, επειδή εκείνος όταν αγόραζε ζαμπονοτυρόπιτα και φραπέ στο κυλικείο της προηγούμενης κοινής επαγγελματικής τους στέγης, δεν ζητούσε απόδειξη, δεν είχε δηλώσει ένα ενοίκιο στην εφορία κι έβγαλε ένα μαύρο χαρτζηλίκι από μια δεύτερη δουλειά για να σπουδάσει το ζωντόβολό του.

Ο δημοσιογράφος μόλις τελειώσει την εκπομπή του, χορτασμένο πια ντόπερμαν, θα δώσει την απόδειξη από την πλαστική επέμβαση στην εταιρεία, για να την περάσει ως έξοδο, θα τηλεφώνησει στο λογιστή για να μάθει πώς θα βγάλει το μαύρο μισθό έξω απ τη χώρα και θα βγει για να βρει την παρέα του σε κάποιο Ρουφ Γκάρντεν ενός ξενοδοχείου, όπου εκεί, κοιτάζοντας το λαό από κάτω θα λοιδορούν όλοι μαζί, την κατάντιά του, τις ελπίδες και τις ματαιώσεις του

Κυρίως θα στηλιτεύσουν αυτή τη μανία του να μένει αδιόρθωτος Ανατολίτης που θα ξεστομίσει ένα ”Αχ Παναγία μου” – λες και υπάρχει Θεός -, που το καλοκαίρι θα πάει στο χωριό του να χαλαρώσει – λες και χάθηκαν άλλα μέρη να δει ο βλάχος – και στο πανηγύρι του χωριού, υπό τους ήχους του τσάμικου, θα φάει γουρουνοπούλα με μπόλικο αλάτι – γιατί τα νοσοκομεία του δεν τα πληρώνει αυτός αλλα οι συνεπείς υγιεινιστές βεγκαν – , θα πληρώσει το φαγητό του και – μαντέψτε – δεν θα ζητήσει απόδειξη.

 

 

*Ο Μάνθος Τριαντάφυλλος είναι δικηγόρος και πολιτικός επιστήμων.

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

1 Comment

  1. Ο Πωλ Άλντερμαντ Πόρτερ ήταν Αμερικανός δικηγόρος, διπλωμάτης και πολιτικός. Αναμίχθηκε στην νεότερη ελληνική ιστορία ως αρχηγός αμερικανικής αποστολής στην Ελλάδα το 1947, όπου επέβαλε διαχειριστικούς και δημοσιονομικούς όρους ενόψει εφαρμογής του δόγματος Τρούμαν. Ο Πόρτερ συνέταξε μια έκθεση για τη κατάσταση που επικρατούσε στη Ελλάδα το 1947. Παραθέτω αποσπάσματα απο τη έκθεση, ολόκληρη μπορείται να τη διαβάσεται στο διαδύκτιο.

    “Εδώ δεν υφίσταται κράτος σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα. Αντ’ αυτού υπάρχει μια χαλαρή ιεραρχία ατομιστών πολιτικών, μερικοί από τους οποίους είναι χειρότεροι από άλλους, που είναι τόσο απασχολημένοι με τον προσωπικό τους αγώνα για εξουσία, ώστε δεν έχουν τον χρόνο να αναπτύξουν οικονομική πολιτική, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι είχαν την ικανότητα. Υπάρχει μεγάλη ανομοιομορφία εις το βιοτικόν έπίπεδον και τα εισοδήματα ανά την Ελλάδα.

    Οι κερδίζοντες, δηλαδή οι βιομήχανοι, οι έμποροι, οι κερδο­σκόποι και οι μαυραγορίται, διάγουν έν πλούτω και χλιδή, το πρόβλημα δε αυτό ουδεμία κυβέρνησις το αντιμετώπισεν αποτελεσματικώς. Εν τω μεταξύ αι λαϊκαί μάζαι περνούν μιαν αθλίαν ζωή. Οι κερδίζοντες είναι σχετικώς ολίγοι τον αριθμόν και ο συνολικός πλούτος των, περιερχόμενος εις τό σύνολον του πληθυσμού θα επέφερεν ελάχιστην βελτίωσιν των γενικών συνθηκών διαβιώ­σεως. Αλλ’ ο πολυτελής τρόπος ζωής των εν μέσω της πτώχειας συντείνει εις το να εξοργίζη τας μάζας και να υπογραμμίζη την δυστυχίαν των πτωχών.

    Απ’ ό, τι μπόρεσα να διαπιστώσω, η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει καμιάν άλλη πολι­τική πρακτική από το να εκλιπαρεί για ξένη βοήθεια ώστε να διατηρηθεί στην εξουσία απαριθμώντας θορυβωδώς τις θυσίες της Ελλάδος, στόχος της είναι να χρησιμοποιήσει την ξένη βοήθεια ως μέσο για τη διαιώνιση των προνομιών μίας μικρής κλίκας εμπόρων και τραπεζιτών, οι οποίοι αποτελούν την αόρατη εξουσία στην Ελλάδα.

    Η κλίκα αυτή είναι αποφασισμένη να υπερασπίσει με κάθε μέσο τα οι­κονομικά της συμφέροντα και δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το τι μπορεί να στοιχίσει αυτό στην οικονομία της χώρας. Τα μέλη αυτής της κλίκας επιθυ­μούν να διατηρήσουν άθικτο ένα φορολογικό σύστημα που τους ευνοεί, με αληθινά σκανδαλώδη τρόπο. Αντιτίθενται στον έλεγχο συναλλάγματος, γιατί αυτό θα τους εμποδίσει να εξάγουν τα κέρδη τους στις τράπεζες του Καΐρου και της Αργεντινής. Δεν διανοήθηκαν ποτέ να επενδύσουν τα κέρδη τους στη δική τους χώρα για να βοηθήσουν στην αναστήλωση της εθνικής οικονομίας.

    Τα συμφέροντα των εφοπλιστών προστατεύονται επίσης με σκανδαλώδη τρόπο. Η ελληνική εμπορική ναυτιλία ανθεί στην εποχή μας και οι εφοπλιστές κερδίζουν τεράστια ποσά, αλλά το χρεοκοπημένο ελληνικό κράτος δεν απο­κομίζει κανένα όφελος απ’ αυτό. Οι μισθοί των ναυτικών γυρίζουν στην Ελ­λάδα, αλλά οι εφοπλιστές ασφαλίζουν το μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους στις ξένες χώρες.

    Κάθε επιχείρηση θα έπρεπε να πληρώνει μια σημαντική εισφορά στο κρά­τος, κάτω από την προστασία του οποίου λειτουργεί. Αυτό ισχύει κατά κύριο λόγο για την περίπτωση των εφοπλιστών, που τα μεγαλύτερα κέρδη τους προέρχονται από τα «Λίμπερτι», τα οποία τους παραχώρησε η αμερικανική Ναυτική Αποστολή με την εγγύηση του ελληνικού κράτους. Η ομάδα πίεσης της καλής κοινωνίας – οι κομψοί κοσμοπολίτες που έχουν την έδρα τους στις Κάννες, στο Σαιν Μόριτς και στην αθηναϊκή πλατεία Κολωνακίου – θα ενεργοποιηθεί.

    Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι άνθρωποι πολύ γοητευτικοί, που μιλάνε πολύ καλά τ’ αγγλικά. Είναι πάντοτε πρόθυμοι, όταν πρόκειται να εξυπηρετήσουν την αμερικανική αποστολή για τα δικά τους συμφέροντα. Θυμάμαι ακόμα ένα από τα πιο επίσημα γεύματα ενός από τους σημαντι­κότερους τραπεζίτες, που με είχε καλέσει στη βίλα του των Αθηνών. Είχε τρεις σερβιτόρους με λιβρέα, μια ποικιλία απ’ τα πιο φίνα κρασιά και φα­γητά διάφορα, περίφημα γαρνιρισμένα. Κατά τη διάρκεια του γεύματος, ένας από τους αντιπροσώπους της κλίκας που ανέφερα άρχισε να εξυμνεί τις ομορφιές της ζωής κοντά στη θάλασσα, καθώς και τις χαρές των αρι­στοκρατικών σπορ. Η αντίθεση ανάμεσα στο γεύμα αυτό και στα παιδιά που πεθαίνουν από την πείνα στους δρόμους της Αθήνας είναι πραγματικά τρομερή.

    Πόσο επίκαιρη είναι η έκθεση αυτή μετά από 70 χρόνια;

Αφήστε Ένα Σχόλιο

eight − two =

Simple Share Buttons