Το Μαργαριταρένιο Κουμπί: το τραγικό παράπονο των πεθαμένων, που σάβανό των έχουν τον ψυχρόν αφρό

0

EL-BOTON-DE-NACAR-FRONTAL

Από την Γιάννα Παπαπαύλου

«Λένε ότι το νερό έχει μνήμη.  Εγώ πιστεύω ότι έχει και φωνή.  Εάν το πλησιάζαμε πολύ, θα μπορούσαμε να ακούσουμε τις φωνές καθενός από τους ιθαγενείς και των εξαφανισμένων.»

Η μυστηριώδης οντότητα του νερού, στο «Μαργαριταρένιο Κουμπί» του Patricio Guzman, αποτελεί το στοιχείο στο οποίο εμπεριέχονται γεγονότα και αλληγορίες για την κληρονομιά και ιστορία των ανθρώπων της Χιλής.  Μιας ιστορίας όπου η σφαγή και ο θάνατος έχουν έκδηλη παρουσία, την οποία το ίδιο το νερό μπορεί να αφηγηθεί.

Η ταινία ανοίγει με πλάνο μια σταγόνα νερού, ένα μικρό απόσπασμα της ιστορίας, που παγιδεύτηκε σε ένα κομμάτι χαλαζία πριν από 3000 χρόνια.  Ακολουθούμενο από μια ελεγειακή σεκάνς του υγρού τοπίου της Χιλής, ο Guzman ξεκινά την αφήγηση της ιστορικής σύνδεσης του ανθρώπου με το νερό.  Μιας σύνδεσης που εμπεριέχει την αρχή και το τέλος της ύπαρξης των ανθρώπων.  Από την πρώιμη ιστορία του γηγενή πληθυσμού της Παταγονίας, μέχρι την περίοδο της δικτατορίας του Αουγκούστο Πινοσέτ, το νερό αποτέλεσε το συνδετικό στοιχείο που εισχώρησε στα δυο θλιβερά αυτά κενά της ιστορίας της Χιλής και ανακάλεσε τη μνήμη δύο ιστοριών αφανισμού τις οποίες συνδέει ένα μαργαριταρένιο κουμπί.

Στην πρώτη περίπτωση, το μαργαριταρένιο κουμπί αναφέρεται στην ιστορία του Jemmy Button, ενός ιθαγενή της φυλής Yámana, των οποίων η ζωή ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το νερό.  Βρετανοί αποικιοκράτες τον εξαγόρασαν με αυτό ακριβώς το αντίτιμο για να τον εκπολιτίσουν, υπό συνθήκες που χαρακτηρίζουν τις άνισες σχέσεις δύναμης και εξουσίας που ίσχυαν το 1830 αλλά και τώρα.

Στη δεύτερη περίπτωση, το μαργαριταρένιο κουμπί αναφέρεται στα πτώματα των αντιστασιακών του Πινοσέτ, δικτάτορα που κατέλαβε την εξουσία μετά από πραξικόπημα υποκινούμενο από τις ΗΠΑ, τα οποία δεμένα σε μια μεγάλη μεταλλική ράβδο απορρίπτονταν στον Ειρηνικό Ωκεανό.  Η ανάσυρση των ευρημάτων από τη Χιλιανή κυβέρνηση φανέρωσε μια ράβδο από την οποία απουσίαζε το πτώμα.  Το μόνο που είχε απομείνει ήταν ένα κομμάτι ρούχου με ένα μαργαριταρένιο κουμπί τα οποία είχαν ενσωματωθεί με τη ράβδο.

Ο Guzman εξερευνά τις τραυματικές μνήμες της πρόσφατης ιστορίας της Χιλής μέσω μιας υπαρξιακής ενατένισης του ανθρώπινου πολιτισμού και των φρικαλεοτήτων που μπορεί να παράγει στο όνομα ενός εκπολιτισμού, που εγγενώς παρουσιάζει μια κατ’επίφασην ανωτερότητα και άρα βίαιη επιβολή.

Ο γηγενής πληθυσμός της Χιλής, θεωρούσε πως όλα τα αντικείμενα, όπως και το νερό, είναι πνευματικές οντότητες.  Προσέγγιζαν τη θάλασσα με θαυμασμό και σεβασμό.  Η εστία της φωτιάς στην οποία μαζευόταν η οικογένεια ήταν στο κέντρο των κανό τους.  Στο σώμα τους καθρέφτιζαν τους αστερισμούς, ενσωματώνοντας την ύλη τους με αυτή του περιβάλλοντος στο οποίο ανήκαν.  Και αν κατάφεραν να επιβιώσουν και προσαρμοστούν στο σκληρό περιβάλλον του αρχιπελάγους, εντούτοις η αποικιοκρατία ήταν αυτή που επέφερε τον αφανισμό τους.

Σήμερα, μόνο 20 από τους απογόνους αυτών των φυλών έχουν επιβιώσει.  Προσπαθούν να διαφυλάξουν στη μνήμη τους την κουλτούρα και γλώσσα τους, καθώς δεν υπάρχει άλλο πεδίο πέραν του μυαλού τους για να εκδηλώσουν τις παραδόσεις τους, καθώς οι σύγχρονες αρχές, παράγωγα του εκδυτικισμού, τους απαγορεύουν να επιδίδονται σε θαλάσσιες δραστηριότητες.

Το λεξιλόγιο των δύο αυτών γλωσσών αποκαλύπτει το ήθος και την κυριαρχία που είχε το φυσικό περιβάλλον στους ιθαγενείς, έναντι της υπεροχής του ανθρώπινου είδους στους δυτικούς.  Ο Guzman ζητάει από μια γυναίκα απόγονο της φυλής Kawesqar, που σημαίνει «άνθρωποι του νερού», να μεταφράσει κάποιες λέξεις στη δική της γλώσσα.  Η παραλία, το νερό, η καταιγίδα, ήταν λέξεις που αντιστοιχούσαν στο δικό της λεξιλόγιο.  Στις λέξεις Θεός και αστυνομία, αποκρίνεται μετά από μικρή παύση ότι δεν έχουν κάτι τέτοιο και ότι δεν χρειάζονταν κάτι τέτοιο αντίστοιχα.

Ο χριστιανικός θεός, καθ’ομοίωσιν και καθ’ εικόνα του ανθρώπου, καθώς και η μορφή εξουσίας αποτελούμενη από μια ομάδα ατόμων που καθορίζουν το επιτρεπτό και το δόκιμο, αποτέλεσε το μηχανισμό με τον οποίο ο δυτικός κόσμος επιβλήθηκε στις ‘πρωτόγονες’ και ‘απολίτιστες’ φυλές της Χιλής, όπως και αλλού.  Αυτός ο εφαρμοσμένος απολυταρχισμός καλυπτόταν υπό το πέπλο ενός ιεραποστολικού ζήλου, που θα μετέδιδε αξίες ανώτερες και ωφέλιμες για τον παραλήπτη με αντάλλαγμα τη δημιουργία μιας κατώτερης τάξης που θα απένειμε μια υπάκουη ευγνωμοσύνη ως αντάλλαγμα.2

Η αποστολή του πλοίου το οποίο μετέφερε τον Jemmy Button, από τη Χιλή στη Βρετανία περιλάμβανε τον καπετάνιο FitzRoy καθώς και τον Δαρβίνο, οι οποίοι αναφέρονται στους ιθαγενείς, ως ‘άθλια και άγρια όντα’, τα οποία θα έσωζαν πιάνοντας τα και μεταφέροντας τα στην Αγγλία όπου θα εκπαιδεύονταν.  Σύμφωνα με τον FitzRoy, κατά την πρώτη επαφή των ιθαγενών με τους Ευρωπαίους, οι μεν μιμούνταν τις χειρονομίες και κινήσεις των δε.  Αυτή η αμοιβαιότητα αποτελούσε τη διαδικασία αποδοχής των δύο διαφορετικών πολιτισμών.  Ο Δαρβίνος όμως επιθυμούσε να δει τη μίμηση στο χορό των ιθαγενών αλλά όχι το αντίστροφο, καθώς η οπτική γωνιά του ‘πολιτισμένου’ απαιτούσε μια επίδειξη ναρκισσισμού, η οποία θα επιβεβαίωνε την ταυτότητα του αποικιοκράτη ως μια ξεχωριστή κατηγορία ανθρώπου.3

Η στάση τους απέναντι στους ιθαγενείς πρέπει να γίνει κατανοητή υπό το πλαίσιο της κοσμοθεωρίας τους, το οποίο διέπεται από μια ιεραρχία στην οποία ο Θεός είναι ο μεγάλος σχεδιαστής, ο άνθρωπος, το αποκορύφωμα της δημιουργίας, η Αγγλία, το ανώτερο έθνος και οι Άγγλοι ευγενείς, η υψηλότερη μορφή ζωής.4

Ένας σύγχρονος Βρετανός που αναπαράγει μια παρόμοια ρητορική ανωτερότητας του δυτικού πολιτισμού έναντι των υπολοίπων, αποτελεί ο ιστορικός Niall Ferguson.  Βιβλία του έχουν τίτλους όπως  ‘Empire: How Britain Made the Modern World’ και ‘Civilization: The West and the Rest’.  Ο Ferguson σε ότι αφορά την αυτοκρατορία, καταλήγει σε μια ανάλυση κόστους-οφέλους, όπου τα καλά των αυτοκρατορικών καθεστώτων υπερτερούν των κακών, χωρίς να τον απασχολούν ιδιαίτερα, ηθικά ζητήματα, όπως εάν μια χώρα έχει το δικαίωμα να εισβάλλει στην άλλη ή αν η αποικιοκρατία αφήνει ένα ψυχολογικό τραύμα που καθιστά δύσκολο της ήδη κατεχόμενες χώρες να προοδεύσουν;  Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, δεν είναι ανήθικο καθώς το αποτέλεσμα μιας οποιασδήποτε επέμβασης είναι να φέρει στους ανθρώπους των άλλων χωρών οικονομική και πολιτική ελευθερία, αύξηση του βιοτικού τους επιπέδου και του προσδόκιμου ζωής.5

Η ιστορία όμως αποδεικνύει ότι η ανισότητα χαρακτηρίζει τις πολιτικές και οικονομικές σχέσεις μεταξύ των αποικιοκρατών και των αυτόχθονων πληθυσμών.  Επίσης η καταστροφή των κοινωνικών, πολιτιστικών και οικολογικών εθίμων των ιθαγενών στηρίζεται στην έννοια της ανωτερότητας και ορθότητας του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής, και η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση αυτών των ομάδων.  Με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια ανάγκη για σωτηρία η οποία επέρχεται από τις δυνάμεις που παράγουν αυτές τις συνθήκες εξαρχής.6

Θεωρώ ότι και οι δύο ιστορίες, πρέπει να αναλυθούν από την άποψη του υλικού πολιτισμού, καθώς αποτελούν ιστορίες επεκτατικών πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων, κατά τις οποίες η πρακτική της επιβολής, στηρίζεται στον αποπολιτισμό του πνεύματος και τον επιπολιτισμό σε μια δυτική κουλτούρα, παράγοντας βίαιες ανισότητες.

«Λένε ότι το νερό έχει μνήμη.  Εγώ πιστεύω ότι έχει και φωνή.  Εάν το πλησιάζαμε πολύ, θα μπορούσαμε να ακούσουμε τις φωνές καθενός από τους ιθαγενείς και των εξαφανισμένων.»

Μήπως στο νερό της Μεσογείου δεν είναι παγιδευμένες οι φωνές των θυμάτων της σύγχρονης εφάμιλλης συνθήκης αφανισμού;

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Καβάφης Κ.Π., «Φωνή απ’ τη θάλασσα», παρμένο από τα «Αποκηρυγμένα». Ίκαρος, 1983
  2. Feldman A., “Dramas of the past on the twentieth century stage: in history’s wings”. Routledge New York, 2013, σελ. 178
  3. Ό.π., σελ.184
  4. Ό.π., σελ.178
  5. Skidelsky W., (2011, February 20). “Niall Ferguson: “Westerners don’t understand how vulnerable freedom is”. Παρμένο από: http://www.theguardian.com/books/2011/feb/20/niall-ferguson-interview-civilization
  6. Ross Ian J., “Religion and violence: An encyclopedia of faith and conflict from antiquity to the present”. Routledge New York, 2011, σελ.186

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Γιάννα Παπαπαύλου

Διαβάζει, βλέπει ταινίες και ονειρεύεται μια διαφορετική πραγματικότητα. Γι’ αυτό γράφει για τον κινηματογράφο, όπου χρησιμοποιεί πολλές παραπομπές. Να για παράδειγμα, πως είπε και ο Eduardo Galeano: «για να έχουν τα όνειρα κάποια ελπίδα να γίνουν δημοφιλή πρέπει να εκτεθούν. Αυτή είναι η δουλειά του θεάματος. Το θέαμα είναι ήδη μέρος της πολιτικής και οικονομικής ζωής μας.»

Αφήστε Ένα Σχόλιο

two × three =

Simple Share Buttons