Το χρονικό μιας εν ψυχρώ δολοφονίας

0

Από τη Μαρία Παρέντη

“Όλα κρατάν καλά κι ο πόνος μεγαλώνει
κι ο φόβος το όνειρό μου συνέχεια πληγώνει
κάνοντας ακόμα πιο βαριά τη μοναξιά μου
στον τόπο αυτό που δανεική είναι κι η χαρά μου.”

Στις 17 του Γενάρη στα 2013, ο Σαχζάτ πήρε το ποδήλατό του και ξεκίνησε για τη δουλειά. Πάλι αξημέρωτα, την ίδια ώρα ακριβώς όπως κάθε μέρα. Στην Ελλάδα ήρθε για να πάρει ανάσα. Είχε εδώ τον ξάδερφό του, μάζεψε τις οικονομίες του μια μέρα κι έφυγε. Ο μισθός στο Πακιστάν ήταν 80 ευρώ το μήνα, δεν τα έβγαζες πέρα ούτε μονάχος. Δεν ήταν εύκολα κι εδώ, αλλά ήταν αλλιώτικα.

Στην αρχή δούλεψε ηλεκτροσυγκολλητής, μετά πουλούσε πορτοκάλια στη λαϊκή. Το μεροκάματο έβγαινε, εκείνος δεν ήθελε και πολλά για να ζήσει. Το διαμέρισμα στο Περιστέρι το πλήρωνε μαζί με τον ξάδερφό του κι άλλους 8. Έτσι του περίσσευαν να στέλνει και στη μάνα. Το ποδήλατο του ήταν η περιουσία του. Το είχε φτιάξει μόνος του κι ένιωθε άρχοντας.

Κάθε μέρα σηκωνόταν χαράματα – στις 3.00 το πρωί – και δούλευε ως τις 4.30 το απόγευμα. Τη δουλειά δεν τη φοβόταν. Αυτό που τώρα τελευταία τον φόβιζε ήταν ο τρόπος με τον οποίο τον κοιτούσαν οι άνθρωποι. Διέκρινε ένα βαθύ μίσος και μια ανεξήγητη οργή στα μάτια τους. Οι ρατσιστικές επιθέσεις πλήθαιναν κι αν έκανες το λάθος να απευθυνθείς στην αστυνομία κινδύνευες να βρεθείς ο ίδιος στο κρατητήριο. Για να γυρίσει πίσω ούτε λόγος. Είχε ένα οικογενειακό δάνειο να ξεπληρώσει και τις αδερφές του να παντρέψει. Διένυε μόλις την τρίτη δεκαετία της ζωής του εκείνος μα τον εαυτό του δεν τον λογάριαζε. Άλλωστε είχε βάλει τα πράγματα σε μια σειρά, τι μπορούσε να συμβεί;

Εκείνη την Πέμπτη έκανε το καθιερωμένο  του δρομολόγιο. Πάνω σε αυτές τις δυο ρόδες που ήταν ολότελα δικές του ένιωθε ελεύθερος. Στα Πετράλωνα έφτανε κι ήταν ακόμη  σκοτεινά. Από μακριά ξεχώρισε  δυο τύπους με μηχανάκι  να πλησιάζουν. Επιτάχυνε ενστικτωδώς. Από κάποια νυχτερινή έξοδο θα γύριζαν. Κι όμως έρχονταν κατά πάνω του. Άρχισαν να του φωνάζουν. Δεν καταλάβαινε την έκρηξή τους. Κοίταξε γύρω του, δεν υπήρχε κανείς. Έκανε να προσπεράσει. Έβγαλαν μαχαίρι. Εφτά μαχαιριές στο θώρακα. Έπεσε, δίπλα εκεί στο ποδήλατό του. Τους είδε να φεύγουν θριαμβευτικά. Σκέφτηκε τη μάνα. Δε θα προλάβαινε να τη βοηθήσει. Ήταν παιδί, στα 23.

ΥΓ: Το κείμενο είναι αφιερωμένο στη μητέρα του Σαχζάτ Λουκμάν, Σουγκράν, της οποίας το βλέμμα και τα χέρια είναι ό,τι πιο ζεστό έχω ποτέ συναντήσει. Οι δολοφόνοι του γιου της, παρά τις προσπάθειες της αστυνομίας  να συγκαλύψει το φασιστικό και ρατσιστικό κίνητρο της δολοφονίας, καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη από το Μεικτό Ορκωτό Κακουργιοδικείο. Οι δύο κατηγορούμενοι χρυσαυγίτες κρίθηκαν ομόφωνα ένοχοι για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, από κοινού αποφασισμένη κι εκτελεσμένη, της οπλοφορίας, της οπλοχρησίας, της παράνομης οπλοκατοχής και της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος, χωρίς την αναγνώριση ελαφρυντικών. Η τιμωρία και η καταδίκη των φυσικών αυτουργών δόθηκε χάρη στον αγώνα των αντιφασιστών αλληλέγγυων, της Πακιστανικής Κοινότητας ,της Κίνησης Ενωμένοι Ενάντια στο Ρατσισμό και στη Χρυσή Αυγή  και στο Θανάση Καμπαγιάννη, δικηγόρο της οικογένειας του Σαχζάτ Λουκμάν.

 

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Μαρία Παρέντη

Η Μαρία Παρέντη ζει και εργάζεται στην Αθήνα.Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και Νομικά στην Κομοτηνή.Ονειρεύεται έναν κόσμο στον οποίο οι δικηγόροι θα περιττεύουν και θα διδάσκει λογοτεχνία.Προς το παρόν μάχεται για το δίκιο

Αφήστε Ένα Σχόλιο

four × one =

Simple Share Buttons