Το αποτύπωμα του Ρόδου της φωτιάς..

0

λα ρα

Από το Γιάννη Δημογιάννη

Βαρκελώνη, μία στάση στο «Ρόδο της φωτιάς»

Γράφτηκε στα 1910, αλλά ο λόγος του παραμένει αξεπέραστος:

«Καινούργιους τόπους δεν θα βρεις, δεν θα βρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στις γειτονιές τις ίδιες θα γερνάς∙
και μες στα ίδια σπίτια θα ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλη αυτή θα φτάνεις…»

Καθένας – έτσι ορίζει το ταξίδι – κουβαλά στην ψυχή του, μία πόλη. Δεν έχει σημασία, αν σε αυτή γεννήθηκε, έπαιξε, μεγάλωσε, ερωτεύτηκε, πόνεσε ή ταξίδεψε. Αυτό που τελικά αξίζει είναι το ανεξίτηλο άγγιγμα, το αποτύπωμα που η πόλη αφήνει στη μνήμη. Η εικόνα αυτή, που σε καλεί να επιστρέφεις ξανά και ξανά στο σώμα της, ώστε να βρεις και να ενώσεις κομμάτια απ’ το δικό σου σώμα. Η αξεπέραστη πόλη, και «Το μόνο της ζωής του ταξείδιον»

Ήταν πρωτοχρονιά του 2008, όταν και εγώ κατέληξα μαζί με μια παλιά αγάπη, στην ίδια ακτή που, σύμφωνα με το θρύλο, ο Χριστόφορος Κολόμβος προσάραξε, εν έτει 1493, με τις γαλέρες του, κουβαλώντας σαν τρόπαια από την χρυσοφόρα γη του Νέου κόσμου, έξι Ινδιάνους Καρίμπ. Μία ολόκληρη βδομάδα στην πρωτεύουσα της Καταλονίας ∙ ο δικός μου αξέχαστος προορισμός. Μία σύντομη στάση στο «ρόδο της φωτιάς», όπως στομφωδώς αποκαλούσε την πόλη, ο αναρχικός μας ξεναγός, Λάζαρος!

Ένα «τριαντάφυλλο» που πυρπολήθηκε στα χρόνια της φωτιάς… Γιατί κάπως έτσι αποκαλούσαν, λέει, οι αντικαθεστωτικοί επαναστάτες την Βαρκελωνη, όταν ζούσαν, κατά τη διάρκεια του Ισπανικού εμφύλιου, το δικό τους «Σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας». Ένα «καλοκαίρι» που, όπως μαρτυρεί και το ομότιτλο βιβλίο, κράτησε από το 1936 έως το 1939, προτού η πόλη και οι ακτές της βομβαρδιστούν ανελέητα από τα φασιστικά γερμανικά αεροσκάφη, και τα σφοδρά πυρά των Ιταλικών πολεμικών πλοίων. 16 Ιουλίου 1936. Την ίδια καυτή καλοκαιρινή μέρα που η ιστορία γράφτηκε με αίμα αθώων.

Ένα χρόνο μετά τη σφαγή της Βαρκελώνης, ο Π. Πικάσσο εμπνεύστηκε την Γκερνίκα. Τη σπαρακτικότερη, ίσως, εικαστική κραυγή ενάντια στη φρικαλεότητα του Ισπανικού εμφύλιου… Ένα πληγωμένο άλογο, ένας ταύρος, και παντού, διάσπαρτα διαμελισμένα κορμιά και γυναίκες που ουρλιάζουν, κρατώντας τα νεκρά τους μωρά. Όλα τα αρχέγονα σύμβολα της γονιμότητας που πολτοποιήθηκαν, όταν στις 26 Απριλίου του 1937 οι Γερμανοί και Ιταλοί εθελοντές πιλότοι της αεροπορίας των εθνικιστών του Φράνκο βομβάρδισαν την κωμόπολη Γκερνίκα της φτωχής χώρας των Βάσκων. Κατά τον βομβαρδισμό της κωμόπολης – όπως συνέβη και στο ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων – γράφτηκε στα κατάστιχα της φρίκης ο μακάβριος απολογισμός: 1.650 άμαχοι νεκροί, ενώ ταυτόχρονα 32 τόνοι εκρηκτικών ισοπεδώνουν το 70% της Γκερνίκα!

Οι πόλεις και το αίμα των αθώων. Ίσως, τώρα που το σκέφτομαι, αυτή η ματωμένη «γέφυρα» ήταν τελικά το στοιχείο που με κέρδισε στην Βαρκελώνη. Γιατί τούτη η πόλη χτίστηκε στα μέτρα του ανθρώπου.Μάτωσε, πόνεσε, πληγώθηκε. Γνώρισε τρελά καρδιοχτύπια, ήττες και μεγαλεία. Ήρθε αντιμέτωπη με τη ματαιότητα της παραφροσύνης. Βίωσε προσδοκίες και διαψεύσεις, αλλά πάνω απ’ όλα, δεν ξέχασε.

Απεναντίας, αποτύπωσε το μοναδικό της όραμα, πάνω στον καμβά της μνήμης. Διατήρησε έως και την παραμικρή πέτρα από το μωσαϊκό του χρόνου. Γι’ αυτό, και κάθε κτίριο, κάθε γειτονιά σού αποκαλύπτει κάποιο διαφορετικό κομμάτι από την ιστορία και την πολιτισμική κληρονομιά του τόπου. Και εσύ δεν έχεις να κάνεις πολλά… Αγγίζεις το λιθαράκι και τότε αυτό σού ξεδιπλώνει την ξεχωριστή του ιστορία. Τον αναλλοίωτο και ολοζώντανο μύθο του.

Επιστρέφω στο σώμα της πόλης και το αποτύπωμά της.

Εικόνα πρώτη και νοσταλγικά γλιστρώ στην πολυσύχναστη λεωφόρο “la Rampla”, τον περίφημο δρόμο της χαοτικής έκστασης. Τη λεωφόρο που πήρε το όνομά της από την αραβική λέξη «ράμλα», που σημαίνει αποξηραμένη κοίτη ποταμού. Χάνομαι στο ολοζώντανο παζάρι της λεωφόρου που σφύζει από πλανόδιους μουσικούς, ζωγράφους, μίμους και χαρτορίχτρες.

Όπου κι αν στραφώ, συνυπάρχω ανάμεσα σε άψογα μακιγιαρισμένους αρτίστες, που υποδύονται διαφορετικούς ρόλους… Τον Δον – Κιχώτη, με μάτια, γουρλωμένα, θλιμμένα και ναζιάρικα. Κάποιον μοτοσικλετιστή -ταχυδρόμο, ολόιδιο με ορειχάλκινο άγαλμα. Μία χαμογελαστή γυναίκα,που μοιάζει με ακίνητο πλανόδιο μανάβικο!

ΜΠΑΡ

Περνώντας μπροστά από υπαίθριους πάγκους, φορτωμένους με κάθε λογής λουλούδια, κάνω μία στάση στον πάγκο του Πέπε και τού ζητώ να σκιτσάρει τη γελοιογραφία μου. Μετά από δέκα κιόλας λεπτά, κοιτάζω με περιέργεια το «πορτρέτο», και αυθόρμητα καταλαβαίνω, γιατί τόση ώρα οι περαστικοί ξεκαρδίζονταν πίσω από την πλάτη μου!

Παρασυρμένος από την ανθρωποπλημμύρα, καταλήγω στη χρυσαφένια αμμουδιά της Μεσογείου, η οποία (ακόμη και μες στο καταχείμωνο)καθαρίζεται ανελλιπώς από τα συνεργεία του Δήμου. Όσο διαρκεί η διαδρομή, ανακαλώ εικόνες – θραύσματα από το μακρινό παρελθόν της Βαρκελώνης, εφόσον διακρίνω διάσπαρτα – και μάλιστα σε ολόκληρο το μέτωπο της παραλιακής ζώνης – τα καλά διατηρημένα ερείπια από την περίοδο της Ρωμαιοκρατίας.

Η μεγάλη, βέβαια, έκπληξη με περιμένει, όταν στο Ιστορικό Μουσείο -κοντά δηλαδή στην παλιά γοτθική πόλη – παρακολουθώ έκπληκτος το απρόσμενο θέαμα… Κατεβαίνοντας με τον ανελκυστήρα του μουσείου,αντικρίζω ολόκληρες οδούς, πλατείες και μονοπάτια της παλιάς πόλης που εκτείνονται πάνω από τα ερείπια της Ρωμαϊκής εποχής!

Στάση δεύτερη, και περιδιαβαίνω την μεσαιωνική πόλη. Χάνομαι στο Μπάρι Γκότικ, τη Γοτθική συνοικία. Παντού διασώζονται επιβλητικά Αραβουργήματα – μεγαλειώδεις ναοί και αριστοκρατικές επαύλεις. Το θέαμα απολαυστικό. Σε κάθε γωνιά, πλανόδιοι δεξιοτέχνες μουσικοί συναρπάζουν τους περαστικούς, με την πανδαισία των αυτοσχεδιασμών τους.

Περπατώ νωχελικά στην καρδιά του ιστορικού κέντρου, όταν μπροστά μου εμφανίζεται η μεγαλοπρεπής και αγαπημένη για τους ντόπιους γοτθική Βασιλική της Σάντα Μαρία ντελ Μαρ, της Παναγίας της θάλασσας. Στην ίδια γειτονία που δεσπόζει και ο Καθεδρικός Ναός της Βαρκελώνης. Ένα αριστούργημα του 14ου αιώνα, με 28 παράπλευρα παρεκκλήσια που διαθέτουν υπέροχα έπιπλα μπαρόκ.

Δίπλα σε αναρίθμητα καφέ, απολαμβάνω κάθε βήμα από τη βόλτα στις δαιδαλώδεις και πολύβουες πιάτσες της Αγοράς. Έχοντας χάσει προς στιγμή τον προσανατολισμό, κατευθύνομαι ξανά προς την εκτεταμένη παραλιακή ζώνη. Και τότε, θαυμάζω ένα αναπόσπαστο κομμάτι της Ιστορίας της Βαρκελώνης, το Ναυτικό μουσείο των «Ντρασάνες» ∙ των μεγαλύτερων βασιλικών ναυπηγείων του 13ου αιώνα στον κόσμο.

Επιστρέφοντας στην ακτή, το βλέμμα μου, αυτή τη φορά, κολλά στον επιβλητικό ανδριάντα του Κολόμβου. Πρόκειται για μία σιδερένια στήλη ύψους 60 μέτρων, που σχεδιάστηκε από τον γλύπτη Γκαϊετά Μπουίγκας,κατά τη διάρκεια της διεθνούς έκθεσης του 1888. Κοιτώ προσεκτικά το χέρι του θαλασσοπόρου. Τεντώνεται προς τη θάλασσα και με το δάχτυλό του δείχνει τους ανοιχτούς ορίζοντες. Στο σημείο που διαφαίνεται το απροσμέτρητο βάθος του ανεξερεύνητου κόσμου μας. Ο μόνος προορισμός που αξίζει να σαλπάρουν οι άνθρωποι, οι πόλεις και οι κοινωνίες.

Στην επόμενη στάση ακολουθώ κάποια τυχαία πινακίδα, η οποία με καθοδηγεί στο ογκωδέστατο οικοδόμημα – μουσείο, που φιλοξενούνται έργα του P.Picasso (στα νιάτα του σπούδασε και στο φημισμένο Πανεπιστήμιο της πόλης). Μόνο, που όταν μιλάμε για το συγκεκριμένο ογκωδέστατο οικοδόμημα, εννοούμε 5 (!) καλοδιατηρημένα μεσαιωνικά παλάτια, που κυριολεκτικά συναρμολογήθηκαν» από την αρχική τους γειτονιά, αφότου το μουσείο άνοιξε αρχικά το 1963, με έργα από τη συλλογή του Χάιμε Σαμπάρτε.

Ήταν μία ταραχώδης εποχή, αλλά παρόλ’ αυτά, οι δύο έφηβοι τότε φίλοι, απολάμβαναν το σεξ με τις πόρνες του Καρέ ντ’ Αβινιό. Γυναίκες φλογερές που ενέπνευσαν τον P.Picasso να ζωγραφίσει έναν ιστορικό,σύμφωνα με πολλούς, πίνακα. «Τις Δεσποινίδες της Αβινιόν».

Από εκεί και πέρα, στο εκπληκτικό αυτό σκηνικό που σού προσφέρει γενναιόδωρα τόσες επιλογές, δεν έχει νόημα να αναρωτηθείς ποιο, για παράδειγμα, ήταν το κτίριο που σε εντυπωσίασε περισσότερο από τα αριστουργήματα του Αντ. Γκαουντί!

Τι θα μπορούσες, εξάλλου, να ξεχωρίσεις στη μαγευτική αυτή παλέτα; Μήπως το παραμυθένιο κουκλόσπιτο, την κάζα (πολυκατοικία, σπίτι) της οικογένειας Μπατλιό, με τα μπαλκόνια «μάσκες», και την πολύχρωμη οροφή που μοιάζει με τη ράχη του δράκου που εξοντώθηκε από τον Α.Γεώργιο; Ή μήπως την παράδοξη στην όψη της, κάζα της οικογένειας Μιλά, τη γνωστή και ως «Πεδρέρα» (δηλ. την πέτρινη); Οικοδομή που οι σιδεριές των μπαλκονιών θυμίζουν φύκια, ενώ οι αεραγωγοί, και οι καμινάδες ονομάζονται «εσπανταμπρούσες» (δηλαδή ξόρκια μαγισσών),εξαιτίας της απειλητικής και ασυνήθιστης σύνθεσής τους.

Προφανώς, βέβαια, θα ακουγόταν έως και αφελές να εκφράσω το δέος που με κυρίευσε, όταν αντίκρισα την πλέον αντισυμβατική εκκλησία της Ευρώπης. Γιατί η «Σαγράδα Φαμίλια» – που σημαίνει «ιερή οικογένεια» -ταιριάζει περισσότερο με σουρεαλιστικό ναό «εξωγήινων», παρά με αυστηρή νεογοτθική εκκλησία! Ιδίως, όταν τα βράδια φωτίζεται στα μεγαλειώδη καμπαναριά της, με τον επιβλητικό πράσινο εσωτερικό φωτισμό της.

Ολοκληρώνοντας αυτό το οδοιπορικό, παλινδρομώ, για άλλη μία φορά,ανάμεσα στην πρωτοχρονιά του 2008 και το παρόν… Και τότε νιώθω,σαν να κρατώ στα χέρια μου δύο παράδοξα καρδιογραφήματα.

Στο αριστερό χέρι – αυτό, καθώς λένε, της καρδιάς – βλέπω το καρδιογράφημα της Πάτρας. Της Πάτρας, που πριν χρόνια πολλά ήρθαμε στα τυφλά και, εν τέλει, ριζώσαμε από ανάγκη… Μακραίωνη ιστορία,λαμπρές μνήμες, μία εξαίσια αστική οικονομική άνθιση, και σταδιακά η φθίνουσα πορεία, μέχρι να καταλήξουμε σε μία πόλη φάντασμα, που ναρκισσιστικά επιδεικνύει το εξαιρετικά – θαρρώ – μονότονο,κακόγουστο, και για πολλούς, βιομηχανοποιημένο καρναβάλι της.

Στο άλλο χέρι, κρατώ το καρδιογράφημα της Βαρκελώνης. Η αρχή του χάνεται στα βάθη των αιώνων. Στα καρδιοχτύπια του κρύβει λαμπρές σελίδες, αλλά και αρρυθμίες πολλές, πρόσφατα εμφράγματα και φάσεις ταραχώδεις και αβέβαιες.

Η διαφορά φαντάζει προφανής, τουλάχιστον στο προσωπικό μου ημερολόγιο. Η Βαρκελώνη, σε αντιδιαστολή με την τελματωμένη Αχαϊκή πρωτεύουσα που έζησα σχεδόν όλη την ενηλικίωσή μου,εξακολουθεί να κρατιέται ζωντανή, ακόμη και μέσα στην περίοδο της οικονομικής καθίζησης, που την πλήττει σφοδρά. Και αυτό ισχύει, γιατί απλά οι φιλόξενοι κάτοικοί της, σεβάστηκαν την ιστορία του τόπου και προστάτεψαν τα μνημεία και τη φυσική της ομορφιά.

Κάθε πόλη μοιάζει, πιστεύω, μ’ έναν άνθρωπο και τους μικρούς του κύκλους. Εξάλλου, η Ζωή – καθένας το έχει βιώσει με διαφορετικό τρόπο- επιβεβαιώνει με την αδιάψευστη μαρτυρία της, το συγκεκριμένο αρχέγονο μυστικό… Ό,τι αγαπάς, σε θρέφει. Σε αναπαύει. Σε κάνει πιο δυνατό.

 

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Γιάννης Δημογιάννης

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Αφήστε Ένα Σχόλιο

thirteen − ten =

Simple Share Buttons