Το αμερικάνικο όνειρο κι ο ελληνικός εφιάλτης -από τον Old Boy

0

Nightcrawler-Movie-2014

 

Στον «Νυχτερινό Ανταποκριτή» ο Tζέικ Τζίλενχαλ είναι ο Λου Μπλουμ (ίσως αναφορά στον Λίοπολντ Μπλουμ του «Οδυσσέα», ίσως αναφορά στον Λίο Μπλουμ των “Producers”). Κλέβει σίδερα. Πάει να τα πουλήσει σε μια μάντρα. Προσπαθεί να τα βρει στην τιμή. Όταν ο μαντράς αρνείται όλες τις προτάσεις του και του λέει πως δεν διαπραγματεύεται, ο Λου απαντά πως είναι διατεθειμένος να δεχτεί την μειωμένη τιμή που του προσφέρει, προκειμένου να θεμελιωθεί μεταξύ τους μια καλή «εμπορική συνεργασία». Η φράση αυτή δεν λέγεται σαρκαστικά. Ο Λου δεν είναι στο μυαλό του μικροκλέφτης. Ενώ βρίσκεται στον πάτο της πυραμίδας, δεν έχει ασπαστεί απλώς το αμερικάνικο όνειρο, έχει μάθει πως στην τροποποιημένη εκδοχή του πρέπει όλοι να προσαρμοστούν.

Αφού πρώτα πούλησε τα (κλεμμένα) αγαθά του στον μαντρά, τώρα προσπαθεί να πουλήσει και την εργατική του δύναμη: «Ψάχνω για δουλειά. Για την ακρίβεια, έχω αποφασίσει να βρω μια καριέρα μέσα στην οποία θα μάθω και θα αναπτυχθώ. Ποιός είμαι; Είμαι κάποιος που εργάζεται σκληρά, βάζει υψηλούς στόχους και -όπως μου έχουν πει- είμαι επίμονος. Δεν τρέφω αυταπάτες. Έχοντας μεγαλώσει μέσα το κίνημα της αυτο-εκτίμησης που ήταν τόσο δημοφιλές στα σχολεία στην εποχή μου, περίμενα παλιότερα να γίνουν σεβαστές οι ανάγκες μου. Αλλά ξέρω ότι η σημερινή κουλτούρα εργασίας δεν είναι συμβατή με την εργασιακή αφοσίωση που είχαν υποσχεθεί σε προηγούμενες γενιές. Πιστεύω όμως ότι τα καλά πράγματα συμβαίνουν σε εκείνους που ξεπατώνονται στη δουλειά και ότι οι καλοί άνθρωποι που έφτασαν στην κορυφή της πυραμίδας -όπως εσείς- δεν προσγειώθηκαν εκεί. Το σύνθημα μου είναι ότι αν θες να σου πέσει το λαχείο, πρώτα πρέπει να βρεις τα λεφτά να το αγοράσεις». Στην αρνητική απάντηση -του ευρισκόμενου στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας- μαντρά, ο Λου είναι έτοιμος να πουλήσει δωρεάν την εργατική του δύναμη «Τότε, τι θα λέγατε για πρακτική άσκηση; Πολλοί νέοι είναι διατεθειμένοι να πάρουν μια δουλειά άνευ αμοιβής προκειμένου να μπουν μέσα στην πόρτα». Αλλά ο μαντράς δεν προσλαμβάνει γαμημένους κλέφτες.

Στη συνέχεια της ταινίας ο Λου θα προσφερθεί να δουλέψει δωρεάν ως ασκούμενος και σε ένα κοράκι – καμεραμάν από εκείνα που ακούγοντας τον ασύρματο της αστυνομίας προσπαθούν να φτάσουν άμεσα σε τόπους όπου έχουν συμβεί τροχαία, πυρκαγιές, εγκλήματα, προκειμένου να αποτυπώσουν λίγο ωμό πόνο για να τον πουλήσουν στα κανάλια που θα τον προβάλουν το επόμενο πρωί. Όταν ούτε αυτός τον προσλάβει, θα γίνει ο ίδιος επιχειρηματίας και θα προσπαθήσει να προσλάβει έναν άλλον, πιο κακόμοιρο από αυτόν, πάλι δωρεάν. Εκείνος θέλει κάποια απειροελάχιστα λεφτά για να μπορεί να τη βγάλει καθαρή. Θα του τα δώσει. Σε ένα αυτοκίνητο μέσα όλη νύχτα οι δυο τους, αυτό είναι το εργασιακό τους περιβάλλον, κι όμως του μιλάει σαν CEO πολυεθνικής στον υφιστάμενό του:  «Έχουν γίνει μελέτες πάνω στο θέμα και έχουν βρει ότι σε κάθε σύστημα που βασίζεται στη συνεργασία, είτε πρόκειται για κοπάδι ψαριών είτε ακόμα και μια επαγγελματική ομάδα χόκεϊ, η επικοινωνία είναι το νούμερο ένα κλειδί για την επιτυχία».

Προφανώς και η ταινία μιλάει και για τα ΜΜΕ, για την εστίασή τους στην κιτρινίλα και την διαρκή υποχώρηση της δεοντολογίας. Τα κανάλια που αφιερώνουν απειροελάχιστο χρόνο σε ό,τι αφορά την ευρύτερη ατζέντα και την πολιτική και άπλετο σε απολίτικα τοπικά θέματα, σε προσωπικά δράματα. Και όντως εστιάζει στα ΜΜΕ περισσότερο από ό,τι εστίασε το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε», άλλη μια ταινία που θεωρήθηκε ότι βασικά την κουλτούρα των ΜΜΕ στηλιτεύει. Αλλά όπως σε εκείνη την ταινία, άλλη ήταν η βασική στόχευση και για άλλα ήθελε να μιλήσει, έτσι κι εδώ νομίζω πως όσο κι αν δίνει αρκετή έμφαση σε αυτή την κουλτούρα, δεν είναι αυτή το κύριο αντικείμενο ενδιαφέροντός της.

Το κύριο και το πιο σημαντικό είναι ο Λου, αυτός ο καταφερτζής με τα λιγδωμένα μαλλιά που τσιτάρει ατάκες από οδηγούς επαγγελματικής επιτυχίας, αυτός ο μικρομεγάλος Aμερικάνος, αυτός ο μικρομέγαλος καπιταλιστής σε μια εποχή που μπορείς να δουλεύεις και χωρίς λεφτά. Μια γενιά που έμαθε να πιστεύει στον εαυτό της και να τον θεωρεί νικητή κι ένα εργασιακό περιβάλλον που σου λέει είσαι προσωρινός και αυτό είναι το καλύτερο που μπορούμε να σου προσφέρουμε.

Ο Τζέικ Τζίλενχαλ επιβεβαιώνει ότι είναι ένας από τους πολύ σημαντικούς ηθοποιούς της γενιάς του. Ο Νταν Γκιλρόι σκηνοθετεί το -δίκαια υποψήφιο για όσκαρ- σενάριό του και νομίζω πως χωρίς σε καμία περίπτωση να το χαντακώνει, από την άλλη αδυνατεί και να το αναδείξει, του λείπει στο σκηνοθετικό βλέμμα, η δύναμη που έχουν οι λέξεις του (η δύναμη π.χ που ο αδελφός του Τόνι που μας είχε δώσει στο εξαιρετικό «Μάικλ Κλέιτον»). Παραταύτα, ο «Νυχτερινός Ανταποκριτής» του είναι μια ταινία με ισχυρή βάση και κατά πάσα πιθανότητα η φιγούρα του βασικού της ήρωα και τα λόγια που λέει θα αφήσουν ισχυρό αποτύπωμα.

Αν το πρόβλημα του «Νυχτερινού Ανταποκριτή» είναι πως κακώς ο σεναριογράφος έκανε και τον σκηνοθέτη, ένα διαχρονικό πρόβλημα του ελληνικού κινηματογράφου είναι το αντίθετο: σκηνοθέτες που κάνουν και τους σεναριογράφους. Ευτυχώς στην «Τετάρτη 04:45» (που ξεκινά να προβάλλεται από αυτήν την Πέμπτη) ο Αλέξης Αλεξίου πατάει εξαιρετικά καλά και στα δύο πόδια, τόσο του σκηνοθέτη όσο και του σεναριογράφου. Στην δεύτερη ταινία του μετά την «Ιστορία 52» (που ήταν μια δεξιοτεχνικά κινηματογραφημένη λακούβα στο χωρόχρονο), ο Αλεξίου βγαίνει από το κλειστό σχήμα και τα μικρά δωμάτια και ανοίγεται στην πόλη και την ζωή της: Χριστούγεννα του 10, η κρίση έχει μόλις ξεσπάει και το σοκ της είναι μεγάλο, μετά την «Έκρηξη» του Τζουμέρκα άλλη μια ελληνική ταινία που μας δείχνει τον Γιώργο Παπανδρέου στις τηλεοράσεις.

Ο Στέλιος είναι ιδιοκτήτης τζαζ κλάμπ εδώ και 17 χρόνια. Κάθε βράδυ ζωντανή τζαζ μουσική. Πνιγμένος στα χρέη, κοκάκιας, ανοιχτοχέρης με τους υπαλλήλους και γενικότερα λαρτζ στο να δανείζει. Του χρωστάνε κι εκείνου, λιγότερα από όσα χρωστάει, αλλά του χρωστάνε κι εκείνου. Η αγορά έχει σκάσει, οι επιταγές όλες μεταχρονολογημένες και αμφιβόλου αντικρύσματος. Ο Στέλιος δεν είναι ούτε κακό αφεντικό ούτε κακός επαγγελματίας, την αγαπάει πολύ τη δουλειά του. Σε όλα τα άλλα, ναι, είναι κακός: αποξενωμένος από τα παιδιά του, αποξενωμένος από τη γυναίκα ιά του, αποξενωμένος και από την ερωμένη του.  Ανοίχτηκε περισσότερο από όσο τον έπαιρνε και προσπάθησε να συντηρήσει ένα όνειρο που δεν έβγαινε. Κι έτσι στην πορεία δανείστηκε από έναν Ρουμάνο τοκογλύφο. Και οι τόκοι ξέφυγαν. Και τώρα δεν έχει να πληρώσει. Ένας ακόμη μαγαζάτορας μπλέκεται στις δαγκάνες του Ρουμάνου, με άλλου τύπου μαγαζί, με μαγαζί που δεν υπηρετεί υψηλά αισθητικά οράματα: ένας δεκαετίες στην Ελλάδα Αλβανός έχει ένα στριπ μπαρ. Οι δρόμοι των τριών ανδρών θα διασταυρωθούν και όλα θα ξεφύγουν από τον έλεγχο.

Η ταινία φωτογραφίζει την κοινωνική και οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα της κρίσης, είναι μπολιασμένη με υπαρξιακές παραμέτρους και όλα αυτά συνδυάζονται με ένα θέαμα που παραπέμπει σις καλύτερες στιγμές του εμπορικού αμερικάνικου κινηματογράφου. Όχι μόνο το σενάριο και η σκηνοθεσία, όλα είναι δεμένα, όλα μοιάζουν στη θέση τους, όλα αναπτύσσονται όσο περνάει η ώρα, υπάρχει ένας πλούτος υλικού που δεν κρύβεται, μια αυθεντική έμπνευση που δεν κρύβεται. Η ταινία δεν φοβάται να μην είναι περίεργη, δεν φοβάται να είναι μέινστριμ, δεν φοβάται να είναι φιλική προς τον θεατή. Την περασμένη εβδομάδα λέγαμε

πόσο ωραία βρέχει στην ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον. Στην ταινία του Αλεξίου βρέχει ακόμη ωραιότερα, δεν είναι ελάττωμα το στυλιζάρισμα, και στο Βlade Runner έβρεχε στυλιζαρισμένα και το Road To Perdition του Μέντες είναι τίγκα στο στυλιζάρισμα, προτέρημα είναι αν ξέρεις να το χειριστείς καλά, αν δεν εξαντλείσαι σε αυτό, αλλά το εντάσσεις σε μια ιστορία που λέει κάτι. Και το «Τετάρτη 04:45» αναμφίβολα λέει.

Δεν ξέρω πώς θα πάει εισπρακτικά η ταινία, δεν ξέρω αν το όνομα του Μάινα είναι ικανό να μαζέψει τον πολύ κόσμο, ο πολύς ο κόσμος μάλλον  θα πάει να δει ελληνικό κινηματογράφο, μόνο αν πρόκειται για κωμωδία τηλεοπτικής αισθητικής, ταινία του Παπακαλιάτη ή biopic του Σμαραγδή. Ξέρω όμως ότι δύσκολα δεν θα γοητευθεί θεατής από αυτό που θα παρακολουθήσει, ξέρω πως εκείνος που ενδεχομένως θα στραβώσει -και που δεν θα ανήκει στον πολύ, αλλά τον λιγότερο κόσμο, τους πιστούς του ελληνικού κινηματογράφου- θα στραβώσει λόγω ιδεών που έχει στο μυαλό και όχι επειδή όσα θα δει στην οθόνη θα τον αφήσουν ανέπαφο. Είναι ένα πράγμα το ταλέντο και ένα διαφορετικό πράγμα η πραγμάτωσή του. Στο «Τετάρτη 04:45» παρακολουθούμε την πραγμάτωση ενός ταλέντου, παρακολουθούμε μια άρτια και γοητευτικότατη ταινία.

elculture.gr

 

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

one × two =

Simple Share Buttons