«Την τιμή ή την αγάπη;» – ένα αρχέγονο δίλημμα

0

τιμη

Από το Γιάννη Δημογιάννη

Στην εξαίσια τηλεταινία της πρόωρα χαμένης Τόνιας Μαρκετάκη «Η τιμή και το χρήμα», η άφθαρτη, τότε, φωνή της Δ. Γαλάνης, μάς ταξιδεύει στο νοσταλγικό ηχόχρωμα της Κάτω Ιταλίας. Ο ερωτικός λόγος των στίχων – αισθαντικά συντροφευμένος από την εμπνευσμένη μουσική της Ελ. Καραϊνδρου – εξακολουθεί και αποκαλύπτει διαχρονικές αλήθειες και διλήμματα σκληρά:

«Τιμή δεν έχει η αγάπη
τιμή δεν έχει κι η ζωή
ποιος την πουλά, ποιος αγοράζει
ποιος την εβγάζει στο σφυρί»...

Ιδίως, η καταληκτική μουσική φράση. Το επίμονο και διαπεραστικό ρεφρέν. Μία απορία που επαναλαμβάνεται δις, λες και πασχίζει με τούτη την επανάληψη ν’ αφήσει στην ψυχή, ένα ανήσυχο αποτύπωμα. Μία αρχέγονη, θαρρείς, απορία, που ο απόηχός της επιστρέφει μέσα σου, κι ανακυκλώνεται ξανά και ξανά: «Ποιος την πουλά»; «Ποιος αγοράζει;» «Ποιος την εβγάζει στο σφυρί;».

Αυτό το καλοκαίρι, δεν είναι δα και πρώτη φορά που παρόμοιες φωνές ανασύρονται από τον βυθό… Κάτι η νοσταλγία για το γενέθλιο τόπο, το νησί του ανεκπλήρωτου νόστου. Κάτι η εκ νέου προβολή της σειράς από τη δημόσια τηλεόραση. Κάτι η αγάπη για την ομότιτλη νουβέλα, δε δυσκολεύτηκα να επιστρέψω στη «γειτονιά του» Κων. Θεοτόκη. Να αφεθώ στα λόγια και τους μύθους αυτού του αμετανόητου Δον Κιχώτη. Να ιχνηλατήσω τα βήματα του πάμπλουτου, κατά το παρελθόν, άρχοντα, που αρχές Ιουλίου, εν έτει 1923, άφησε πάμφτωχος, την τελευταία του πνοή, στο νησί των Φαιάκων. Πάμφτωχος, και μάλιστα όχι από κακοδαιμονία των αγορών ή από αδιαφορία του Σύμπαντος, αλλά από δικιά του, ενσυνείδητη επιλογή. Και αυτό το «δικιά του», ας μη το προσπεράσουμε ανώδυνα. Γιατί ο Κων. Θεοτόκης, χωρίς να ενδίδει μέσα από το έργο του, στις διδακτικές νουθεσίες και τις απλουστευτικές ερμηνείες της στρατευμένης τέχνης, εντούτοις, μπροστά στα δίστρατα της ζωής του, ποτέ δεν απαρνήθηκε ούτε τη σαφή πολιτική του ταυτότητα, ούτε τη ρεαλιστική δυναμική μίας αφήγησης, η οποία δεν αφήνει τίποτε, κρυμμένο κάτω από το χαλί…

Απεναντίας, ο Κωνσταντίνος – Στέφανος πορεύτηκε, σ’ όλον τον βίο του, σαν ένας μοναχικός οδοιπόρος, αταλάντευτα αφοσιωμένος σε μία βιοθεωρία, σ’ ένα ανθρωπιστικό – κοινωνικό όραμα. Θεωρητικά, θα μπορούσε, ενδεχομένως, να διαλέξει τον εύπεπτο και προβλέψιμο δρόμο της πάμπλουτης φαμίλιας του, απολαμβάνοντας την αίγλη της κραταιής, οικογενειακής παράδοσης. Λεφτά, χλιδή, ασφάλεια, υπεροχή, καταξίωση, πολιτική, καριέρα, ισχύς, εξουσία. Κοντολογίς, μία εύκολη και γρήγορη ανέλιξη.

Αυτός, όμως, προσηλώθηκε στην κατάκτηση της γνώσης, σπούδασε σ’ ένα κάρο ξένα πανεπιστήμια, μίλησε και μετάφρασε άρτια 10 γλώσσες (5 ομιλούμενες και 5 νεκρές, από αρχαία Ελληνικά, έως και σανσκριτικά), μελέτησε τους επιφανέστερους διανοητές, ενώ παράλληλα, αποστράφηκε λόγω και έργω, τις σειρήνες του συστήματος και της εξουσίας. Εξάλλου, μέχρι το τραγικό τέλος – πέθανε στα 50 από καρκίνο, απόκληρος και ξεχασμένος – ο Θεοτόκης δεν απεμπόλησε, ούτε κατ’ ελάχιστο, την πίστη στο σοσιαλισμό, εφόσον για πολλούς οραματιστές της εποχής του, ο σοσιαλισμός φάνταζε – τηρουμένων των αναλογιών – ως το δικαιότερο σύστημα πολιτικής ανασυγκρότησης και κοινωνικής απελευθέρωσης. Πρωτίστως, σε ό,τι αφορούσε τους εξαθλιωμένους χωρικούς της Κερκυραϊκής υπαίθρου, από κοινού με τις γυναίκες, τις οποίες λάτρεψε και υπερασπίστηκε παθιασμένα, ακόμη κι όταν ήρθε σε αντιπαράθεση με τα κυρίαρχα, σεξιστικά στερεότυπα. Γι’ αυτό, και οι ρεαλιστικές, αλλά συνάμα τόσο ρομαντικές γραφές του, αυτήν την ανθρωπογεωγραφία ανέδειξαν, και με τα δικά της χρόνια προβλήματα καταπιάστηκαν. Ένας ολάκερος κόσμος, υπαρκτός, βιωμένος με περίσκεψη, και καθόλου διογκωμένος.

«Η Τιμή και το Χρήμα» ∙ το προαιώνιο δίπολο που διχάζει ανθρώπους και συνειδήσεις. Δύο κόσμοι αμφίρροποι, που ερίζουν αλληλοαναιρούμενοι. Μία αρχετυπική, τολμώ να πω, αντίθεση που διατρέχει εγκάρσια την Ιστορία, τον Πολιτισμό, τις κοινωνίες. Αρκεί, εδώ, να μην αρκεστούμε γι άλλη μία φορά, σε άγονες θεωρητικές καταβυθίσεις ή, έστω, σε μία αναμόχλευσή της ζωής του Κερκυραίου στοχαστή, μηρυκάζοντας παθητικά τις όποιες συνειδησιακές του επιλογές! (Εξάλλου, τα «μνημόσυνα» ποτέ τους δεν ωφέλησαν τους ζωντανούς, γιατί η μνήμη αποκτά νόημα, μόνο όταν απαντά στα σύγχρονα διλήμματα που εξακολουθούν να χάσκουν αδήριτα, και αναπάντητα.)

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η νουβέλα με τον φαινομενικά εξόφθαλμο τίτλο «Η Τιμή και το Χρήμα», αποδεικνύεται διαχρονική και συνάμα επίκαιρη, διότι δεν έρχεται, απλά και μόνο, για να ενσταλάξει τις συνήθεις «προτηγανισμένες» ερμηνείες που διευκολύνουν τη νωθρή μας «πέψη», αλλά κυρίως, για να διεγείρει ερωτήσεις και ενστάσεις, ενεργοποιώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, αντισώματα και μηχανισμούς αφύπνισης. Διλήμματα, φωνές, αντιφάσεις, επίμονες ερωτήσεις:

«Ποιον δρόμο διαλέγουμε και πόσο ένθερμα τον πιστεύουμε; Την Τιμή, το Χρήμα ή όπου φυσήξει ο άνεμος;»

«Τα παραπάνω ετερώνυμα τι αντιπροσωπεύουν για τη συνείδησή μας; Μέχρι πού είμαστε διατεθειμένοι να καταλήξουμε σε τούτη την εμφύλια διαμάχη; Τι είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε; Ποια ανταλλάγματα προσδοκούμε;»

«Ο συνάνθρωπος, πάλι, τι αντιπροσωπεύει για τις ζωές μας; Αξίζει; Πότε, αν και πόσο;»

Ερωτήσεις, φωνές, αντιφάσεις, διλήμματα. Σε μία διευρυμένη θεώρηση, ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης διαμεσολαβεί, για να στοχαστούμε ποιο είναι το μέτρο και το τίμημα της προσωπικής μας ελευθερίας. Με άλλα λόγια, μέχρι πού μπορούμε να το «τραβήξουμε», προκειμένου να δικαιώσουμε τις όποιες προσδοκίες μας.

Για όλα τα παραπάνω, καθώς και για άλλα τόσα, που η μυωπική μου όραση ούτε καν άγγιξε, πιστεύω πως «Η Τιμή και το χρήμα» κουβαλά στο σώμα της, μία εξαίσια ανθρώπινη σπορά. Και αυτό, γιατί, κατά βάθος, οι ήρωες της νουβέλας του Θεοτόκη γίνονται, μέσα από τα πάθη τους, σάρκα από μία σάρκα, η οποία ποτέ δεν κατέβηκε από το Σταυρό του Ανθρώπινου δράματος. Αντιθέτως, καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης, οι πρωταγωνιστές παραμένουν σαν ομοτράπεζοι αδελφοί, επί ενός κοινού θυσιαστηρίου. Περιμένουν δίπλα μας, αλλά σιωπηλοί και αγωνιούν. Κεντράρουν στα μάτια μας, και αδημονούν αν θ’ αναμετρηθούμε με τα θέλω και τα πρέπει μας.

Περσόνες, οικείες σε όλους μας… Ο μέθυσος πατέρας που κρύβει στο θολωμένο του μυαλό, έναν ασθενικό ήλιο. Η σχεδόν Προμηθεϊκή μάνα, σιόρα (κυρία) Επιστήμη – δίκαιη, αδέκαστη, και αποφασισμένη να θυσιάσει έως και τον ίδιο της τον εαυτό, για την ευτυχία των τέκνων της. Ο μνηστήρας Αντρέας, άβουλο φερέφωνο των πάσης φύσεως στερεότυπων. Οι κομπάρσοι του πλήθους, όλοι αυτοί που υποδύονται αδιαμαρτύρητα τους κομπάρσους του Βίου. Και, τέλος, η Ρήνη, αυτή η αρχετυπική γυναικεία φιγούρα, η οποία αμφιταλαντεύεται αιμορροούσα, ανάμεσα στον άσβεστο έρωτα και τη φωνή της συνείδησης. Ανάμεσα στο θέλω και το Υπάρχω. Ανάμεσα στη μαγνητική έλξη της ψυχής και τη σπάνια δύναμη της Αλήθειας και του Αυτοσεβασμού. Με μία όμως διαφορά, διόλου ευκαταφρόνητη.

Περιέργως – ακόμη και για τα δεδομένα της ελευθεριάζουσας, υποτίθεται, εποχής μας – ο Θεοτόκης αποδεικνύεται μακράν ρηξικέλευθος! Από τα πρόσωπα που συνθέτουν τον κορμό της αφήγησής του, οι πρωτοπόροι πρωταγωνιστές δεν είναι άντρες, αλλά γυναίκες. Που πρακτικά σημαίνει πως στην «Τιμή και το Χρήμα», οι άντρες φαντάζουν στα μάτια μας, «μοιραίοι και άβουλοι αντάμα», σαν υποστάσεις ασπόνδυλες. Σε αντίθεση με τις γυναίκες, οι οποίες ζουν, ερωτεύονται, αγωνίζονται, πάσχουν, ενδίδουν, πέφτουν, αλλά τελικά ορθώνονται, διεκδικούν και δικαιώνονται πλήρως.

Κάπου εδώ, η αυλαία του δράματος αρχίζει και κλείνει. Για όποιον διαβάσει τη νουβέλα, η λεπτομέρεια δεν περνά απαρατήρητη… Σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης, η φράση, που επαναλαμβάνεται εμφαντικά, σαν ένα litemotiv είναι ο αφορισμός: «Ανάθεμα τα τάλαρα». Έχοντας αυτή τη φράση σαν επίκεντρο, οι ήρωες της νουβέλας κινούνται φυγόκεντρα και κεντρομόλα. Απομακρύνονται, και μαγνητίζονται από την έλξη της Ύλης, αποδεικνύοντας έτσι την αδιαμφισβήτητη δύναμή της να εξουσιάζει τις ανθρώπινες Τύχες.

Τελικά, πάνω στον άξονα «Η Τιμή και το Χρήμα», μονάχα δύο γυναίκες φαίνεται πως καταφέρνουν ν’ αντιταχθούν στην καταναγκαστική κηδεμονία της Ύλης. Η πρώτη γυναίκα, το πράττει αταλάντευτα, σ’ όλη την επίπονη διαδρομή της. Η δεύτερη, το καταφέρνει, μετά από πολλά σκαμπανεβάσματα, μόλις στο τέλος του μύθου, αφού προηγουμένως διεκδικήσει την αξιοπρέπεια και τη χειραφέτησή της, με κόστος, όμως, βαρύ, για την ίδια και το αγέννητο βρέφος της.

Αυτό το καλοκαίρι – μέσα από τούτο εδώ το βήμα – πιστεύω ακράδαντα πως η «Η Τιμή και το Χρήμα» θα μπορούσε να γίνει μία εξαίσια συντροφιά για τα ηλιοβασιλέματά σας. Ύστερα, ποιος ξέρει; Κάπου εκεί, ανάμεσα στις αράδες του βιβλίου και τις τελευταίες αχτίδες του ήλιου, μπορεί και να δείτε τη μορφή μίας γυναίκας που κάποτε αποφάσισε μόνη της, και σε πείσμα των καιρών, να ορίσει την Τύχη του εαυτού και της αγάπης της.

Πριν απομακρυνθεί, είμαι σίγουρος πως θα βρείτε να της πείτε πολλά!

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Γιάννης Δημογιάννης

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Αφήστε Ένα Σχόλιο

18 − twelve =

Simple Share Buttons