Ο διάβολος κι ο σχοινοβάτης

1

Δούλευα σ’ ένα υπαίθριο μπαρ της Νάξου, τον Κήπο. Έμοιαζε λίγο μ’ εκείνον του Επίκουρου. Απολαμβάναμε τη ζωή και αμπελοφιλοσοφούσαμε.

Πότιζα τον πελάτες μου για να τους εκμαιεύσω ιστορίες. Οι συγγραφείς είναι ανήθικα άτομα, παντού βλέπουν κείμενα. Σε συνδυασμό με την ιδιότητα του οινοχόου γίνονται επικίνδυνοι.

Οι περισσότεροι ξεκινούσαν ν’ ανοίγονται μετά το τρίτο ποτό. Στο τέταρτο τα έλεγαν όλα, όσα δεν είχαν πει ούτε στον εξομολόγο τους. Όμως ο Ντέμιαν μάλλον δεν πήγαινε συχνά στην εκκλησία.

Πριν να πιει, πριν καν να παραγγείλει, μου έδωσε το χέρι του και συστήθηκε, στα ελληνικά με αμερικανική προφορά. “Με λένε Ντέμιαν. Δαμιανό δηλαδή.”

Σκέφτηκα ότι ήταν πολιτικός, αυτοί κάνουν χειραψίες όπου βρεθούν κι όπου σταθούν. Όμως ήταν κάτι χειρότερο… Πωλητής. Τότε δεν το ήξερα, αλλά δεν υπάρχει τίποτα πιο σατανικό από έναν πωλητή.

Μου είπε την ιστορία των προγόνων του πριν καν τελειώσει το πρώτο ποτό.

~~

Ο παππούς του ήταν απ’ τον Πόντο. Με τη γενοκτονία βρέθηκε στον Πειραιά κι από κει πήρε ένα πλοίο για Αγγλία. Σύντομα έφτασε στην Αμερική, τη γη των πωλητών. Δαιμόνιος ως Πόντιος έκανε μια μικρή περιουσία. Παντρεύτηκε μια Ιρλανδέζα, μετανάστρια κι εκείνη, αφού πρώτα εξωμότησε κι έγινε καθολικός.

“Θα μπορούσε να ‘χε γίνει και μουσουλμάνος ή σατανιστής”, μου είπε ο Ντέμιαν. “Δεν πίστευε σε τίποτα πέρα απ’ το χρήμα.”

Όποιος πιστεύει στο χρήμα συνήθως καταφέρνει να το συσσωρεύσει. Αλλά τα λεφτά δεν βοηθάνε όταν πέφτει πάνω σου ένα αμάξι. Σκοτώθηκε νέος, λίγο μετά τη γέννηση του μοναδικού του γιου -και πατέρα του Ντέμιαν.

Ο πατέρας ήταν διαφορετικός. Ξόδεψε όλη την περιουσία του σε λίγα χρόνια και μετά έβαλε ένα όπλο στο στόμα. Ο Ντέμιαν έμεινε ξεκρέμαστος.

“Δεκαπέντε χρονών παράτησα το σχολείο. Δεν μ’ ενδιέφερε να σπουδάσω και να κλειστώ σ’ ένα εργαστήριο. Ήθελα να βγάλω λεφτά.”
“Το γονίδιο του παππού;”
“Μάλλον”, είπε ο Ντέμιαν και ζήτησε το δεύτερο ποτό. “Έτσι έγινα πωλητής.”
“Τι πουλάς;”
“ΤΑ ΠΑΝΤΑ! Μπορώ να πουλήσω τα πάντα. Ξεκίνησα σε μαγαζί με συσκευές, ξέρεις, αυτές για το σπίτι.”
“Οικιακές.”
“Ναι. Αλλά δεν ήθελα να είμαι υπάλληλος. Δεν ήθελα να πουλάω τον χρόνο μου και το ταλέντο μου στους άλλους για να πλουτίζουν.”

~~

Στην αρχή πουλούσε Βίβλους πόρτα-πόρτα. Εφτάτομες, με σκληρό εξώφυλλο, με γκραβούρες και πίνακες. Η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν που πούλησε μία σ’ έναν Βιετναμέζο βουδιστή. Τον έπεισε -κι ίσως να είχε δίκιο- ότι αν ήθελε να προσαρμοστεί στη χριστιανική Αμερική έπρεπε να γνωρίζει τι πιστεύουν οι γείτονες του.

Μετά πέρασε στα μηχανήματα μαζικής εστίασης, στα παραϊατρικά, στα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα. Κατέληξε στα ακίνητα.

“Real estate its real money!”

Είχε πλέον περισσότερα χρήματα απ’ όσα έβγαλε ο παππούς του, αλλά τα χρήματα είναι σαν την κινέζικη παροιμία για το ποτό:
Ένα ποτήρι είναι λίγο.
Δύο είναι αρκετά.
Τρία είναι πολύ.
Τέσσερα είναι λίγο.

~~

“Όλο το θέμα της πώλησης”, μου είπε, “δεν είναι να βγάλεις λεφτά. Τα λεφτά έρχονται αν ακολουθήσεις τον σημαντικότερο κανόνα.”
“Κι αυτός είναι;” τον ρώτησα βάζοντας το τρίτο του ποτό.
“Κάνε τους ανθρώπους χαρούμενους!”

Δεν μπόρεσα να μη γελάσω.

“Χαρούμενοι επειδή αγόρασαν κάτι;”
“Μην το βλέπεις έτσι, είναι λάθος. Τους κάνεις χαρούμενους επειδή βελτιώθηκαν.”

~~

Η Πεντάτευχος της πώλησης, όπως μου την είπε ο Ντέμιαν, είναι η εξής:

1. Κάθε άνθρωπος θέλει να νιώθει ωραία.
2. Όταν αποκτάει κάτι που έχει ανάγκη νιώθει καλά.
3. Αλλά όταν αποκτάει κάτι που δεν έχει ανάγκη, τότε νιώθει καλύτερα.
4. Ο πωλητής πρέπει να πείσει τον αγοραστή να αποκτήσει ό,τι ποτέ δεν είχε φανταστεί πως ήθελε.
5. Ο πωλητής δεν πουλάει ανάγκες, πουλάει όνειρα.

~~

“Εσύ”, μου είπε ξαφνικά. “Τι πουλάς;”
“Ποτά.”

Ο Ντέμιαν γέλασε.

“Δεν είσαι αυτό που λες”, μου είπε. “Δουλεύεις εδώ, αλλά θες να γίνεις κάτι παραπάνω. Όλοι θέλουν να γίνουν κάτι παραπάνω. Τι θες να κάνεις; Πες αυτό που θες αλήθεια να κάνεις, αυτό που θα ήθελες να κάνεις.”

Είχα πιει κι εγώ. Κανείς εξομολόγος δεν είναι αναμάρτητος, κανείς μπάρμαν δεν είναι νηφάλιος. Έτσι του είπα.

“Συγγραφέας λοιπόν”, έκανε ο Ντέμιαν. “Τι πουλάς, ξέρεις;”
“Ιστορίες.”
“Bullshit. Ιστορίες πουλάνε οι ιστορικοί. Εσύ πουλάς όνειρα.”
“Δεν νομίζω”, του είπα. “Αν πουλάω κάτι όταν γράφω, τότε είναι… ο εαυτός μου.”
“Bullshit again. Κανείς δεν νοιάζεται για τον εαυτό σου.”
“Ευχαριστώ πολύ.”
“Αλήθεια είναι. Γιατί να νοιαστεί κάποιος για σένα;”
“Γιατί;”
(Με είχε ενοχλήσει ο τρόπος του. Έτσι μιλούσα κάπως κοφτά και ειρωνικά, που σίγουρα δεν ταίριαζε σ’ έναν μπάρμαν.)
“Γιατί μέσα απ’ αυτά που γράφεις, ο αναγνώστης μπορεί να ζήσει κάτι παραπάνω απ’ αυτά που ζει. Αν του δώσεις μια ιστορία που είναι σαν τη ζωή του θ’ αδιαφορήσει. Πρέπει να του δώσεις αυτό που ονειρεύεται να ζήσει.”
“Κι η αλήθεια;”

Γέλασε.
“Ποιος πουλάει την αλήθεια; Οι παπάδες; Οι πολιτικοί; Οι επαναστάτες; Οι φιλόσοφοι; Οι επιστήμονες; Όλοι πουλάνε ένα όνειρο. Οι παπάδες το όνειρο της μεταθανάτιας ζωής. Οι πολιτικοί το όνειρο μιας λίγο καλύτερης επίγειας ζωής. Οι επαναστάτες το όνειρο μιας ουτοπικής ζωής. Οι φιλόσοφοι το όνειρο μιας απίθανης ζωής. Οι επιστήμονες το όνειρο μιας ορθολογικής ζωής. Ακόμα κι αν πουλιόταν η αλήθεια ποιος θα την αγόραζε; Truth sells but who’s buing?”

~~

Δεν θέλω να γράψω περισσότερα για τον Ντέμιαν.

Δεν μου άρεσαν αυτά που έλεγε, αλλά τα ‘νιωθα να με χτυπάνε στα μηνίγγια.

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν κατάφερα να γίνω καλός πωλητής. Ακόμα κι όταν βρέθηκα να δουλεύω σε υπερκατάστημα ηλεκτρονικών συσκευών, προτίμησα να γίνω αποθηκάριος, παρότι θα κέρδιζα πολλά περισσότερα ως πωλητής.

~~

Ίσως να είχε δίκιο σε κάτι: Όλοι θέλουμε να πιστεύουμε στο όνειρο. Αλλά -εκεί διαφωνώ με τον Ντέμιαν- λίγοι ξέρουν να το πουλάνε.

Υπάρχουν πολλοί καλοί συγγραφείς, πολλοί καλοί τεχνίτες ξύλου, πολλοί πολιτικοί (χωρίς το καλοί).

“Όμως δεν αρκεί να φτιάξεις μια όμορφη καρέκλα. Αν δεν μπορείς να την πουλήσεις τότε δεν έχεις καταφέρει τίποτα.”
Αυτό το είπε ο Ντέμιαν, δείχνοντας τις καρέκλες του μπαρ.

Κι αν δεν μπορείς να πουλήσεις αυτό που φτιάχνεις τότε αναγκάζεσαι να πουλήσεις τον χρόνο σου, τον εαυτό σου, πολύ φτηνά συνήθως.

~~

Ο διάβολος είναι πωλητής κι ίσως να ‘ναι κι ο θεός το ίδιο. Ανταγωνίζονται για τις ψυχές.

Εμείς πασχίζουμε να μείνουμε άνθρωποι. Όμως η εντιμότητα δεν πληρώνει το νοίκι. Κι οι καλλιτέχνες δεν χορταίνουν με το χειροκρότημα.

Είναι σκληρός ο αγώνας, λεπτή η ισορροπία, κι όσοι δεν τα καταφέρνουν στις πωλήσεις σχοινοβατούν. Δίχτυ ασφαλείας δεν υπάρχει. Προσηλώνεσαι στο βήμα σου κι εύχεσαι να μην φυσήξει. Γιατί τότε δεν σε γλιτώνει τίποτα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΥΓ: Αυτή η ιστορία μοιάζει να είναι φανταστική. Όμως ο Ντέμιαν υπάρχει, τον συνάντησα πριν δεκατρία χρόνια στον Κήπο, κι ίσως τώρα να είναι συνέταιρος του Μπέζος ή σύμβουλος του Τραμπ. Ο διάβολος είναι πωλητής και πηγαίνει όπου πουλάνε.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Γελωτοποιός https://www.facebook.com/gelotopoios/

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Γελωτοποιός

Διαδικτυακό ψευδώνυμο ενός εγγονού της Πηνελόπης Δ. Μπλογοτέχνης και ελεύθερος στοχαστής, αυτοδίδακτος και άνεργος, αγνωστικιστής ένθεος, ανένταχτος και άνευ πεποιθήσεων. Πίνει μόνο κρασί.

1 Comment

  1. Pingback: Ο διάβολος κι ο σχοινοβάτης… « απέραντο γαλάζιο

Αφήστε Ένα Σχόλιο

thirteen + 1 =

Simple Share Buttons