Τα σπίτια

1

Από το Πρόβατο όχι Αρνί

“Το κάθε σπίτι σε πάει μέχρις ένα σημείο. Όχι παραπέρα. Παραπέρα σε πάει ένα άλλο σπίτι”.   (Ιωάννα Καρυστιάνη)

Κι όμως για κάποιους αυτό το άλλο σπίτι μπορεί να μην υπάρχει. Το ένα να είναι το νούμερό τους. Το πρώτο τους σπίτι, το ίδιο για όλη τους τη ζωή. Όχι κατακριτέο, αναφορά κάνω. Ένα σπίτι απ’ την αρχή ως το τέλος. Τα όρια της ζωής σου, τα όρια του σπιτιού σου. Ο χρόνος σου, ο χρόνος του. Γωνία τη γωνία του, πόρτα την πόρτα του, ξύλο το ξύλο του, όλα περπατημένα, όλα αγγιγμένα, όλα φιλί της αφής και ρίγος της επαφής. Και το παραπέρα; Δεν είμαστε όλοι για το παραπέρα; Είμαστε. Κατηγορηματικά είμαστε. Απλά για κάποιους το όριο μπαίνει μέσα στην σε διάρκεια εστία τους. Ο Ρουβίκωνάς τους διασχίζεται στα δωμάτια που τόσο καλά ξέρουν. Τις Ρώμες τους τις απειλούν σε διαδρομές που κάνουν από όταν θυμούνται τον εαυτό τους. Ιωάννα μου, ας διαφωνήσουμε. Δεν βγάζει πάντα σε άσχημες αλάνες μια κόντρα στο επίπεδο της σκέψης. Άσε με να σου πω για υπερβάσεις και πορείες ως την Μόρντορ ανθρώπων που κάπου στον κόσμο σφυρηλάτησαν ένα «εδώ είναι το σπίτι μου»!

«Τα σπίτια φυτρώνουν και αυτά σαν τα λουλούδια, μαραίνονται και αυτά με τα χρόνια. σαν τα λουλούδια. […] Μπαίνεις για πρώτη φορά  στο σπίτι σου αγκαλιά στα χέρια, μόλις γεννιέσαι. Βγαίνεις μετά, αγκαλιά στα χέρια…»   (Λίνα Νικολακοπούλου)

Δεν ήθελα να το πάω εκεί αλλά εκεί με πηγαίνουν τα κείμενά σας κυρίες μου. Αποποιούμαι την ευθύνης της θλίψης. Δεν είχα για ετούτο το κείμενο το θάνατο αλλά πώς να τον αγνοήσω; Ξεφεύγω επιδέξια του «παραπέρα σε πάει ένα άλλο σπίτι» (ποιο; ποιο σπίτι σε περνάει απέναντι;) της Καρυστιάνη αλλά από εδώ πώς να ξεφύγω; Στα χέρια μπαίνεις, λέει η Λίνα, στα χέρια βγαίνεις από το σπίτι σου. Τα χαμόγελα και τα φιλιά της πρώτης εισόδου, χρόνια μετά γίνονται κλάματα και ουρλιαχτά της τελευταίας εξόδου. Ανάσκελα τελευταία φορά βλέπεις το ταβάνι του, ξανασκέφτεσαι τη σκεπή που άφησες άφτιαχτη «κι ο χειμώνας πλησιάζει και τώρα ποιος θα την φτιάξει», περνάς απ’ την πόρτα, «τελικά δεν ήταν και τόσο ψηλή, κοντός ήμουν μάλλον και μου φαινόταν θεόρατη», βγαίνεις με τα πόδια πρώτα, το κεφάλι στο τέλος, «μα πόσοι ακόμη θα μπουν, πόσοι θα ακολουθήσουν την ίδια διαδρομή, ετούτο το σπίτι πόσους ακόμη θα αγκαλιάσει και πόσους ακόμη θα διώξει, τόσοι πριν από ‘μένα, τόσοι μετά, λουλούδια που φυτεύονται εδώ, που φυτρώνουν, που μοσχοβολάν, που ξεραίνονται, που πετιούνται από εδώ, η ιστορία μας ετούτο το σπίτι, η ιστορία του κόσμου, όλου του κόσμου ετούτο το σπίτι, το κάθε σπίτι»…

«Στα σπίτια που με φύλαξαν κανένας πια δεν μένει ξενοίκιαστα ρημάζουνε κι από το δρόμο μοιάζουνε κήποι παρατημένοι. […] …κι όσα καρφιά τους κάρφωσα όλα στον τοίχο τ’ άφησα σαν λάφυρα πολέμου.»  (Οδυσσέας Ιωάννου)

Κι ύστερα είναι τα καρφιά στους τοίχους τους. Η αφημένη μας μελαγχολία. Παίρνουμε τις εικόνες μας μαζί κι αφήνουμε πίσω στίγμα για το «δεν υπάρχω τους πια» τον τρόπο που τις κρεμούσαμε. Τα εγκαταλειμμένα λάφυρα πολέμου μας. Όχι απαξιώνοντάς τα. Κανείς μας δεν πολέμησε μόνο για τη δόξα. Μισθοφόροι σε κάθε μας ανάσα είμαστε. Δίνουμε-παίρνουμε. «Ποια ανιδιοτέλεια αγάπη μου; Την ψυχή μου έβαψα σ’ αυτούς τους τοίχους, την ψυχή του θα πάρω φεύγοντας! Μόνο τα καρφιά θα αφήσω»! Τα λάφυρα του «περάσαμε από εδώ». Η τελευταία κίνηση της ματαιοδοξίας μας. Ξενοίκιαστα θα μένουν, θα ερημώνουν, άνθρωπος δε θα τα ζητάει κι ενώ εμείς κάπου αλλού θα στήνουμε καρφιά, κάπου αλλού θα κρεμάμε τα χαμόγελά μας σε κάδρα και κάπου αλλού θα σκεφτόμαστε τα προηγούμενα ευθύγραμμα τμήματα της ζωής μας. Με κουκκίδες πάνω τους, με τελείες στις ενώσεις τους εκείνα τα καρφιά, εκείνα τα προηγούμενα σπίτια μας. «Κι αν νοικιαστούν, κι αν τα δει κάποιος, κι αν μια μέρα ένας σκεφτεί για μένα, ένας γράψει για μένα, ένας κλάψει για μένα απλά και μόνο αγγίζοντας τα; Κι αν μια μέρα ένας Κοντορεβυθούλης ακολουθήσει τα χαλίκια που του άφησα κι από τοίχο σε τοίχο, από πληγωμένη ταπετσαρία σε πληγωμένη ταπετσαρία φτάσει ως εμένα; Δε θα αξίζει και μια και δυο και πενήντα απλήρωτες μάχες αυτή μας η συνάντηση; Τούτο δεν είναι τα σπίτια εν τέλει; Η χρεοκοπία των ιδεών του λεγεωνάριου, η προφυλαγμένη συνεύρεση, το -σε διάρκεια- δυνάμει ρίζωμα εντός τους»;

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ένθετο του Νόστιμον Ήμαρ στον Δρόμο της Αριστεράς, τo Σάββατο 19.3.2017

Κάθε Σάββατο κυκλοφορεί στα περίπτερα το έντυπο Νόστιμον Ήμαρ ένθετο στον Δρόμο της Αριστεράς.

dromos-n

 

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Πρόβατο όχι αρνί & Ma[t]ita Colorata

Το Πρόβατο όχι Αρνί γεννήθηκε στη Λευκάδα. Έχει ένα σκυλάκι (τη Μάρκα) και μια χελώνα (την Κούλα). Η Ma[t]ita Colorata ζει στη Θεσσαλονίκη. Σχεδιάζει το χώρο κι αποδίδει ιστορίες με μορφές και χρώματα. Ο Ποντικός Μάρτιν γράφει την ιστορία τους και σχεδιάζει τη ζωή τους.

1 Comment

  1. Αννίτα on

    Η φωτογραφία είναι κλεμμένη -δική μου- αλλά χαλάλι..
    Το σπίτι που απεικονίζει βρίσκεται στις Κιτριές, έξω απ΄την Καλαμάτα, ένα μαγευτικό μέρος.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

nineteen − 2 =

Simple Share Buttons