« Στο μπόι των ονείρων μας… »

0

Από τον Πάνο Σείκιλο

Χρόνια πριν αποκτήσει κασιδιαρέους η Βουλή και δούμε στα χωριά μας μαύρες μπλούζες με την σβάστικα και το μαίανδρο, περπατούσαν στις δημοσιές άνθρωποι-θεριά, πο ‘καμαν πράξη την αλληλεγγύη. Άνθρωποι που έμελε να τα βάλουν με το χάρο και να νικήσουν, έντιμες γυναίκες και άνδρες που δεν τους λυγούσαν τα καθεστώτα. Είχες ανοιχτό το σπίτι σου στον άρρωστο; Ήσουν φίλος τους. Αδίκησες το γείτονά σου; Κάλλιο να ‘στεκες μακρυά τους. Καρδιές αδάμαστες, που δε λογάριασαν ποτέ το καμτσίκι του μπάτσου, ακόμα κι όταν κρεμιόταν στα δέντρα τους παρακολουθώντας, να δώσει ρεπόρτο στις αρχές. Αυτή είναι η άγνωστη ιστορία του Κωσταντή και της Μαριώς Γαρδικιώτη από το Βυθούνι. Και αυτή τη διήγηση δε θα μπορούσε να την αγνοήσει κανείς σε μια βιογραφία…

 

Χτισμένο λίγα χιλιόμετρα έξω από την πρωτεύουσα του νομού Ηλείας, το Βυθούνι βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ποτάμια: Αυτό της Βόκας, που ποτίζει, δεκαετίες τώρα, τα περιβόλια των χωριανών και τον Ιόρδανο με το γραφικό γεφύρι, που ενώνει τον οικισμό με την Βροντίτσα και τους Αγίους Αναργύρους. Σε αυτό το χωριό έμελε να μετοικήσει η νεαρή Μαριώ Γαρδικιώτη, ένεκα των εποχών.\

 

Γεννημένη στο Μαυροχώρι Αρκαδίας το 1927, συνήθισε από νωρίς στις κακουχίες της ζωής ενός εσωτερικού πρόσφυγα πολέμου. Κόρη φτωχού χτίστη-καλλιεργητή, βίωσε τα παιδικά της χρόνια χωρίς ούτε τις στοιχειώδεις για την εποχή της ανέσεις. Η οικογένειά της αναγκάστηκε σταδιακά να εγκαταλείψει τον τόπο της, στοιχειωμένη από τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο της χώρας:

 

«Όταν έφτασα στην πέμπτη τάξη, ήρθε ένας αδερφός της μάνας μου από τον Πύργο, ονόματι Παναγιώτης Κιετζής και έκατσα εκεί στην πόλη. Εκεί συνέχισα μέχρι την έκτη τάξη, ώσπου έβγαλα το απολυτήριο. Έπειτα βέβαια έφερε και τα άλλα αδέρφια μου από το χωριό, όταν ήρθε η 9η και έκαψε όλη τη Γορτυνία…»

 

Δεν είναι η πρώτη φορά που πρωτογενής πηγή, τα χείλια ενός ανθρώπου, αναφέρουν την 9η γερμανική μεραρχία τεθωρακισμένων αρμάτων τύπου πάντσερ. Υπαγόταν στο 40ό (XL) Σώμα Πάντσερ (Τεθωρακισμένο Σώμα Στρατού), υπό τον Αντιστράτηγο Γκέοργκ Στούμμε (Georg Stumme). Η βιαιότητα και οι θηριωδίες της σε βάρος ανθρώπων, ζώων και περιουσιών άφησαν εποχή. Αυτό το βαθιά χαραγμένο βίωμα, πυροδότησε την ψυχή της Μαριώς Γαρδικιώτη να μπει στο μεγάλο αγώνα του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, από μαθήτρια ακόμα. Γεγονός που θα της στοίχιζε την ασφάλεια της ήρεμης, διακριτικής ζωής, σε επόμενους άστατους καιρούς, όταν η χώρα θα ‘μπαινε για πολλοστή φορά στο γύψο.

 

«Το φαγητό μαγειρεύτηκε, να πάτε να φάτε…»

 

Πρώτο εικοσιτετράωρο του πραξικοπήματος του 1967 και τα μαντάτα συζητιούνται στα καφενεία του Πύργου. Ο απόγονος του αλλοτινού οπλαρχηγού Κωσταντής Γαρδικιώτης δεν το σκέφτεται περισσότερο. Βάζει μπρος το δίχως άλλο για το χωριό. Επόμενη στάση, το σχολείο. Χτυπά το τζάμι, ο δάσκαλος ότι έκανε το διάλειμμα. Άνθρωπος απόλυτος, δεξιών φρονημάτων, φρόντιζε να δείχνεται μέχρι και στο βάδισμά του.

 

– Το φαγητό μαγειρεύτηκε, να πάτε να φάτε…

 

Η ανοδική πορεία της Αριστεράς και τα αυξητικά ποσοστά που θα επιδείκνυε στις επερχόμενες εκλογές του Μάη είχαν θορυβήσει πολύ κόσμο, που φορώντας το μανδύα θεσμών και ρόλων όπως ο δάσκαλος, φρόντιζαν να προπαγανδίζουν την επαπειλούμενη επικράτηση των κομμουνιστοσυμμοριτών, ως και στα μικρά παιδιά!

 

– Τι έκαναν μωρέ Κωσταντή αυτοί; Σαράντα χρόνια πίσω θα μας πάνε… Σαράντα χρόνια πίσω.

 

Από τις λίγες φορές που ο δάσκαλος μίλησε με ειλικρίνεια.

 

Τελευταία και κρισιμότερη στάση, το σπίτι του, λίγο πάνω από τον κεντρικό δρόμο. Γνώριζε από μικρό παιδί, τί συνήθιζαν να κάνουν τα καθεστώτα και το πρώτο που θέλησε να κάνει, ήταν να εξαφανίσει στοιχεία.

 

– Μαρία, βάλε μια μεγάλη φωτιά έξω στο χώμα. Γρήγορα, έλα!

 

Σε λίγη ώρα, είχαν γίνει παρανάλωμα του πυρός ένα τσουβάλι βιβλία. Σοπενχάουερ, Μαξ Νορντάου -ως το θάνατό του τα Κατά Συνθήκην Ψεύδη ήταν το αγαπημένο του βιβλίο- Καζαντζάκης, Καβάφης και ένα μάτσο σφραγισμένοι φάκελοι που ποτέ δεν ανοίχτηκαν. Φλογερές λέξεις ανθρώπων του πνεύματος μαζί με κλειστές σημειώσεις και έγγραφα, ικανά πειστήρια για τους φασίστες καθεστωτικούς να τον στείλουν στην εξορία μια για πάντα.  

Μαθημένοι από τη μυστικοπάθεια της εποχής μεταξύ έμπιστων συνανθρώπων, ο Κωσταντής κι η Μαριώ έκαναν αυτό που ήξεραν. Να κρύβουν τη ζωή τους. Όμως η συνήθης για εκείνους ζωή στους αγρούς δε στάθηκε αρκετή κατά πως φαίνεται, να πείσει τα κάθε λογής τσιράκια του καθεστώτος, ότι η οικογένεια του Κωσταντή διατελεί βίο εναρμονισμένο με τις αξίες των δολοφόνων πραξικοπηματιών.

 

Την ίδια περίοδο που ναζί εγκληματίες πολέμου, παρέα με άβουλα πιόνια της χάρτινης φιέστας του τσολιά και της πλαστής φαντασμαγορίας του φαντάρου κοσμούσαν τα θεωρεία του Καλλιμάρμαρου στις γιορτές της «επαναστάσεως», η ωμή κατασκοπεία και το χαφιεδιλίκι έδιναν κι έπαιρναν έξω από την πόρτα του αγροτοσυνδικαλιστή Γαρδικιώτη. Χίτες σε ώριμη ηλικία, απόγονοι «αγανακτισμένων» με τους αντάρτες ταγματασφαλιτών -οι μισοί από δαύτους διορίστηκαν στην αστυνομία από το μεταπολιτευτικό καθεστώς Καραμανλή- όλοι συνεπείς στο ρόλο τους. Από το σούρουπο ως το ξημέρωμα, τα δέντρα γύρω απ’ το παλιό πέτρινο σπίτι στα Γαρδικιωτέικα γέμιζαν προδότες, που πρόθυμα κατέδιδαν με κάθε λεπτομέρεια τις προσωπικές στιγμές της οικογένειας, κι ό,τι άλλο μπορούσε να δει το σιχαμένο, σαδιστικό μάτι τους από το παράθυρο. Όμως η οικογένεια φυλαγόταν. Δεν είναι λίγες οι φορές που η κυρά φώναζε με δήθεν αφελές ύφος: «Άκου πώς κάνει το σκυλί, ο Αράπης… Πάλι έχουμε παρέα…» Όμως το αυτί του χαφιέ δεν ίδρωνε…

 

«Να τους πάρεις μαζί σου!»

 

Απόγευμα. Ο υπόκωφος ήχος της πράσινης, σιδερένιας πόρτας διακόπτει απότομα τις λίγες, μυστικές στιγμές του Κωσταντή Γαρδικιώτη στο σπίτι· τον τελευταίο καιρό κοιμόταν στα κτήματα, ο κλοιός είχε στενέψει. Ήξερε, το κακό πλησίαζε. Ανοίγοντας την πόρτα, ο σύντροφος από τις μέρες των πύρινων καταγγελτικών λόγων στις πλατείες, τον τραβά έξω σαν να ‘θελε κάτι να προφτάσει.

 

– Πάρτο Κωσταντή, πάρτο!

Μουδιασμένος, ούτε κατάλαβε το πώς ο έμπιστος φίλος έχωσε στην παλάμη του το παλιό περίστροφο.

– Πάρτο σου λέω! Αν σου βαρέσουν όλοι αυτοί την πόρτα, δε θα ‘ναι για καλό. Αν σου χτυπήσουν, βγες και ξεκίνα να πυροβολάς. Να τους πάρεις μαζί σου…

Το πού έκρυβε τόσα χρόνια ο κυρ Κωσταντής το περίστροφο, ήταν ένα μυστικό που πήρε μαζί του στον τάφο. Όσες φορές κι αν επέμενες να μάθεις, δε σου ‘λεγε. Ωστόσο είναι τραγική και αστεία συνάμα η μορφή της κόρης του, τα χρόνια που οι χαφιέδες συνέχιζαν να κρύβονται στα δέντρα του σπιτιού, όταν προσποιούταν ότι έβαζε κραγιόν στα χείλη της ως μικρή κυρία, χρησιμοποιώντας σαν παιχνίδι… τις καλογυαλισμένες σφαίρες του κρυμμένου περίστροφου!

Σαν από θαύμα γλίτωσε την εξορία ο κυρ Κωσταντής κι αυτό είναι κάτι που η οικογένεια πιστώνει στους ειλικρινείς δεσμούς φιλίας του με ανθρώπους υπέρ άνω πάσης υποψίας. Δεσμοί φιλίας που γλίτωσαν την οικογένεια από το βάσανο του μισεμού και του θανάτου. Η μοίρα θα του ‘δινε πολλά ακόμα χρόνια ζωής κι όχι μάταια.

Ο αγωνιστής που φρόντιζε να είναι πάντα παρών στις επετείους του Κιλελέρ εκπροσωπώντας την αγροτιά, είχε πολλά να δώσει στο λαό και τον τόπο του. Οι χωριανοί του τον ανέδειξαν για δώδεκα χρόνια πρόεδρο της Κοινότητας. Ένας αδέκαστος, έντιμος αγωνιστής, ο μακροβιότερος πρόεδρος στα χρονικά της περιοχής.

Ο Κωσταντής και η Μαριώ Γαρδικιώτη αποτελούν στις μέρες μας τρανή απόδειξη, ότι ο τίμιος αγώνας του άγνωστου συνανθρώπου μας δε χωρά σε στεγανά στημένων ευημεριών και παρωχημένων συνειδήσεων. Ότι η έντιμη κι αδάμαστη ψυχή, πιστή στις αξίες τις ελευθερίας και της δικαιοσύνης, φέρνει τη ζωή «στο μπόι των ονείρων μας, στο μπόι των ανθρώπων». Με όποιον τρόπο κι αν τερματιστεί αυτή η ζωή.

 

*Στον Χ. Β.

 

Πάνος Σείκιλος, για το Νόστιμον ήμαρ.

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

14 + nineteen =

Simple Share Buttons