Σταύρος Τσιώλης – Βάσος Γεώργας: ”Ωραίο πράγμα ο έρωτας, άμα τη γλιτώσεις!”

0

 

tsiolis-giorgas

Συνέντευξη στο Νόστιμον Ήμαρ

Σάββατο μεσημέρι κι ο Νίκος Νικήτογλου, ο Θωμάς Γιούργας και η Μαρία Παρέντη συναντούν τον Σταύρο Τσιώλη και τον Βάσο Γεώργα στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη, για μια συνέντευξη που τελικά έγινε πολύωρος καφές. Θα προσπαθήσουμε να σας μεταφέρουμε όσο το δυνατόν καλύτερα τη ζεστασιά των ανθρώπων αυτών σε λίγες γραμμές.

Ν.Η:Πείτε μας λίγα λόγια για την ταινία που ετοιμάζετε.

Σταύρος Τσιώλης: Εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να διαβάσω την περίληψη, αν και Βάσο η περίληψη είναι παραπλανητική.

Βάσος Γεώργας: Ε, και τι θες; Να περιμένουν τα παιδιά έξι μήνες να βγει η ταινία;

Σ.Τ: Η ταινία είναι ένα ”ακίνητο road movie”. Άλλοτε παίρναμε τους πρωταγωνιστές μας και γυρνούσαμε, άλλοτε στην Πελοπόννησο , άλλοτε στη Μακεδονία. Αυτό είναι στο δρόμο. Οι πρωταγωνιστές είναι ακίνητοι σε ένα χώρο και περνάει η ζωή. Δεν είναι road movie ανάποδα λοιπόν; Κυρίως εμείς πονηρά ρίχνουμε το βάρος στις γυναίκες, στους χαρακτήρες τους που περιγράφονται και δεν ξέρω αν ολοκληρώνονται, αλλά σίγουρα αφήνουν κ’ατι. Δηλαδή δεν είναι ψεύτικος ο τίτλος , είναι ολότελα αληθινός.

Ν.Η: Για αυτό έχουν ενεργητικό ρόλο ακόμη και στον τίτλο οι γυναίκες, ενώ πριν περίμεναν, τώρα περνάνε από ‘κει.

Σ.Τ: Στις προηγούμενές μου ταινίες οι γυναίκες απουσίαζαν, αλλά έπαιζαν πολύ μεγάλο ρόλο, η ύπαρξή τους και μόνο κινούσε το σύμπαν.Τι με φόβιζε θα μου πεις και τις άφηνα στο πίσω μέρος της αυλαίας; Ε, η γυναίκα παιδιά, Βάσο να το πω αυτό; Πιστεύω ότι η γυναίκα είναι πάνω από ‘μας, η τέλεια δημιουργία κι αυτή που χρειάζεται η φύση και η ζωή είναι η γυναίκα δεν είμαστε εμείς. Όλο πόλεμοι, όλο άντρες, ενώ οι γυναίκες πανέμορφα πλάσματα που αγωνιούν. Πώς πουλούν , σκοτώνουν και βιάζουν αυτό το μεγαλείο που λέγεται ”γυναίκα”; Είναι αυτές που συντηρούν και διαιωνίζουν τη ζωή. Τι κάνουμε εμείς; Μόνο να σκοτώνουμε ξέρουμε.

B.Γ : Ε, καμιά φορά μας βρίσκουν και μας σκοτωμένους από τις γυναίκες σε κανένα καταψύκτη (γέλια)

Σ.Τ: Πρέπει να υπάρχει και μια ισοπαλία!

Β.Γ : Ωραίο πράγμα ο έρωτας , άμα τη γλιτώσεις!

Ν.Η:Βλέποντας τις προηγούμενες σας ταινίες δε νιώσαμε να μας παίρνει κανείς από το χέρι και να καθοδηγεί τη σκέψη, είναι σαν να διαβάζεις Καμί ή να βλέπεις Κισλόφσκι.

B.Γ: Oύτε το ένα, ούτε το άλλο είναι. Είναι Τσιώλης.

Σ.Τ: Περιέργως όμως η ταινία ξεκίνησε από το Βάσο.Εγώ είχα παραιτηθεί πια, λέω έφτασα 78 χρονών τώρα να κάτσουμε να κάνουμε ταινίες; Μου λέει ο Βάσος, δεν είσαι με τα καλά σου, χρωστάς στις γυναίκες το τρίτο και τελευταίο μέρος, πρέπει να τελειώσεις την τριλογία. Έτσι ξεκινήσαμε και φτιάξαμε ένα σενάριο και βρήκαμε και τον τίτλο.”Παρακαλώ γυναίκες μην κλαίτε”, ”Ας περιμένουν οι γυναίκες” και τώρα έρχεται το ”Γυναίκες που περάσατε από ‘δω”.

Ν.Η : Το β πληθυντικό μαρτυρά απεύθυνση, θα δούμε τις γυναίκες να πρωταγωνιστούν;

Σ.Τ: Ναι και βγαίνει ακριβώς μέσα από την ταινία ο τίτλος. Η χαρά μας είναι ότι στη διανομή έχουμε εκπληκτικούς ηθοποιούς. (ρωτάει το Βάσο για να πει τα ονόματα, οι δυο τους συνεννοούνται με τα μάτια, με ένα νεύμα). Έχουμε την Αθηνά Μαξίμου, έχουμε μια γυναίκα η οποία αυτή τη στιγμή στο Θέατρο Τέχνης κάνει τον ωραιότερο ρόλο της χρονιάς, την Κωνσταντία Τάκαλου, έχουμε τη Λένα Παπαληγούρα, τον Τάκη Χρυσικάκο που θα κάνει έναν πολύ όμορφο ρόλο και οι κεντρικοί ήρωες που θα ενσαρκωθούν από τον Αργύρη Ξάφη και το Γιάννη Παπαζήση. Φωτογραφία θα κάνει ο Βασίλης Καψούρος με τον οποίο έχουμε κάνει μαζί ήδη οχτώ ταινίες και έχει μια παραξενιά, δεν κάνει ταινίες με άλλους σκηνοθέτες (γέλια). Με τον Βάσο ταιριάζουν πολύ, η φωτογραφία του έχει μια παράξενη ομορφιά,είναι σαν να μη διεκδικεί τίποτα σχεδόν παρά μόνο την ποίηση αυτού που βλέπει.Τον αγαπάμε και τον εμπιστευόμαστε πολύ. Μουσική θα γράψει -έχει αρχίσει ήδη να γράφει- ο Θάνος Ανεστόπουλους- σας το είπα εξ αρχής ότι σας έχω πολλές εκπλήξεις αγαπημένα μου παιδιά.

N.Η : Ο Αργύρης ο Μπακιρτζής;

Σ.Τ: Ναι, αλλά κρατάμε ένα μυστικό και με τον Αργύρη και με άλλους τρεις ρόλους.

B.Γ: Η ταινία δε θα μοιάζει με τις προηγούμενες. Μέχρι τώρα ο Σταύρος δούλευε με ερασιτέχνες ηθοποιούς. Τώρα εδώ θα έχει επαγγελματίες. Θα είναι η πιο ώριμη και μεστή ταινία του κατά τη γνώμη μου. Θα είναι το επισφράγισμα όσων είπε με τις προηγούμενες.

Σ.Τ: Η ταινία είναι 50% του Βάσου κι αυτό θα το καταλάβετε ακόμη κι από αυτή μας την κουβέντα εδώ σήμερα. Ο Βάσος από αγάπη κι από ευγένεια λέει για μένα κι επειδή εγώ είμαι πολύ μεγαλύτερος. Η ταινία δεν είναι μόνο του Τσιώλη και χαίρομαι πάρα πολύ για αυτό. Με έναν άνθρωπο νεώτερό μου που έχει τεράστια αγάπη και γνώση για τον κινηματογράφο χαίρομαι να δουλεύω. Ο Βάσος χρόνια τώρα ‘ήταν ο άνθρωπος που πήγαινε στις Κάννες για να διαλέξει ποιες ταινίες θα έρθουν στην Ελλάδα, με κάθε προσωπικό κόστος και οικονομικό ρίσκο. Έφερε σκηνοθέτες που αν δεν ήταν εκείνος δε θα τους γνώριζε ποτέ το ελληνικό κοινό. Πώς να του παραβγώ; Έχουμε έπειτα κι άλλο ένα κοινό. Εγώ δούλεψα οχτώ χρόνια βοηθός του Γιάννη Δαλιανίδη , ύστερα πέρασα στη σκηνοθεσία και βοηθός του πια έγινε ο Βάσος , που ήταν για χρόνια βοηθός του Κώστα Καραγιάννη. Όπως βλέπετε προερχόμαστε από τον εμπορικό χώρο, αυτόν που επιβίωνε μόνο με το εισιτήριο του κοινού. Σήμερα, είναι αλλιώς τα πράγματα. Απομακρύνθηκε το κοινό από μας κι όχι εμείς από το κοινό. Μπορώ να σας μετρήσω πάνω από 50 αριστουργηματικές ταινίες του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου τόσο απλές κι αληθινά όμορφες που τελικά δεν τις πλησίασε το κοινό. Αν ήταν αμερικάνικες θα είχαν ουρές.

Ν.Η : Σκηνοθετικά θα μπορούσατε να εντοπίσετε τα σημεία που σας φέρνουν κοντά, αλλά κι εκείνα στα οποία έχετε διαφορές;

Σ.Τ : Ο Βάσος θα σας μιλήσει για αυτά, θα πω μόνο ότι οι διαφορές είναι που μας φέρνουν κοντά.

Β.Γ : Δεν είναι μια εύκολη σχέση, είμαστε φίλοι 15 χρόνια. Στα 15 αυτά χρόνια τσακωνόμαστε δυο φορές τη μέρα (γελάει). Στο τέλος φεύγουμε και λέμε ”Άϊ… και..γεια χαρά” και το βράδυ πάλι είμαστε φιλιωμένοι. Κανένας γάμος δεν είναι εύκολος, αλλά οι διαφορές πράγματι είναι αυτές που ενώνουν τους ανθρώπους και που τους οδηγούν σε εποχές πάρα πολύ δύσκολες όπως αυτές που ζούμε, να παίρνουν ένα τέτοιο ρίσκο για την ολοκλήρωση μιας ταινίας που κατά την κοινή λογική θα ήταν σχεδόν αδύνατο να πραγματοποιηθεί.

N.H : ΤΟ crowdfunding συνεχίζεται;

Β.Σ: Συνεχίζεται, δεν πάει πάρα πολύ καλά , αλλά συνεχίζεται.Έχουνε μπει περίπου 2,5 εκατ άνθρωποι και λίγοι έχουν καταθέσει.

Σ.Τ: Βέβαια, αν θέλετε να βαθύνουμε λίγο στην ταινία, ο Βάσος βλέπει ότι σε αυτή την ταινία κρυμμένα, κάτω στο υπόστρωμά της αγγίζεται και περιγράφεται η σημερινή κοινωνία και ο πόνος της. Βλέπει το πόσο στριμωγμένη κι αδιέξοδη είναι αυτή τη στιγμή, σχεδόν τη στερούν την ελπίδα. Αυτά τα βλέπει ο Βάσος, εγώ πάλι μέσα σε αυτό βλέπω μόνο την ελπίδα και τη χαρά. Γιατί; Γιατί πλημμυρίζει από γυναίκες, οι οποίες σε ένα βαθμό όλες είναι απελπισμένες στη σχέση τους με τον έρωτα. Θεωρώ παρόλα αυτά ότι αυτές είναι η χαρά του θεού, ξυπνάς μαζί τους το πρωί και χαίρεσαι που ζεις. Κάθε φορά που ως χειρώνακτας πλάθω το χαρακτήρα της καθεμίας βάζω τα κλάματα, τόσο με συγκινούν. Είναι λοιπόν δύο στοιχεία, η δική μου αισιοδοξία από τη μια και η οπτική του Βάσου από την άλλη, που σαν ποτάμι εμβαθύνει στον πόνο του σήμερα και ακουμπά τη σύγχρονη ζωή, αν τελικά θα δέσουν θα μας το πείτε εσείς.

Β.Γ: Είναι δύο άνθρωποι άνεργοι και κάνουν μεροκάματο, φυλάνε τσίλιες για να μην περάσει η αστυνομία, το ΙΚΑ , η εφορία. Οι εργάτες που κάνουν τη χειρωνακτική δουλειά είναι αλλοδαποί, μπροστά περνά μια διαδήλωση συνταξιούχων, όλοι οι άνθρωποι είναι απελπισμένοι και προσπαθούν να πιαστούν ο ένας από το χέρι του άλλου. Κάποιοι παίρνουν τις βαλίτσες τους και πάνε να φύγουν στο εξωτερικό, έχει λοιπόν η ταινία ή δεν έχει σχέση με αυτό που βιώνουμε ρε παιδιά;

tsiolis-group

Ν.Η : Υπάρχει κάποια υπόνοια για λύτρωση μέσα από τους χαρακτήρες;

Σ.Τ : Θα σας πει ο Βάσος όχι κι εγώ θα πω ναι!

Β.Γ : Υπάρχει μια υπόνοια για λύτρωση με την έννοια που είπα και πριν. Τον τελευταίο καιρό υπάρχουν πάρα πολλά παιδιά που μπουχτισμένα πάνε στα κοινωνικά δίκτυα, βάζουν κανένα τραγουδάκι και λένε ”βρε δε γαμιούνται όλα”. Ε, με αυτή την έννοια υπάρχει. Δηλαδή να πει προέχει η γαλήνη της ψυχής μου τελικά. Με άλλη έννοια ότι ο έρωτας ή μια γυναίκα ή ο πόθος σου για κάτι μπορεί να σε οδηγήσει σε λύτρωση αυτό για μένα δεν υπάρχει , καθώς δεν υπάρχει και στη ζωή. Κοιτάξτε γύρω σας και πείτε μου πόσα ζευγάρια ευτυχισμένα ξέρετε. Σήμερα όλοι περιμένοντας η κρίση να μας βγάλει τον καλύτερό μας εαυτό έχουμε διαψευστεί διότι η κρίση έχει βγάλει σε όλους μας το χειρότερο. Όλοι λέμε ‘δε με αφορά ο διπλανός, εγώ να βολευτώ”. Αυτό που συμβαίνει στη ζωή, συμβαίνει με κάποιο τρόπο λοιπόν και στην ταινία. Άσχετο αν οι πιο πολλοί μα ήρωες είναι ευγενικοί, Δον Κιχώτες που ονειρεύονται ότι θα φτιάξουν τη ζωή τη δική τους και κατ’επέκταση των άλλων. Είμαστε όλοι περιχαρακωμένοι σε ένα βαθμό. Επηρεαζόμαστε από ό,τι γίνεται γύρω μας. Δεν ομολογείται κάτι σε πρώτο πλάνο στην ταινία, μα το καταλαβαίνεις θεωρώ. Άνθρωποι ακόμη αγωνίζονται, αγωνιούν και βοηθούν, αλλά αυτή δυστυχώς δεν είναι η πλειοψηφία του κόσμου., υπάρχει και στην ταινία εκείνος που θυσιάζεται για το φίλο του. Αυτό όμως δεν το βλέπεις κάθε μέρα, είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Ν.Η: Έχει βιωματικά στοιχεία η ταινία από δικούς σας έρωτες;

Β.Γ : Του Σταύρου πολλά. Μην ξεχνάτε ότι οι περισσότεροι ήρωες είναι Πελοποννήσιες λέρες, αυτή του η καταγωγή τον ακολουθεί σε ό,τι κάνει και ό,τι σκέφτεται.

Ν.Η : Το στοιχείο της αγάπης και ο διαχωρισμός αυτής από τον έρωτα υπάρχει στην ταινία;

Σ.Τ : Και σε αυτή την ταινία – και χαίρομαι εγώ- μπορεί να είναι και η τελευταία μου- (ο Βάσος Γεώργας γελά και μας λέει να μην τον ακούμε) όλοι είναι βαθιά ερωτευμένα πρόσωπα πιστεύω.

Β.Γ : Είναι πολύ έντονο το στοιχείο της αγάπης, ναι. Αυτή κρατά δυο ανθρώπους μαζί, το σεξ σήμερα είναι πάρα πολύ εύκολο. Το βρίσκεις όπου κι αν γυρίσεις, αγάπη όμως πραγματική δε θα βρεις εύκολα. Υπάρχουν πολλές ιστορίες εδώ. Οι δύο κεντρικοί ήρωες στέκουν ακίνητοι εκεί που τους προστάζει το μεροκάματο το οποίο μετά από καιρό έχουν βρει, από μπροστά τους λοιπόν εκεί περνούν διάφορες ιστορίες. Δε μιλάμε δηλαδή απλώς για ένα road movie , αλλά για 7-8 ταυτόχρονα τα οποία περνάνε back and forward συνεχώς και μάλιστα 2-3 διπλώνουν, μαθαίνουμε δηλαδή κα την επιστροφή-εξέλιξή τους.

Ν.Η : Αν διαβάζατε μετά από 50 χρόνια ένα τίτλο εφημερίδας για την ταινία σας, πώς θα θέλατε να την έχουν περιγράψει;

Β.Γ: Ας τη δούμε πρώτα.

Σ.Τ: Νιώθουμε ίσως ακόμη ότι είναι άγνωστο το πού θα πάει η ταινία. Ένα βράδυ όμως που δεν κοιμήθηκα, ήταν δώδεκα και δε με έπαιρνε ο ύπνος σκέφτηκα όλη την ταινία και την είδα σαν γυρισμένη. Μου άρεσε στ’αλήθεια , αισθάνθηκα ότι ολοκληρώθηκε κάτι, έστω μικρό. Δεν είναι μια ταινία του Ταρκόφσκι αν και ο Βάσος λέει ότι είναι μια βαθύτατα ποιητική ταινία, ενώ το πρώτο μέρος της τριλογίας ήταν μια θρησκευόμενη ταινία, το δεύτερο μια ταινία βαθύτατα πολιτική, τώρα αυτήν τη θεωρεί ο Βάσος ποιητική. Είναι ένα επιστέγασμα ίσως μια φιλοσοφία ζωής. ”Εδώ που είμαστε τι κάνουμε” Και το ερώτημα αυτό αφήνεται να απαντηθεί ελευθέρως και διαφορετικά από τον καθένα μας. Αλλά αυτά τα λέει ο Βάσος. (γελάει).

B.Γ : Παιδιά, είναι οι γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή μας και είτε ήμασταν εκεί και δεν αντέξαμε , επειδή δεν μπορέσαμε να τις κρατήσουμε ή είναι οι γυναίκες που περάσανε από ‘κει και εμείς δεν ήμαστε εκεί. Ενώ λοιπόν μέσα στην ταινία θα υπάρχουν κάποιες εκπλήξεις πολιτικής αναφοράς , ατάκες πολιτικής αναφοράς όπως υπήρχαν στο ”Ας περιμένουν οι γυναίκες” δε θα υπάρχουν, αλλά θα είναι πολύ περισσότερο πολιτική ταινία στην ουσία της.

Σ.Τ : Μας φοβίζει λίγο το γεγονός ότι πολλά παιδιά , ιδιαίτερα τα νέα παιδιά,ανακαλύψανε το ”Ας περιμένουν οι γυναίκες” , γιατί αυτό έγινε το ανακαλύψανε δεν κάναμε κάτι εμείς για δυο χρόνια ήταν σε αφάνεια. (έκανε καλά εισιτήρια όταν βγήκε). Φοβάμαι λοιπόν ότι από δυο τρεις ερωτήσεις που μου κάνουν στο δρόμο πως τη θεωρούν μια απόλυτη συνέχεια της προηγούμενης.

Β.Γ : Λαϊκή ταινία θα είναι κι αυτή, θα υπάρχουν όλα τα στοιχεία που την κατατάσσουν εκεί, αλλά δε θα είναι ίδια, θα είναι πιο ωραία.

Ν.Η : Το λαϊκό τραγούδι είχε εξέχοντα ρόλο στις προηγούμενες ταινίες, θα το δούμε κι εδώ ;

Β.Γ : Δε γίνεται διαφορετικά., απλώς θα υπάρχει και ο Θάνος, ο οποίος μπορεί να είναι ροκ, αλλά είναι ο ίδιος λαϊκός άνθρωπος. Θα υπάρχει μέσα κι ο Ζαφείρης Μελάς, αλλά κι ένας τενόρος από τη Θεσσαλονίκη. Ας μη σας πούμε όμως άλλα, έχουμε πολλές εκπλήξεις και όσον αφορά τη μουσική.

Σ.Τ: Ο τρόπος με τον οποίο θα παρουσιαστεί ο Μπακιρτζής θα ρίξει την αίθουσα κάτω. Βάσο μη με αγριοκοιτάς δε λέω άλλα!!

Ν.Η : Με την ταινία ”Ας περιμένουν οι γυναίκες” μετακομίσατε από την αγαπημένη σας Πελοπόννησο στην επίσης αγαπημένη σας Μακεδονία, πιστεύετε ότι τελικά το κέντρο της Ελλάδας είναι αυτό που λέμε επαρχία;

Β.Γ : Επαρχία είναι η χώρα. Το ότι έχουμε πάθει όλη τύφλωση κι ασχολούμαστε με την Αθήνα είναι δικό μας σφάλμα. Οι σπουδαιότερες ταινίες του ελληνικού σινεμά είναι εκείνες που ασχολούνται με την επαρχία. Από τις ταινίες του Αγγελόπουλου , μέχρι το ”Αυτή η νύχτα μένει” , το ”Μέχρι το πλοίο” , το ”Όλα είναι δρόμος”. Κανείς δεν είναι Αθηναίος εκτός από δέκα οικογένειες που έχουν και το 80% του πλούτου.

Σ.Τ: Είναι αυτό που έλεγε ο Βακαλόπουλος, ότι η πραγματική ζωή είναι εκτός πραγματικότητος. Γιατί ο Χρήστος όταν πήγαμε στη Στεμνίτσα και πρωτοακούμπησε τους βοσκούς και τη φύση έπαθε σοκ. Ήταν τόσο ευτυχής, με αυτό που ανακάλυπτε, δεν μπορούσε να πιστέψει το μεγαλείο – μετά από λίγους μήνες πέθανε. Υπάρχει μια χαρακτηριστική σκηνή που δεν ήταν στο σενάριο. Εκεί που γυρίζουμε κατεβαίνει ένας βοσκός και λέει ”Ε τι είσαστε εσείς βρε, μήπως Θεοφάνης, καλωσήρθατε, τι μεγαλεία είναι αυτά” και τα χάνει ο Μπακιρτζής, αλλά του βάζει να πιει ουίσκι. Μετά πιάνει ο βοσκός ένα τραγούδι παιδιά μου, πώς να τον αφήσεις απ’έξω; Κι έτσι έγινε αυτή η σκηνή. Όλο μας έλεγε ιστορίες ο βοσκός, ήταν αριστερός και δε χώνευε το Θεοφάνη, που ήταν έμπορος και δεξιός, μα όταν τους βάλαμε στο τέλος να τραγουδήσουν μαζί ένα τραγούδι αγκαλιάστηκαν και το ‘παν. Όταν φεύγει το βανάκι κι ο βοσκός τους λέει ”Καλό δρόμο, να μου γράφεις Θεοδόση” αποτυπώνεται η έννοια της ιδιαίτερης πατρίδας, όταν την επισκέπτεται εκείνος που κατοικεί στην Αθήνα και η ψυχή που μένει πίσω στο χωριό. Αυτό είναι η επαρχία, αυτό κουβαλάμε.

Β.Γ : Τώρα σε αυτή την ταινία θα το γυρίσουμε στην Αθήνα γιατί μιλάμε για μια πολεοδομική παράβαση, άρα μιλάμε για την πρωτεύουσα της παράβασης. (γέλια). Η επόμενη ταινία που θα κάνουμε και δεν το ξέρει ακόμη ο Σταύρος, θα είναι δυο τύποι οι οποίοι γυρίζουν στα χωριά και παίζουν σινεμά στη δεκαετία του ’70. Αλλά ας τελειώσουμε με αυτήν και βλέπουμε.

Ν.Η : Γύρισαν άραγε στις γυναίκες τους ποτέ οι ήρωες σας;

Β.Γ : Ο Αντώνης σίγουρα δε γύρισε. Έφυγε ο Σάκης ο Μπουλάς και μαζί του έφυγε και ο ήρωας. Μπορείς να φανταστείς τι απέγινε ο ήρωας ,όταν πια ο Σάκης που τον ερμήνευσε δεν είναι κοντά μας; Όχι, πέθανε μαζί του. Κανείς μας δε ζει για πάντα , ούτε τα έργα. Είμεθα ο μέσος όρος. Στην ποίηση λέμε, βγαίνει ένας κάθε χίλια χρόνια. Ε, κανένας μας δεν είναι Ο ένας.

tsiolis

Ν.Η : Ποιος είναι ο ορισμός του έρωτα για εσάς;

Β.Γ : Ο έρωτας είναι όπως το να γράφεις, να τραγουδάς, να δημιουργείς γενικά, είναι η ύψιστη απόδειξη της αγάπης για τη ζωή, ο μόνος τρόπος για να ξορκίζεις το φόβο του θανάτου. Μακάριος όποιος γράφοντας ποιήματα για το θάνατο προσπαθεί να μαγκωθεί στη ζωή .

Ν.Η : Τελικά κάνετε ταινίες ή ντοκουμέντα;

Β.Γ : Άμα δεν ακούσετε το πώς μεγάλωσε ο Τσιώλης δεν μπορείτε να καταλάβετε τη δουλειά του. Μια ταινία έχει κάνει ο Τσιώλης , ακόμη και στη Φίνος Φιλμ, χωρίς να το καταλαβαίνει αντιγράφει το Θερβάντες. Αν δεις σε όλες τις ταινίες του, υπάρχει ένας Δον ΚΙχώτης κι ενας Σάντσο Πάντσα, ακόμη κι αν σε άλλες είναι πιο φανερό και σε άλλες θέλει δεύτερη ματιά. Αυτό είναι στη ζωή του κι ο Τσιώλης, ένας Δον Κιχώτης και χρειάζεται ένα Σάντσο Πάντσα. Είχε το Βακαλόπουλο, το έκανε. Τώρα προσπαθεί να βρει σε μένα έναν άλλο Σάντσο Πάντσα. Το ότι ο έργο του είναι λαϊκό, χειροποίητο, αμακιγιάριστο, αυτό περικλείει κι όλη την αυθεντικότητα της ζωής του. Έτσι λοιπόν, κατά μία έννοια μπορείς να δεις τη δουλειά του ακριβώς σαν ντοκουμέντο εποχής. Κάνει λαογραφικό κινηματογράφο αυθεντικά κι όχι με επιστημονικοφανή τρόπο. Δε θα βάλει το Ζαφείρη Μελά π.χ ο Σταύρος για να καταδείξει τι μουσική ακούει η επαρχία, αλλά θέλει να δείξει τι μουσική συγκινεί τον ίδιο. Είναι μια λαϊκόγραφική παρατήρηση της ζωής.

Σ.Τ: Κι έρχεται η κακομοίρα η ζωή και σου δείχνει και σου λέει τι να κάνεις. Κάθε φορά λέω θα κάνω κάτι άλλο, ένα μεγαλείο θα είναι το επόμενο κι όλο μου βγαίνει αλλιώς.

Ν.Η : Έχετε ερωτευτεί αρκετά στις ζωές σας;

Σ.Τ: Μια φορά αιώνια, από τα μαθητικά του χρόνια ερωτεύτηκε ο Βάσος μια γυναίκα εκπληκτική που τώρα ζει στη Γερμανία, αλλά της γράφει ποίηση ακόμα. Δε σημαίνει ότι δεν ερωτεύτηκε ξανά, αλλά έτσι ποτέ.

Β.Γ: Όσο μεγαλώνεις μεταλλάσσεσαι και βιώνεις ίσως αλλιώς και για αυτό και η ταινία αυτή θα είναι τελείως διαφορετική, καθώς γίνεται σε μια άλλη περίοδο της ζωής του Σταύρου. Μέχρι τώρα υπήρχε ο Χρήστος που σήμερα δεν υπάρχει και δε θέλαμε να μιμηθούμε ή να κλέψουμε κάτι από την αίγλη του. Αυτή θα είναι μια διαφορετική ταινία , η οποία θα συνεχίζει να λέει αυτά που έλεγαν και οι προηγούμενες , παραδεχόμενη την απώλεια του Χρήστου, στον οποίο και θα είναι αφιερωμένη.

Σ.Τ: Στον Μπάμπη Γκολέ (αυτό δεν το ξέρει ο Βάσος) και στο Χρήστο Βακαλόπουλο για την ακρίβεια.

Ν.Η: Πώς σας φάνηκε το κατέβασμα της παράστασης του εθνικού;

Β.Γ: Είναι πολύ υποκριτικό όλο αυτό από όλους και κυρίως είναι ντροπή μας να ανεχόμαστε ανθρώπους που μας απειλούν διαρκώς για τον τρόπο σκέψης κι έκφρασής μας. Δεν έχει κανένας το δικαίωμα παρέμβασής επ’ αυτών , είναι θεμελιώδης αρχή όχι δημοκρατίας, αλλά ανθρωπισμού. Ζούμε εποχές όπου συνωμοτούν δυνάμεις , οικογένειες και γελοίοι άνθρωποι τους οποίους έχουμε και μας εκπροσωπούν, οι οποίοι νομίζουν ότι τους φοβόμαστε και κουνούν το δαχτυλάκι τους θεωρώντας ότι τους ακολουθούμε. Εκφέρουν γνώμη για πράγματα για τα οποία δεν έχουν ιδέα. Δεν είναι μόνο οι πολιτικοί κύκλοι, αλλά και τα δελτία ειδήσεων. Έτσι όπως πάμε θα καταργήσουμε όλους τους αρχαίους τραγικούς , με τη δικαιολογία ότι διδάσκουν φόνους κι αιμομιξίες. Οι άνθρωποι που ζήτησαν να κατέβει το έργο , η δοκιμή αυτή ενός νέου ανθρώπου, δεικνύουν ότι ζούμε μαύρες εποχές. Η υποκρισία στο μέγιστο. Το νέο που ευαγγελίζεται η φιλελεύθερη παράταξη η οποία καιροφυλαχτεί για την εξουσία είναι να μας επιβάλει τη θέλησή της παντού. Θα φταίμε όλοι μας αν της το επιτρέψουμε.

Σ.Τ : Η πειραματική σκηνή είναι για τους νέους, μόνο εκεί θα το πραγματευτούν οι νέοι μας, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να τους διώξει από το ίδιο τους το σπίτι. Κράτησαν γενναία στάση όλοι οι συνεργάτες και η δημιουργός.

Ν.Η: Παλαιότερα όταν σας είχαν ρωτήσει για τον ΠΑΟΚ είχατε μιλήσει για την προσφυγιά του ’22. Ποιες οι σκέψεις σας για όσα συμβαίνουν σήμερα στο Αιγαίο;

Β.Γ: Αν μου λύσετε την απορία του τι είναι Ευρώπη και γιατί πρέπει να είμαστε εκεί τότε να συζητήσουμε. Δεν έχω καμία διαφορά με τον Ευρωπαίο πολίτη που κι αυτόν τον περιμένουν τα ίδια με μας αν δεν το έχει ζήσει ήδη, με το 5% που παίζει τις τύχες αθώων ανθρώπων έχω διαφορά. Φτάσαμε να ανακεφαλαιοποιούν οι συνταξιούχοι κι ο εργαζόμενος λαός τις τράπεζες. Δε θα με στενοχωρούσε να μπει στα αλήθεια ο Λαφαζάνης στο Νομισματοκοπείο και να πάρει όλα τα λεφτά. Υπάρχει και στην ταινία μια σκηνή- έκπληξη επ’ αυτού. Με το Σταύρο έχουμε τις ίδιες πολιτικές ανησυχίες, διαβάζουμε τα ίδια βιβλία, είμαστε ίδια ομάδα, στα επιμέρους διαφωνούμε.

Σ.Τ : Στην ταινία το θέμα του προσφυγικού δε θα το ακουμπήσουμε, δεν είναι θέμα που σηκώνει πασάλειμμα ή θα βουτήξεις στα βαθιά του ή δε θα το πιάσεις καθόλου. Αυτό θα έπρεπε να γίνει ντοκυμαντερ, να καθήσουμε ένα χρόνο ολόκληρο και μετά με ταπεινότητα και σοβαρότητα να το αποδώσουμε, δε σηκώνει ούτε αστεία ούτε προχειρότητες.

Ν.Η: Η περιβόητη ατάκα ”Διότι οι άνθρωποι δε συγχωρούν αυτούς που από έρωτα εκπέσανε” πώς προέκυψε;

Σ.Τ : Έχουμε κι εδώ μια φοβερή ατάκα ‘‘Η δολοφόνος αγάπη, αυτό το ζείδωρον αεράκι του έρωτα” που είναι η φράση ενός ανθρώπου που ετοιμάζεται να βάλει τέλος στη ζωή του μέσα στη θάλασσα, καθώς υποφέρει επειδή ερωτεύτηκε την κοπέλα που έχει ερωτευτεί κι ο φίλος του. Αυτοί που εκπέσανε υπάρχουν κι εδώ με έναν άλλο τρόπο λοιπόν. Όποιος ερωτευόταν κι εξέπιπτε δεν τον συγχωρούσαν οι άλλοι, ενώ τώρα δε συγχωρεί ο ίδιος τον εαυτό του. Τώρα πώς μου ήρθαν οι ατάκες δεν ξέρω, έπρεπε κάτι να πει ο ήρωας. Νιώθει και λέει. Ο λόγος ακόμη κι αν είναι ποιητικός, πρέπει να ειπωθεί λαϊκά.

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

sixteen + twelve =

Simple Share Buttons