Συνέντευξη με τον Θανάση Γκιούρα, καθηγητή πολιτικής θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

0

giouras

Στον Δημήτρη Κούλαλη για το Νόστιμον Ήμαρ

Ο Θανάσης Γκιούρας είναι ο μεταφραστής της επανέκδοσης του Κεφαλαίου του Καρλ Μαρξ που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ.

Η παρούσα έκδοση αποτελεί προϊόν συστηματικής και ενδελεχούς έρευνας. Θα θέλαμε να μας παρουσιάσετε ευσύνοπτα το χρονικό όλης αυτής της πορείας.

H βασική ανάγκη που έστρεψε εμένα και τους άλλους συναδέλφους που συνεργάστηκαν στο εγχείρημα αυτό, στη μετάφραση του κειμένου του Μαρξ -μιλώντας πάντα για τον πρώτο τόμο- ήταν ανάγκη διδακτική. Θέλαμε, δηλαδή  να χρησιμοποιήσουμε συγκεκριμένα κομμάτια του πρώτου τόμου στην πανεπιστημιακή διδασκαλία. Γύρω στο δεύτερο μισό του 2005- αρχές 2006, ωρίμασε, μέσα από αλλεπάλληλες συζητήσεις, η αντίληψη ότι  θα μπορούσαμε να πάμε σε μια συνολική μετάφραση του πρώτου τόμου. Για τον λόγο αυτό, ξεκίνησα αντίστοιχες  μελέτες, ενώ παράλληλα, άρχισαν οι επαφές με την Ακαδημία του Βερολίνου, η οποία σε ένα παράρτημά της είναι υπεύθυνη για την έκδοση των Απάντων, την περίφημη MEGA έκδοση του Μαρξ και του Ένγκελς. Η εν λόγω διαδικασία διήρκεσε 10 χρόνια, μέχρι την ολοκλήρωση της. Νομίζω ότι το αποτέλεσμα,  από περιεχομενικής και  τεχνικής άποψης , είναι κάτι το οποίο ανταποκρίνεται έως και στις αυστηρές απαιτήσεις του αναγνωστικού κοινού.

Πέραν  της διδακτικής ανάγκης, όπως αναφέρατε, τι είναι αυτό, ποια η κινητήρια δύναμη, που ωθεί κάποιον εν προκειμένω μια ομάδα επιστημόνων  να επανεκδώσει το «Κεφάλαιο»;

Κοιτάξτε, ένα μεγάλο μέρος της δικής μας εργασίας ως πανεπιστημιακών, διδασκάλων και ερευνητών, έχει να κάνει με τη διατύπωση ερωτημάτων. Ομολογώ ότι υπήρχε κι από πλευράς μου αρκετά μεγάλη περιέργεια στη διασαφήνιση προβλημάτων του κειμένου, της ανάλυσης του Μαρξ, τα οποία ήλπιζα ότι θα τα προσεγγίσω καλύτερα μέσα από την μετάφραση και την αντίστοιχη μελέτη της γραμματολογίας. Μέσα από αυτήν την διαδικασία,  ομολογώ ότι  βγήκα κερδισμένος. Και πάλι, όμως,  η βασική ανάγκη ήταν η διδασκαλία, πράγμα το οποίο ,πλέον, με ολόκληρο το κείμενο στα χέρια μας μένει να αποδειχθεί, καθώς- προφανώς- θα δοκιμασθεί ξανά στο μάθημα με αυτήν την τελική μορφή. Όσο μπορώ λοιπόν να μιλήσω για τον εαυτό μου, με προέτρεψε αυτή η «επαγγελματική νόσος», του να βάζεις συνεχώς ερωτήματα στο αντικείμενο σου προσπαθώντας να βρεις κάποιες οδούς απάντησης, όχι τελεσίδικης, αλλά  σε μια δυναμική οπτική.

Ο Μαρξ δεν πρότεινε απλά μια κοσμοεικόνα, ανέλυσε διεξοδικά τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, προτείνοντας την ανατροπή του. Στο θεωρητικό- φιλοσοφικό επίπεδο, τι ήταν αυτό που τον κατέστησε ως τον αναμορφωτή της στοχαστικής διαδικασίας;

Αυτή η ερώτηση θα μπορούσε να αποτελεί αντικείμενο συνεδρίου. Αυτό που κάνει ο Μαρξ, αν λάβουμε υπόψη κάποιες  αναζητήσεις της νεότητας του, είναι ότι παίρνει πάρα πολύ στα σοβαρά την έννοια της πραγματοποίησης. Πώς πραγματοποιείται, πώς αποκτά πραγματική υπόσταση ένα περιεχόμενο, το οποίο δεν είναι απλά θεωρησιακό, αλλά κυοφορείται στο πλαίσιο της εμπειρικής πραγματικότητας  και πρέπει να αναδειχτεί συνειδησιακά και πρακτικά, να αποκτήσει μορφή.  Αυτό είναι ένα βαθύ ερώτημα που τον  απασχολεί στη διατριβή του, σε ένα πεδίο  διαφορετικό από την κριτική της πολιτικής οικονομίας. Όταν  ανοίγει ο ορίζοντάς του το 1844, διαπιστώνει ότι για να εξηγήσω το σημερινό, να του δώσω νόημα, θα πρέπει να περάσω όχι πλέον μόνο από τη φιλοσοφία, την οποία γνωρίζει πολύ καλά, αν θεωρήσουμε ως κορύφωσή της το εγελιανό σύστημα, αλλά να χρησιμοποιήσω εργαλεία από το κατεξοχήν νεωτερικό επιστημονικό πεδίο της πολιτικής οικονομίας. Αυτή η διαπίστωση είναι πολύ σημαντική και μας δεσμεύει μέχρι σήμερα, ασχέτως αν, πλέον, η πολιτική οικονομία δεν διδάσκεται στην κλασική μορφή της, όπως  τον 19ο αιώνα.  Από εκεί και πέρα, η δική του ανάλυση, που στρέφεται στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, σημαίνει, σε σχέση με την πραγματοποίηση, ότι μπορεί κανείς να διαβάσει όλη αυτήν την κριτική της πολιτικής οικονομίας ως μια αναδίφηση προϋποθέσεων. Όχι μόνο  ως ένα θετικό, με την έννοια του περιεχομενικού, επιστημονικό έργο, του τύπου «θα δείξω πως λειτουργεί ένας κοινωνικός τρόπος παραγωγής», αλλά ως έρευνα μιας προϋπόθεσης για το χειραφετικό αίτημα, το οποίο δεν εγκαταλείπει ποτέ. Την πραγματοποίηση, εν ολίγοις, των δυνάμεων του απελευθερωμένου ανθρώπινου υποκειμένου, της ανθρώπινης προσωπικότητας,  μια αξία που δεν εγκατέλειψε ούτε ο «όψιμος» Μαρξ, ασχέτως αν δεν την φέρνει ρητά στο προσκήνιο.

Αυτό που μας δίνει σταδιακά, όχι τόσο στο Κεφάλαιο, αλλά στα κείμενα που το πλαισιώνουν, είναι μια κριτική της πολιτικής, με την έννοια ότι μας δίνει το μήνυμα πως, αν θέλετε να κάνετε πολιτική με σκοπό να αλλάξετε αυτήν την κοινωνία, θα πρέπει να γνωρίζετε σε ποιες κοινωνικές δυνάμεις θα απευθυνθείτε, ποια όρια θα θέσετε σε αμφισβήτηση και που θα στοχεύσετε με την πολιτική σας. Είναι  εφικτό να  γίνουν βελτιωτικές κινήσεις εντός του κεφαλαιοκρατικού  τρόπου παραγωγής, αλλά  θα πρέπει να γνωρίζει κανείς ότι στο “DNA” της κάθε βελτίωσης είναι προκαθορισμένη η ημερομηνία λήξης της. Οι απόπειρες βελτίωσης του  συστήματος, όχι της ανατροπής του, όταν θα φτάσει η ώρα να αποφασισθεί ποιος θα έχει πρωτοκαθεδρία, η αξιοποίηση του κεφαλαίου ή οι όποιες βελτιωτικές κινήσεις πολιτικής, δεν θα έχουν αίσιο αποτέλεσμα. Εδώ διατυπώνεται η μεγαλειώδης αντίληψη από τον Μαρξ, πως  σ’ αυτό το σημείο ακυρώνεται η πολιτική, καθώς πρέπει να εξυπηρετηθούν οι κεφαλαιακές ανάγκες, αν δεν προχωρήσει κανείς σε ένα αίτημα κοινωνικής ανατροπής. Είναι μια ανάγκη που προκύπτει συνεχώς από την λειτουργία των σύγχρονων κοινωνιών κι βλέπουμε ότι, εάν δεν λάβει υπόψη κανείς αυτό το αίτημα, τότε θα πρέπει να ανατρέξει προς υποστήριξη και νοηματοδότηση σε παλαιότερες αξίες, όπως συμβαίνει σήμερα με το έθνος και τη θρησκεία. Δεν πρόκειται για κάποια συνομωσία, αλλά για μια βαθειά νοηματική ανάγκη.

Για να συνοψίσουμε, ο Μαρξ δεν αρνείται τη φιλοσοφία, ούτε την κλασική γραμματεία, μιλάμε άλλωστε για άνθρωπο που διάβαζε Αισχύλο στο πρωτότυπο, αλλά απαιτεί από τον φιλόσοφο να του απαντήσει, πού θέλει να βασίσει το εκάστοτε φιλοσοφικό σύστημα, να απαντήσει στο ζήτημα της πραγματοποίησης του εκάστοτε φιλοσοφικού ιδεώδους.

Έχετε δηλώσει ότι η νέα μετάφραση «διαθέτει σε έναν τόμο καρπούς της πλέον πρόσφατης διεθνούς έρευνας». Μπορείτε να δώσετε κάποιο παράδειγμα, για να γίνει κατανοητή η διαφορά από τις προηγούμενες εκδόσεις του έργου στα ελληνικά;

Κάποιες γενικές παρατηρήσεις. Έχουμε να κάνουμε με την διάσωση των υφολογικών διαστάσεων του κειμένου, κάτι στο οποίο ο Μαρξ έδινε ιδιαίτερη έμφαση, όπως το λέει και στον Ένγκελς. Έχουμε διασώσει τους λογοτεχνικούς χαρακτήρες, τα διαφορετικά ύφη του κειμένου, υπάρχει μια υφολογική αναβάθμιση. Εξετάσαμε ξανά τις έννοιες, όχι απλώς τις έννοιες της πολιτικής οικονομίας (υπεραξία, σταθερό κεφάλαιο κ.ά), αλλά και τις φιλοσοφικές έννοιες του κειμένου. Μεγάλος θησαυρός βρίσκεται στα παραρτήματα καθώς δίνεται η δυνατότητα να διαβάσει κανείς, διαδοχικά ή εναλλάξ, την πρώτη και τις μετέπειτα εκδόσεις του Κεφαλαίου. Μεγάλο απόκτημα είναι οι σημειώσεις του 1871-72, που, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, μας δείχνουν πώς ο  Μαρξ περνά από την πρώτη στη δεύτερη έκδοση και πως ο ίδιος δομεί  το επιχείρημα του, εννοιολογικά και συντακτικά. Επίσης, έχουμε μια μεγάλη ανθολογία αποσπασμάτων από την γαλλική έκδοση, τα οποία δεν συμπεριλήφθηκαν σε καμία άλλη έκδοση.

Σε αντίθεση με τα σύγχρονα οικονομικά συγγράμματα, το « Κεφάλαιο» έχει «αναγνώριση ακόμη και από πεζογραφική σκοπιά». Τι είναι αυτό, κατά τη γνώμη σας, που καθιστά το μαρξικό έργο υπερβατικό, ακόμη και ως προς τα επιστημονικά όρια;

Προφανώς με τον όρο «υπερβατικό» εννοείτε ότι φεύγει από τον ορίζοντά του και μας μιλά μέχρι σήμερα.

Ναι, ακριβώς.

Κοιτάξτε, το ζήτημα αυτό του ορίζοντα είναι από τα πιο σημαντικά, ειδικά σε ένα κλασικό έργο. Είναι ένα θέμα που τίθεται στο χώρο της φιλοσοφίας πρωτίστως από τον Καντ. Αντίστοιχα, η δύναμη της μαρξικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας είναι ότι θέτει αυτόν καθ’ εαυτόν τον ορίζοντα που έχει μπροστά της ως αφετηρία, δηλαδή είναι  η ίδια η ιστορικότητα που μιλά μέσα από το έργο αυτό. Υπό αυτήν την έννοια, όσο υπάρχει αυτός ο ορίζοντας (ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής) ισχύει, είναι επίκαιρο το αντίστοιχο έργο, από την στιγμή που προσπαθεί να μας δείξει πως λειτουργεί αυτός ο τρόπος παραγωγής. Προφανώς, δεν ζούμε στον 19ο αιώνα, έχουμε φύγει από την στενή ιστορικότητα. Ωστόσο, παραμένει για εμάς η ευρύτερη ιστορικότητα, η νεωτερικότητα. Εμείς σήμερα καταλήγουμε στο  ότι, μπορούμε να εμβαθύνουμε ακόμη περισσότερο από αυτό που είχε δει ο Μαρξ, ως κάτι πιο ολοκληρωμένο  και σε διεθνείς διαστάσεις, στις μορφές του κεφαλαίου και στις μορφές του τρόπου ζωής που αυτό διαμορφώνει. Το Κεφάλαιο μάς απασχολεί ακόμη, επειδή εμείς βρισκόμαστε εντός του- είμαστε το αντικείμενό του.  Απ’ την άλλη, έχουμε να κάνουμε με ένα απαιτητικό, προκλητικό έργο, ακόμη και από τον τρόπο της σύνταξής του. Δεν πρόκειται για ένα μονολιθικό υφολογικό κατασκεύασμα, αλλά  για ένα έργο που ενσωματώνει παραδόσεις λόγου φιλοσοφικού, αυστηρά επιστημονικού καθώς και αφηγηματικού-λογοτεχνικού. Άρα, αυτό που κατασκευάζει ο «συγγραφέας» Μαρξ είναι ένας καθρέπτης, υφολογικός, γραμματολογικός  και  πεζογραφικός, ο οποίος ενσωματώνει την παράδοση της νεωτερικότητας, την μεγάλη ευρωπαϊκή παράδοση. Πρόκειται για έναν καθρέπτη που ισχύει και για εμάς σήμερα, που «έχει σπάσει» και προσπαθείς να βρεις τα κομμάτια του, τους τρόπους να αναπαραστήσεις την πραγματικότητα με δεσμευτικό τρόπο. Για αυτό το λόγο και πεζογραφικά έχει τύχει αναγνώρισης, ασχέτως αν σήμερα η κλασική παιδεία φθίνει, ως εργαλείο αναπαράστασης και απόδοσης των περιεχομένων της πραγματικότητας.

Το «Κεφάλαιο» έμεινε ανολοκλήρωτο. Πιστεύετε ότι  αυτή  η έκδοση θα μπορούσε να αποτελέσει τη θρυαλλίδα της ολοκλήρωσης του, ωθώντας κάποιον να καταπιαστεί και να το τελειοποιήσει , ή είναι ένα έργο που όσο υπάρχει καπιταλισμός θα μένει ατελές;

Δεν ξέρω αν οφείλει κάποιος να στραφεί σ’ αυτήν την λογική. Όντως, ο Μαρξ δεν ολοκλήρωσε το Κεφάλαιο. Από εκεί και πέρα, για όποιον προσπαθήσει να στρογγυλέψει τα κενά, ο  πρώτος που  το προσπάθησε ήταν ο Ένγκελς, δεν μπορούμε να εγγυηθούμε ότι θα έχει συνεχίσει τη σκέψη του Μαρξ, όπως θα το ήθελε ο ίδιος. Αυτή τη στιγμή έχουμε ένα πάρα πολύ μεγάλο υλικό για να εργαστούμε περαιτέρω. Δεν θα έλεγα ότι πρέπει να συνεχίσουμε το ίδιο το έργο του Μαρξ, αλλά να το επεκτείνουμε, κάτι που έχει γίνει στον 20ο αιώνα. Για όποιον ενδιαφέρεται να αναλύσει κριτικά αυτό που ονομάζουμε «κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής», κατ’ ανάγκη θα συνεχίσει κάποια πλευρά της μαρξικής επιχειρηματολογίας, βεβαίως με σύγχρονο υλικό Μπορούμε και οφείλουμε, σε μια περίοδο ήττας του εργατικού κινήματος,  να έχουμε, για παράδειγμα μια πολύ πιο διευρυμένη αντίληψη περί του χρηματοπιστωτικού συστήματος, περί του χρήματος ως πίστωσης, του εμπορικού κεφαλαίου και του ρόλου του. Έχουμε τέτοια έργα και στον ελλαδικό χώρο. Το Κεφάλαιο συνεχίζεται κάθε μέρα,  για όσους δεν εθελοτυφλούν.

Ερειδόμενοι στα προαναφερθέντα, καταλήγουμε στη φράση του προλόγου σας, ότι η ανάγνωση του «έργου αυτού εμφανίζεται ως πρόκληση και ‘’υποχρέωση’’ κάθε σκεπτόμενης γενιάς». Ωστόσο,  μπορείτε να εξηγήσετε  ποια, ακριβώς, η πρόκληση και ποια η «υποχρέωση» στην οποία αναφέρεστε;

Η πρόκληση για όποιον ενδιαφέρεται είναι διττή. Αφενός, να απαντήσει, ποιο είναι το βασικό νόημα της πραγματικότητας που μας περιβάλλει ή, για να το πω διαφορετικά, πού βρισκόμαστε και πού είμαστε. Δεν είναι μια εύκολη απάντηση, όσο κι αν ακούγεται απλοϊκή. Μέσα από το Κεφάλαιο μπορεί κάποιος να βρει απαντήσεις, οι οποίες μπορεί να μην είναι ροδαλές, να μην είναι χαρμόσυνες. Τονίζω και πάλι, όμως, αυτό ισχύει για όποιον ενδιαφέρεται. Αφετέρου, να αντιμετωπίσει ένα σύνθετο κριτικό επιχείρημα, να είναι συνεργαζόμενος αναγνώστης, όπως θα έλεγε κι ο Μαρξ,  που κοπιάζει και θέλει να μάθει κάτι καινούριο.

Τώρα, δέσμευση είναι ότι είσαι αναγκασμένος να δώσεις ένα νόημα απέναντι στον ιστορικό ορίζοντα στον οποίο βρίσκεσαι. Αν δεν το κάνεις, θα το κάνει άλλος για σένα. Δεν γίνεται να διάγεις βίο χωρίς να έχεις μια, έστω, αδρανή- σε βάση συνήθειας αναφορά σε κάποιο κέντρο, αξιακό ή νοηματοδοτικό. Οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι αυτό το νοηματοδοτικό κέντρο το κατέχουν. Αυτό, όμως, λέει ο Μαρξ, είναι μια φενάκη. Αυτή η φενάκη αποτελεί η ίδια μέρος της πραγματικότητας, η λεγόμενη ψευδής συνείδηση. Ο Μαρξ υποδεικνύει ένα τρόπο για να δούμε τις πραγματικές δομές νοηματοδότησης και λειτουργίας της πραγματικότητας που μας περιβάλλει. Αυτό προϋποθέτει, από την πλευρά της δέσμευσης, την θέληση να δει κάποιος  αυτού του είδους τις διαδικασίες ή αν προτιμά να μην το μάθει. Έχει τεράστια σημασία να το πεις αυτό, είναι το ελάχιστο που μπορεί να πει κανείς απέναντι στο Κεφάλαιο. Είναι πολύ σημαντικό να πεις ότι αρνούμαι να ακούσω για αδικίες και εκμεταλλεύσεις· ξέρεις, όμως, ότι υπάρχουν, οπότε αυτό μου αρκεί προσώρας. Είμαστε αναγκασμένοι, λοιπόν,  αφενός, από την ιδιοσυστασία μας να δώσουμε νόημα σ’ αυτό που κάνουμε, και αντίστοιχα, για όποιον καταπιάνεται μ’ αυτό, είμαστε υποχρεωμένοι να αντιπαρατεθούμε με ένα επιχείρημα, το οποίο σκοπεύει να καταδείξει τις βασικές δομές του πραγματικού περιεχομένου, του πραγματικού νοήματος για την σύγχρονη Ιστορία. Μπορείτε να το αντιμετωπίσετε; Αυτό είναι υποχρεωμένη να το απαντά κάθε νέα γενιά, είτε το θέλει, είτε όχι. Αν δεν το απαντήσει, θα το κάνει άλλος για αυτήν.

Η ανάγνωση του πρώτου τόμου κι εν γένει της μαρξιστικής ελεγείας, πιστεύετε ότι προϋποθέτει κάποια προγενέστερη επαφή με το συγκεκριμένο επιστημονικό είδος ή είναι προσιτή ακόμη και σε κάποιον μη «μυημένο»;

Αυτό το ερώτημα απασχολεί  το βιβλίο από τα γεννοφάσκια του. Σε πρώτη φάση, αυτό που απαιτείται είναι η πρόθεση του υποκειμένου να εξηγήσει την πραγματικότητα που τον περιβάλλει, με τρόπο, ο οποίος δεν ανάγεται σε εξηγήσεις του συρμού.  Η ερώτηση, σε τι βάθος μπορεί να εισχωρήσει στο αναγνωστικό κοινό το Κεφάλαιο, διατυπώθηκε καταρχάς από τον ίδιο τον  Ένγκελς, καθώς ήταν πεπεισμένος ότι βιβλία σαν αυτό πρέπει να ασκούν πολιτική επίδραση. Απ’ την άλλη, ο Μαρξ είχε σηκώσει αρκετά ψηλά τον πήχη,  καθώς αυτό που πραγματεύεται, σε πρώτη φάση, είναι η αντιπαράθεση σε καθαρά επιστημονικό επίπεδο. Υπάρχει μια ένταση, όπως βλέπουμε,  μεταξύ αυστηρής επιστημονικής γνώσης και ανάλυσης και πιο εκλαϊκευτικής εκφοράς.  Τώρα, όσον αφορά το σήμερα, θα έλεγα ότι για να καταπιαστεί κάποιος με το Κεφάλαιο θα έπρεπε να έχει κάνει κάποια προεργασία, να έχει μια στοιχειώδη γνώση του τι είναι πολιτική οικονομία, καθώς και μια στοιχειώδη γνώση της φιλοσοφίας των νεότερων χρόνων. Από εκεί και πέρα, για κάποιον που θα ήθελε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του, θα έλεγα ότι είναι εφικτό, κάτι που είχε αναδείξει κι ο Αλτουσέρ απαντώντας σε αντίστοιχα ερωτήματα,  να ξεκινήσει την ανάγνωση από κομμάτια του πρώτου τόμου που τον ενδιαφέρουν, κι όχι απαραίτητα από εκεί που την ξεκινά ο συντάκτης. Μπορεί ακόμη να διαβάσει αποσπασματικά, τα κομμάτια, φερεπείν,  που τον ενδιαφέρουν, όπως αυτό για το μισθό, που είναι πάρα πολύ επίκαιρα. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι υπάρχουν διάφορες πύλες αναγνωστικής εισόδου στο Κεφάλαιο. Ο αναγνώστης δεν πρέπει να «φοβηθεί», πρέπει να έχει το θάρρος να διατυπώσει ερωτήσεις για την ίδια του την πραγματικότητα.

Όπως αναφέρετε στον πρόλογο των συντονιστών, η εμβέλεια της μαρξιστικής ανάλυσης «δεν δεσμεύεται από τον ιστορικό  ορίζοντα του 19ου αιώνα».  Τι έχει να πει στο σύγχρονο προλεταριάτο το «Κεφάλαιο», που πλέον, υλικά πάντα μιλώντας, έχει να χάσει πολλά πράγματα πέρα από τις αλυσίδες του; Πως μπορεί να δείξει εκ νέου το δρόμο της χειραφέτησής του;

Θα έλεγα ότι, όταν μιλάμε σήμερα για προλετάριους, στρεφόμενοι στην όποια εξειδικευμένη εργατική τάξη της Ευρώπης, θα δούμε ότι συμμετέχει  με διαφορετικούς τρόπους στον κοινωνικό πλούτο, αν και με φθίνουσα πορεία. Το πιο πρόδηλο, είναι η πορεία της εργατικής τάξης στη Γερμανία, της χώρας που βίωσε μια από τις χειρότερες δικτατορίες στον προηγούμενο αιώνα, κι είναι ζήτημα αν ανάρρωσε από αυτήν. Ωστόσο, δεν υπάρχει μόνο το ευρωπαϊκό προλεταριάτο. Υπάρχουν 5 δισεκατομμύρια άνθρωποι , στην Κίνα, στην Ινδία, σε κομμάτια της Λατινικής Αμερικής και στο βόρειο ημισφαίριο (Αμερική και Ευρώπη), όπου βλέπουμε ότι, εκεί η εικόνα αλλάζει. Διαπιστώνουμε πως έχουμε να κάνουμε, όντως, με καταστάσεις που θυμίζουν 19ο αιώνα, αυτοί πράγματι δεν έχουν κάτι να χάσουν. Άρα, μπορούμε να μιλήσουμε με όρους «καθαρού» προλεταριάτου. Η δυσκολία βρίσκεται, στους τεράστιους φραγμούς, εθνικούς, γλωσσικούς και πολιτικούς. Τίθεται ένα μεγάλο ζήτημα αν υπάρχει τρόπος να βγουν αυτοί οι άνθρωποι από το σκοτάδι της εκμετάλλευσης. Στην Ινδία, ένα συντριπτικό ποσοστό δεν είναι ενταγμένο σε συνδικάτα, στο Πακιστάν κάθε μέρα όλο και κάποιο εργατικό «ατύχημα» συμβαίνει. Υπάρχει απόσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την συνειδητοποίησή της, ενδεχομένως πολύ μεγαλύτερη ακόμη κι από αυτή που υπολόγιζε ο Μαρξ στην εποχή του.

Πρόκειται λοιπόν για μια σύγχρονη πρόκληση, ένα σύγχρονο κέλευσμα, σε μια νέα εποχή. Δεν νομίζω να μπορεί κανείς να δώσει σίγουρη απάντηση για το που πάει το πράγμα σήμερα. Δεν γνωρίζει κανείς αν μπορεί να περιοριστεί ο μηχανισμός παραγωγής φτώχειας και αθλιότητας ή παραγωγής πολέμου. Η πραγματικότητα δείχνει ότι πρέπει να υπάρξει συνειδητοποίηση του εργαζόμενου. Μολαταύτα, οφείλουμε  να επισημάνουμε την πληθώρα εμποδίων στο δρόμο της συνειδητοποίησης. Αυτό παραμένει ένα ανοιχτό ζήτημα στο οποίο το Κεφάλαιο μπορεί να προσφέρει βοήθεια, όχι μόνο του όμως. Είναι εξαιρετικά δυσχερές να αφυπνίσεις τις συνειδήσεις, ειδικά συλλογικά. Υπάρχουν, ωστόσο, δυνάμεις που μπορούν να προκαλέσουν την ανατροπή, είναι ένας ανοιχτός κύκλος που προσπάθησαν να τον κλείσουν, αλλά δεν τα κατάφεραν. Δεν υπάρχουν εν προκειμένω ολοκληρωμένα μοτίβα πολιτικής, υπάρχουν χώροι δυνατοτήτων χειραφέτησης.

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Δημήτρης Κούλαλης

Ακολουθώντας την ρήση του Μπέικον ''η γνώση είναι δύναμη'' σπούδασε Φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο Πατρών. Λατρεύει την κλασική λογοτεχνία, την ιστορία, το θέατρο και τις πολιτικές αναλύσεις. Αν τον αναζητήσετε, ρωτήστε σε κάποιο ξεχασμένο απ' τον χρόνο καφενεδάκι του Πειραιά, εκεί θα 'ναι.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

8 − 2 =

Simple Share Buttons