σφήνα.

0

Από την Αφροδίτη Φανφάρες

η μυρωδιά του καφέ το πρωί

του ετοιμόγεννου ψωμιού στις έξι

του γραφίτη χρόνων σχολικών

της γης όταν βρέχει

της βενζίνης που ακόμα δεν σε πείθει να κόψεις τα πόδια

του κρεμμυδιού που τσιγαρίζει η μάνα

των μύρτων στον ζεστό αέρα

της αμυγδαλιάς που πρωτοβήχει καλοκαίρι

του μπαμπά σου τ’ άφτερ σέιβ στα πρώτα δέκα

του μαύρου που ζαλίζει τις γιαγιάδες στα πάρκα

του λιβανιού που διαχέει η μαλάκω γειτόνισσα και τελικά σ’ αρέσει αλλά μισείς κάθε πίστη εκτός από εκείνη που εύχεσαι να κρατά για σένα

του αποξηραμένου σάλιου στο μαξιλάρι που επίσημα βρομάει μπροστά στους άλλους αλλά κρυφοκαυλώνεις όταν σε μυρίζεις μόνη

της κατουρημένης στάσης κάτω απ’ το σπίτι μου που την έχει χεσμένη ο δήμος

της κρεμάμενης μασχάλης που με μαρκάρει στα μέσα καλοκαιριού και λεωφορείων

των υγρών που σε δρόσιζουν καιγοντάς σε

αν καταφέρεις και τρυπώσεις σ’ όλα αυτά

εμένα κόψε μου τη μύτη.

 

moiramouegianes

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

2 × four =

Simple Share Buttons