Σχολείο και εθνική ιδεολογία: Η περίπτωση των παρελάσεων

0

Του Χάρη Καλαμπόκη

Το ερώτημα σχετικά με το ποιος μαθητής δικαιούται να κρατάει τη σημαία στην παρέλαση, εμπεριέχει -καθόλου τυχαία- δύο παραδοχές. Η πρώτη παραδοχή είναι αυτή που αντιμετωπίζει την παρέλαση ως μία δεδομένη κατάσταση, η οποία δεν δύναται να αλλάξει, αφήνοντας περιθώριο αλλαγής μόνο στη δομή της. Και με αυτό θα ασχοληθούμε αργότερα. Η δεύτερη παραδοχή έχει να κάνει με την αξία της σημαίας. Η συζήτηση γύρω από το ποιος είναι άξιος να κρατάει τη σημαία, προσδίδει από μόνη της αξία στην ίδια τη σημαία και την τοποθετεί σε ένα σημείο ιδιαίτερης σημασίας. Η σημαία ως εθνικό σύμβολο, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την εθνική ιδεολογία να την βαραίνει. Ως εκ τούτου μέσω της σημαίας, αξία προσδίδεται και στην ίδια την εθνική ιδεολογία.

Οι παρελάσεις, με σημαντική παρουσία στην εργαλειοθήκη της συμβολικής εξουσίας, έχουν εξυπηρετήσει την εμφύσηση της κυρίαρχης εθνικής ιδεολογίας τόσο σε όσους συμμετέχουν, όσο και σε ολόκληρη την κοινωνία που θέλοντας και μη βρίσκεται στον ρόλο του παρατηρητή. Από τη μία όσοι συμμετέχουν, καλούνται να τελέσουν μία διαδικασία στη βάση της εθνικής περηφάνιας, και να αισθανθούν και οι ίδιοι εθνικά υπερήφανοι. Δεν έχει σημασία αν γνωρίζουν, υποψιάζονται, ή αγνοούν  το γεγονός που οδηγεί σε αυτό το συναίσθημα. Σημασία έχει πως η συμμετοχή τους αντιμετωπίζεται ως ένα “ευτυχές χρέος” προς την πατρίδα, τους προγόνους και το έθνος.

Το “ευτυχές χρέος” άπαξ και γίνεται αποδεκτό ως τέτοιο, καθιστά  την άρνηση απέναντι σε αυτό επιεικώς κατακριτέα αν όχι προδοτική, διότι δεν είναι ένα χρέος που απλά επιβάλλεται και μπορεί να απορριφθεί στη βάση της αξιοπρέπειας, αλλά ούτε είναι ένα χρέος που μπορεί να αντιμετωπιστεί ως αγγαρεία, μιας και οι αγγαρείες δεν συνοδεύονται από θετικά συναισθήματα όπως η αγάπη για την πατρίδα, η ευγνωμοσύνη για τους προγόνους, η περηφάνια για το εθνικό “ανήκειν”. Από την άλλη η παρέλαση, έχοντας αναφορά στο έθνος, δεν παύει να αφορά και όσους δεν παρίστανται ούτε καν για να την παρακολουθήσουν, καθώς επίσης και να καθιστά την αντίθεσή τους σε αυτόν τον θεσμό τουλάχιστον απρεπή, διότι ως μέλη της “εθνικής κοινότητας” μοιράζονται την ίδια με τους μετέχοντες “ελεύθερη πατρίδα”, που οι ίδιοι πρόγονοι τους κληρονόμησαν, και έχουν τα ίδια συμφέροντα με τους μετέχοντες, εφόσον η εθνική ιδεολογία δεν ασχολείται με ταξικούς διαχωρισμούς, αλλά αναγνωρίζει καθολικά συμφέροντα για όλο το έθνος με μοναδικό στόχο την ανοδική του πορεία στον χρόνο.

Η σχολική εκπαίδευση, μπορούμε να πούμε πως έχει ασχοληθεί κατά κόρον με την εμφύσηση της εθνικής ιδεολογίας στους μαθητές, κυρίως μέσω του μαθήματος της ιστορίας, που η σχέση της με την επιστήμη της ιστορίας είναι απειροελάχιστη, αλλά εκτελεί επιτυχώς την προπαγανδιστική αποστολή. Οι μαθητές καλούνται να παπαγαλίσουν τα διαστρεβλωμένα εθνικά επιτεύγματα του παρελθόντος, να αποδεχτούν ως αλήθεια κάθε εθνικό μύθο, να υποτιμήσουν τους αιώνιους πολέμιους της αγνής πατρίδας, και να απορρίψουν οποιοδήποτε ιστορικό γεγονός δεν επιβεβαιώνει την υπεροχή του έθνους τους. Όταν ο δάσκαλος δεν ευθυγραμμίζεται με αυτήν την άποψη σχετικά με τη διδασκαλίας της ιστορίας, οι ελευθερίες του είναι περιορισμένες. Φεύγοντας από το δημοτικό, όπου ο μαθητής έχει έρθει σε επαφή με την εθνική προπαγάνδα κυρίως μέσω της ιστορίας, των θρησκευτικών και της γλώσσας, ανοίγεται μπροστά του επιπλέον ένας αρχαιολάγνος κόσμος, που έρχεται να τον συνδέσει ακόμα περισσότερο με το ένδοξο παρελθόν και να ενισχύσει τα εθνικά του αισθήματα.

Μπορούμε ίσως να πούμε πως στην περίπτωση των μαθητών, η παρέλαση είναι η επικύρωση της επιτυχημένα χορηγημένης εθνικής συνείδησης. Εφόσον οι μαθητές έχουν αντλήσει πολλές πληροφορίες ώστε να μπορούν να δοξάσουν στο μυαλό τους το έθνος, έρχεται η ώρα να το κάνουν και στην πράξη, όπου επιβεβαιώνονται ως μέλη του εθνικού συνόλου, και αποδέχονται για πρώτη φορά πως όχι μόνο παίρνεις από το έθνος, αλλά επιβάλλεται και να του δίνεις, ακόμα και αν στην νεαρή αυτή ηλικία το μόνο που δίνεις είναι μία παρέλαση.Για τον μαθητή, το γεγονός πως η παρέλαση αποτελεί χρέος, γίνεται αντιληπτό μέσω του ζήλου που επιδεικνύουν οι δασκάλοι στο να συνδέσουν τον θεσμό με κάθε πληροφορία που έχει αντλήσει ο μαθητής σχετικά με το ένδοξο έθνος του, αλλά και από τις πυρετώδεις προετοιμασίες για όσο το δυνατόν καλύτερη απόδοση. Το γεγονός πως πρόκειται για “ευτυχές χρέος” γίνεται αντιληπτό από το χειροκρότημα των θεατών, τα συγχαρητήρια των δασκάλων, και το καμάρι -αν όχι το δάκρυ- των γονιών. Ο μαθητής βρίσκεται στο κέντρο της προσοχής, και εκεί τον τοποθέτησε το έθνος.

Πέρα από τις φωνές που δεν βρίσκουν τίποτα το λάθος σε όλο αυτό, υπάρχουν οι φωνές που υποστηρίζουν πως ναι μεν η διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων κατά τη διδασκαλία, καθώς επίσης και η επίμονα εθνοκεντρική εκπαίδευση πρέπει να αντιμετωπιστούν, παρ’όλα αυτά το να νιώθει ο μαθητής μέλος της εθνικής κοινότητας ή περήφανος για το παρελθόν της πατρίδας του, μπορεί να είναι θετικό και δεν συνεπάγεται πως ο μαθητής θα υιοθετήσει εθνικιστικές ιδέες. Και σε αυτή την άποψη πρέπει να δοθεί κάποια απάντηση.

Εθνική υπερηφάνεια χωρίς εθνικιστικό χαρακτήρα δεν μπορεί να υπάρξει. Διότι αν το έθνος σου αξίζει να είναι κανείς περήφανος για αυτό, τα έθνη που έχουν έρθει σε σύγκρουση μαζί του δεν το αξίζουν. Το έθνος σου υπερτερεί, και τα μέλη των άλλων “εθνικών κοινοτήτων” είναι αμέσως κατώτερα σου.  Επιπλέον, εφόσον δέχεται κανείς πως υπάρχουν “εθνικά συμφέροντα” τα οποία πρέπει να υπερασπιστεί, δέχεται πως υπάρχουν συμφέροντα που δεν έχουν σχέση με τις τάξεις, συμφέροντα δηλαδή που έχουν κοινό αντίκτυπο σε κάθε μέλος της εκάστοτε “εθνικής κοινότητας” είτε πρόκειται για εργάτη είτε πρόκειται για εφοπλιστή. Δέχεται, πως ένας Έλληνας μπορεί να έχει να χωρίσει κάτι με έναν Τούρκο ανεξάρτητα από τις τάξεις στις οποίες ανήκουν, μόνο και μόνο επειδή ανήκουν σε διαφορετικά έθνη. Και μπορεί οι υπέρμαχοι της εθνικής ιδεολογίας να έγνεφαν καταφατικά στο άκουσμα αυτών των λέξεων, αλλά θα ήταν ενδιαφέρον να μας εξηγήσει κάποιος από την αντίπερα όχθη πως μπορεί όλο αυτό να μην έχει σχέση με τον εθνικισμό.

Είναι φανερό πως όσον αφορά στη σχολική εκπαίδευση, η αντιμετώπιση της εθνικής ιδεολογίας και της ανάπτυξης εθνικιστικών ιδεών δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με την κατά των παρελάσεων στάση. Το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να αλλάξει ριζικά, και τα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν όχι μόνο δεν μπορούν να αναλυθούν σε ένα άρθρο, αλλά θα ήταν και τεράστιος ο χώρος που θα έπιανε η αναφορά τους και μόνο. Όταν όμως ερχόμαστε αντιμέτωποι με δύο αντιμαχόμενες πλευρές που διαφωνούν πάνω στη σημαία και σχετικά με την παρέλαση, υποστηρίζοντας η μία πως το έθνος πρέπει να αναδεικνύεται από τους αρίστους ως επιβράβευση και η άλλη πως όλοι έχουν δικαίωμα στην ανάδειξη του έθνους, κάποιος πρέπει να φωνάξει “Και οι τάξεις;”. Κάποιος πρέπει να σταθεί απέναντι στη συμμετοχή ανηλίκων μαθητών σε εθνικιστικές φιέστες. Κάποιος πρέπει να υπερασπιστεί το δικαίωμα του μαθητή να μην θέλει να συμμετέχει σε εθνικές γιορτές χωρίς να είναι αναγκασμένος να υποκριθεί τον άρρωστο. Κάποιος να αναδείξει την τρίτη οδό σχετικά με τη σημαία στην παρέλαση, που είναι να μην την κρατάει κανένας γιατί δεν θα υπάρχει παρέλαση. Η αντι-εθνικιστική ατζέντα είναι σίγουρο πως δεν εξαντλείται σε ένα άρθρο. Εξίσου σίγουρο είναι πως θα πρέπει να περιλαμβάνει την κατάργηση των παρελάσεων.

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

three × 5 =

Simple Share Buttons