Σαν σήμερα πέφτει αυλαία στην δίκη των παρακρατικών που συμμετείχαν στην δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη

0

 
Από την πραγματογνωμοσύνη των παραγόντων της δίκης στο σημείο της δολοφονία

 

Η δίκη για την στυγερή δολοφονία του Μαραθωνοδρόμου της ειρήνης, βουλευτή της αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη, που θα αρχίσει στις 6 Οκτωβρίου 1966 στο Μικρό ορκωτό Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης, θα διαρκέσει 67 ημέρες και στη διάρκειά της θα αποκαλυφτεί όλο το όργιο του παρακράτους και των σχέσεών του με τους κρατικούς μηχανισμούς. Όμως οι εγκέφαλοι της συνωμοσίας κατά του Λαμπράκη και της Δημοκρατίας θα μείνουν στο απυρόβλητο, ενώ στα «μαλακά» θα πέσουν και οι φυσικοί αυτουργοί του εγκλήματος.

 

Οι δικαστές

Δικαστές στην υπόθεση Λαμπράκη, ήταν οι:

-Ιωάννης Γραφανάκης, εφέτης, Πρόεδρος του δικαστηρίου

-Βασίλειος Λαμπρίδης, σύνεδρος

-Ερμής Χριστοφορίδης, σύνεδρος.

Εισαγγελέας στην έδρα ήταν ο αντιεισαγγελέας Εφετών, Παύλος Δελαπόρτας

Οι ένορκοι

Οι ένορκοι στην υπόθεση Λαμπράκη, στο Μικτό Ορκωτό Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης, δέκα τακτικοί και δύο αναπληρωματικοί, ήταν οι:

ΤΑΚΤΙΚΟΙ

-Αντωνιάδης Βύρων, βιομήχανος

-Αργυρίου Θ., καθηγητής μαθηματικών

-Αρτακιανού Μαρία, υπάλληλος του δήμου Θεσσαλονίκης

-Αστερίου Ιωάννης, συμβολαιογράφος

-Βαλαγεώργη Μαρία, καθηγήτρια μέσης εκπαίδευσης

-Γραικός Αχιλλέας, υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας

-Καρύδα Αλίκη, οικοκυρά, Λύκειο Ελληνίδων

-Οικονόμου Νικόλαος, δικηγόρος

-Σαββίδης Στ, έμπορος

-Τούσας Δημήτριος, έμπορος

ΑΝΑΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΊ

-Λιάτσης Ι., συμβολαιογράφος

-Σέμπης Ε., οδοντίατρος

 
Οι δικαστές της υπόθεσης Λαμπράκη. Η απόφαση βγήκε από τους Ορκωτούς

 

Η ακροαματική διαδικασία

Κάποια στατιστικά στοιχεία για την εκδίκαση της υπόθεσης Λαμπράκη στο Μικτό ορκωτό Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης: H δίκη κράτησε 65.550 ώρες, οι μάρτυρες ήταν 165, οι συνήγοροι ήταν 20, η δικογραφία ζύγιζε 11 κιλά.

Ο Γιάννης Πάτσας

Ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας που εξετάστηκε, ο δικηγόρος Γιάννης Πάτσας, που ήταν από τους οργανωτές της συγκέντρωσης των φίλων της ειρήνης, κατήγγειλε στο δικαστήριο ότι πολλοί από τους άνδρες της ειδικής «για την δίωξιν του κομμουνισμού» Εθνικής Ασφάλειας, βρίσκονταν με πολιτικά ανάμεσα στους «αντιφρονούντες». Διατύπωσε μάλιστα την απορία του για το πώς βρέθηκε στο σημείο του τραυματισμού του Λαμπράκη, το αυτοκίνητο που τον μετέφερε στη συνέχεια στο σταθμό Α΄ βοηθειών, αφού η κυκλοφορία τροχοφόρων είχε διακοπεί λόγω της συγκέντρωσης.

Στο σημείο εκείνο, αποκαλύπτεται ότι το αυτοκίνητο ήταν νοικιασμένο και πως ο οδηγός του ήταν αστυνομικός με πολιτική περιβολή. Την άλλη μέρα θα δει το φως δημοσίευμα που αναφέρει ότι υπήρχε σχέδιο εξαφάνισης του πτώματος του Λαμπράκη, μετά το χτύπημά του από το τρίκυκλο των δολοφόνων.

 
Γιώργης Τσαρουχάς

 

Η κατάθεση του Γιώργη Τσαρουχά

Καταθέτοντας στο δικαστήριο ο βουλευτής Καβάλας της ΕΔΑ, Γιώργης Τσαρουχάς, που το βράδυ εκείνο κακοποιήθηκε άγρια από παρακρατικούς, καθώς προσπαθούσε να πλησιάσει στο χώρο της συγκέντρωσης, αλλά και μέσα στο ασθενοφόρο που τον μετέφερε στο νοσοκομείο, διατυπώνει σοβαρές καταγγελίες για τη στάση της αστυνομίας. Καθώς οι αστυνομικοί με στολή που βρίσκονταν γύρω του, δεν έκαναν το παραμικρό για να εμποδίσουν τους τραμπούκους που τον χτύπησαν άγρια. Και όπως λέει χαρακτηριστικά: «Έδιναν την εντύπωση ότι τους είχαν κάνει ένεση που ναρκώνει το νευρικό σύστημα».

Ιδιαίτερη ευθύνη, επιρρίπτει στον κατηγορούμενο στρατηγό Μήτσου, που ήταν παρών στη συγκέντρωση, μια και όπως παρατηρεί «αν ήθελε ο Μήτσου, θα σταματούσαν όλα αμέσως».

Σε μία στιγμή της διαδικασίας ο εισαγγελέας της έδρας, Παύλος Δελαπόρτας δηλώνει ότι το πρωί της 22ας Μαϊου 1963, δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από κάποιον δικηγόρο ο οποίος του μετέφερε την πληροφορία πως υπήρχε σχέδιο να κακοποιηθεί ο Λαμπράκης. «Το τηλεφώνημα ήταν από έναν δικηγόρο που δεν είπε το όνομά του», πρόσθεσε ο εισαγγελέας.

Η «βόμβα» Καπελώνη

 
Ο υπομοίραρχος Καπελώνης

 

Κατά την έβδομη ημέρα της δίκης, την Παρασκευή 143 Οκτωβρίου 1966, «σκάει» βόμβα στο δικαστήριο, όταν ο υπομοίραρχο Καπελώνης, που είναι μαζί με τον Γιοσμά κατηγορούμενος για ηθική αυτουργία στη δολοφονία, αποκαλύπτει ότι ο προϊστάμενός του στην Εθνική Ασφάλεια, ταγματάρχης Δόλκας, που επίσης είναι κατηγορούμενος για παράβαση καθήκοντος, του έστησε παγίδα. Όπως λέει ο Καπελώνης, που είχε δεχτεί στη διάρκεια της τακτικής ανάκρισης ότι είχε επαφές με τον Γκοτζαμάνη πριν τη δολοφονία, ο Δόλκας τον έπεισε να καταθέσει στον ανακριτή ότι η διαταγή για την σύλληψη του Εμμανουηλίδη, την πήρε από την Γενική Ασφάλεια και όχι από την Εθνική Ασφάλεια, για να φανεί ότι η πράξη του Εμμανουηλίδη ήταν αδίκημα κοινού ποινικού δικαίου και ότι η Εθνική Ασφάλεια δεν είχε καμία ανάμειξη στην υπόθεση.

Καθώς το θέμα αυτό συζητιέται στο δικαστήριο, έρχεται στο φως και ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο: Όταν συνελήφθησαν χωριστά ο Γκοτζαμάνης και ο Εμμανουηλίδης και οδηγήθηκαν στο Ε΄ αστυνομικό τμήμα, δεν συντάχθηκε έκθεση σύλληψης αλλά… αυθόρμητης παρουσίασης και μάλιστα στις 6 π.μ. της Πέμπτης 23 Μαϊου 1963. Επίσης, ότι το κλομπ, που είχε μαζί του ο Γκοτζαμάνης όταν συνελήφθη, είχε μυστηριωδώς «χαθεί» και δεν υπήρχε ανάμεσα στα πειστήρια της δικογραφίας.

Το «κρυφτούλι» με την Εθνική Ασφάλεια

Μάλιστα, την επόμενη μέρα της δίκης, προκύπτει και μία ακόμη αποκάλυψη: Η Εθνική Ασφάλεια προσπάθησε να αποκρύψει το γεγονός ότι ο Καπελώνης ήταν σε διατεταγμένη υπηρεσία στον τόπο της συγκέντρωσης της ΕΔΥΕΘ, για να φανεί προφανώς ότι κινήθηκε από δική του και μόνο πρωτοβουλία για την οργάνωση της αντισυγκέντρωσης. Και όταν ο ανακριτής ζήτησε από την Εθνική Ασφάλεια ονομαστική κατάσταση των αστυνομικών που εκείνη την ημέρα ήταν σε υπηρεσία, το όνομα του Καπελώνη δεν υπήρχε μέσα.

Το πνεύμα που είχε καλλιεργηθεί μεταξύ των αστυνομικών οργάνων, φάνηκε ξεκάθαρα από τον εξής διάλογο που έγινε τη Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 1966 μεταξύ του εισαγγελέα της δίκης Λαμπράκη, Παύλου Δελαπόρτα και σε μάρτυρα αστυνομικό:

-Εισαγγελέας: Όταν εδάρη ο Τσαρουχάς, εν μέσω αστυνομικών, γιατί δεν συνελήφθη κανείς;

-Μάρτυρας: Το μείζον ήταν η προστασία της συγκεντρώσεως και όχι οι συλλήψεις. Αν τα όργανα ησχολούντο με συλλήψεις…

-Εισαγγελέας: Γιατί δεν ρώτησες τον Τσαρουχά ποιος τον χτύπησε;

-Μάρτυρας: Γιατί να τον ρωτήσω;

Ο μάρτυρας δικηγόρος Κότζας που εξετάζεται την επόμενη μέρα, καταθέτει ότι ο αντισυνταγματάρχης της χωροφυλακής Σκορδίλης, του εμπιστεύθηκε ότι ο Καμουτσής ήθελε να διαλύσει την αντισυγκέντρωση των «αντιφρονούντων» αλλά δεν τον άφησε ο στρατηγός Μήτσου.

 
Σωτηρχόπουλος και “Τίγρης” με λουλούδια
πηγαίνοντας να τα καταθέσουν στον τάφο
του Γρ.Λαμπράκη στην Αρκαδία

 

Ο ξυλοδαρμός του Σωτηρχόπουλου

Ο λουστραδόρος επίπλων, Γιώργος Σωτηρχόπουλος, συναντιέται το πρωϊ της 22ας Μαϊου 1963 με τον γνωστό του από καιρό, μεταφορέα Σπύρο Γκοτζαμάνη και του ζητάει να του μεταφέρει το απόγευμα κάποια έπιπλα. Ο τελευταίος αρνείται και μάλιστα καυχιέται κιόλας:

«Απόψε θα κάνω μεγάλη τρέλλα. Μέχρι που θα σκοτώσω άνθρωπο»!

Τη μέρα που η σορός του Λαμπράκη μεταφέρεται στην Aθήνα, ο Σωτηρχόπουλος πηγαίνει να καταθέσει στον ανακριτή τον διάλογο αυτό με τον Γκοτζαμάνη. Kάποιοι άγνωστοι, τον τραβάνε μέσα σε ημιφορτηγό, τον χτυπάνε στο κεφάλι και τον στέλνουν αναίσθητο στο νοσοκομείο.

Στο δικαστήριο που εξετάζεται ο Γ.Σωτηρχόπουλος, στις 20 Οκτωβρίου 1966, θίγεται και το γεγονός της παρουσίας του στο γραφείο του Καμουτσή, που διαπίστωσε με αιφνιδιασμό ο στρατηγός της χωροφυλακής Βουτυράκης, πολύ αργότερα στο Σύνταγμα Χωροφυλακής Μακρυγιάννη, στην Αθήνα, όπου είχε μετατεθεί ο Καμουτσής. Όπως θα πει ο Σωτηρχόπουλος:

«Ο Καμουτσής μου είπε ότι αν δεν δεχτώ να αλλάξω την κατάθεσή μου, θα έχω την τύχη που είχε ο Όσβαλντ στην υπόθεση δολοφονίας του Κένεντι. Από τότε, άρχισα να φοβάμαι».

Οι πιέσεις στους μάρτυρες

Το κλίμα στην αίθουσα του δικαστηρίου, όπου εκδικάζεται η υπόθεση δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη, είναι ιδιαίτερα τεταμένο και σημαδεύεται από επεισόδια και αντεγκλήσεις. Πολύ περισσότερο όταν εμφανίζεται το φαινόμενο πολλοί μάρτυρες να αλλάζουν τις αρχικές καταθέσεις που είχαν δώσει στον ανακριτή Χρ. Σαρτζετάκη. Άλλοι τις αναιρούν, άλλοι τις τροποποιούν έτσι που να βγάζουν «λάδι» τους κατηγορούμενους αστυνομικούς και άλλοι τέλος δηλώνουν ότι ξαφνικά… δεν θυμούνται τίποτα!

Υπάρχουν όμως και μάρτυρες οι οποίοι, παρά τις πιέσεις που δέχονται, επιμένουν στις αρχικές τους καταθέσεις. Έτσι, δύο μάρτυρες κατηγορίας, καταθέτουν ότι είδαν χωροφύλακες με στολή δίπλα στο τρίκυκλο, πριν αυτό ξεκινήσει για την επίθεσή του κατά του Λαμπράκη. Ενώ ένας άλλος μάρτυρας, που δήλωσε ότι περνούσε τυχαία από την οδό Βενιζέλου, ανέφερε στο δικαστήριο ότι αν και ήταν απαγορευμένη η κυκλοφορία των τροχοφόρων στην περιοχή, λόγω της συγκέντρωσης και της αντισυγκέντρωσης, εντούτοις το τρίκυκλο του Γκοτζαμάνη έκοβε βόλτες στην οδό Ερμού.

Το περιστατικό αυτό, επιβεβαιώνουν την επόμενη μέρα και άλλοι μάρτυρες, οι οποίοι εξεταζόμενοι ανέφεραν ότι είδαν τον Γκοτζαμάνη με το τρίκυκλό του να κάνει βόλτες στην Ερμού.

Μία ακόμη σοβαρή αποκάλυψη, συνταράσσει το δικαστήριο την Τρίτη 1η Νοεμβρίου 1966. Ο Καπελώνης κατηγορεί τον ταγματάρχη Δόλκα ότι τον διέταξε να εξαφανίσει το αρχείο της παρακρατικής-φασιστικής οργάνωσης του Γιοσμά, μέλος της οποίας ήταν και ο Γκοτζαμάνης.

Το σάλτο του «Τίγρη»

 
Ο Μανόλης Χατζηαποστόλου

 

Στις 7 και 8 Νοεμβρίου 1966, το Μικτό Ορκωτό κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης, όπου εκδικάζεται η υπόθεση δολοφονίας του Γρ. Λαμπράκη, θα απασχοληθεί αρκετά με το εκπληκτικό σάλτο, που έκανε πάνω στο τρίκυκλο του Γκοτζαμάνη, εν κινήσει, λίγα δευτερόλεπτα μετά που επέπεσε στον Λαμπράκη, σωριάζοντάς τον, ο 34χρονος τότε πλασιέ και αργότερα επισκευαστής ποδηλάτων, Μανόλης Χατζηαποστόλου.

Ο «Τίγρης», όπως έμεινε στην ιστορία ο Χατζηαποστόλου για το παράτολμο εκείνο εγχείρημά του, πήδηξε πάνω στο τρίκυκλο, μόλις αυτό έριξε τον Λαμπράκη και άρχισε να παλεύει με τον Εμμανουηλίδη που βρισκόταν στην καρότσα. Το τρίκυκλο απομακρύνθηκε με τους δύο άνδρες να χτυπιούνται πάνω στη μικρή καρότσα, κατέβηκε την οδό Βενιζέλου, έστριψε αριστερά στην οδό Τσιμισκή και, μόλις πέρασε την πλατεία Αριστοτέλους, σταμάτησε στο ύψος της διασταύρωσης Τσιμισκή και Καρόλου Ντηλ.

Θα πει αργότερα ο Χατζηαποστόλου: «Mε τους Γερμανούς και τους Eγγλέζους ήμουν αλητοσαλταδόρος και ήξερα καλά να πηδάω». O Tίγρης πηδάει πάνω στο τρίκυκλο την ώρα που φεύγει και αρχίζει έναν αγώνα ζωής και θανάτου με τον Eμμανουηλίδη, που βρίσκεται κουρνιασμένος στην καρότσα. «“Πούστη”, του είπα –γιατί μιλάω και γαλλικά– “φάγατε τον Λαμπράκη, θα πεθάνεις”».

Oι περαστικοί που μαζεύονται γύρω από τους δύο άνδρες που συνεχίζουν να παλεύουν, φωνάζουν τον τροχονόμο Xαρ. Aσπιώτη, ο οποίος εκτελεί υπηρεσία μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα. Όταν ο Aσπιώτης συλλαμβάνει τον Γκοτζαμάνη και τον κρατάει, παρ’ ότι ο τελευταίος και δύο μυστικοί τού ψιθυρίζουν να κάνει τα στραβά μάτια και να τον αφήσει να φύγει, ούτε καν διανοείται ότι έχει άθελά του εμπλακεί στη συγκλονιστικότερη πολιτική δολοφονία της μεταπολεμικής Eλλάδας.

Ο τροχονόμος, θα επιβεβαιώσει στην κατάθεσή του την περιγραφή του Χατζηαποοστόλου, αλλά θα πει για τον δολοφόνο:

«Ο Γκοτζαμάνης μου ψιθύρισε στο αυτί: Άσε με να φύγω και κάνε πως δεν βλέπεις».

 
Ο ιατροδικαστής Καψάσκης (δεξιά) δίνει εξηγήσεις στους δικαστές

 

Οι ισχυρισμοί του Καψάσκη

Λίγο αργότερα, θα προκύψει διαφωνία μεταξύ των γιατρών που είχαν γνωματεύσει για τον θανάσιμο τραυματισμό του Γρηγόρη Λαμπράκη. Δύο καθηγητές, οι Συμεωνίδης και Καβαζαράκης, καθώς και ο ιατροδικαστής Ροβίθης, είχαν βεβαιώσει ότι ο Λαμπράκης είχε χτυπηθεί όρθιος. Όμως ο ιατροδικαστής Σπύρος Καψάσκης, που κλήθηκε από την Αθήνα, γνωμάτευσε ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του βουλευτή της αριστεράς, οφείλονταν στην πτώση του στο έδαφος από το χτύπημα του τρικύκλου.

Κατά μία σατανική περίπτωση, το όνομα του Καψάσκη το συναντάμε να γνωματεύει, πάντα βεβαίως υπέρ των αρχών ασφαλείας, σε όλες τις «δύσκολες» περιπτώσεις δολοφονιών και θανάτων που σημάδεψαν τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Έτσι, στην υπόθεση του στρατηγού Στέφανου Σαράφη, που παρασύρθηκε τον Μάϊο του 1957 από αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε αμερικανός υποσμηνίας, θα διαγνώσει «τροχαίο», το ίδιο στην υπόθεση Λαμπράκη, όπως επίσης και τον θάνατο του Νικηφόρου Μανδηλαρά, τον Μάϊο του 1967, θα τον αποδώσει σε «πνιγμό» παρά τα στοιχεία ότι είχε χτυπηθεί στο κεφάλι και το στήθος. Τέλος, τους θανάτους δύο Αθηναίων, του Παντελεάκη και του Καραγεώργη, που θερίστηκαν από τα τανκς της χούντας το πρωϊ της 17 Νοεμβρίου 1973, κατά την κατάπνιξη της εξέγερσης στο Πολυτεχνείο, θα την αποδώσει σε «αποστρακισθέν βλήμα».

Όταν την Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 1966 προβάλλονται στο δικαστήριο σλάϊτς που δείχνουν από τα τραύματα του Λαμπράκη ότι επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις των δύο καθηγητών και του ιατροδικαστή Ροβίθη, ο έκθετος πλέον Καψάσκης, για να μην παρεξηγηθεί και άλλο, αναγκάζεται να δηλώσει ότι «δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για εγκληματική ενέργεια». Ωστόσο, κατά την έκδοση αργότερα της απόφασης του δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι οι ένορκοι αποδέχτηκαν την άποψη του Καψάσκη!!

 
Ο στρατηγός Μήτσου (δεξιά)
με τον Καμουτσή σε ένα
διάλειμμα της δίκης Λαμπράκη

 

Διαψεύδεται ο Μήτσου

Τις επόμενες ημέρες, κι ενώ στη δίκη σημειώνονται συνεχή μικροεπεισόδια, με τις φραστικές αντιπαραθέσεις μεταξύ των συνηγόρων υπεράσπισης των κατηγορούμενων για τη δολοφονία του Λαμπράκη και μαρτύρων της πολιτικής αγωγής, που αναφέρονται κυρίως στις πολιτικές διαστάσεις του εγκλήματος, θα υπάρξει και μία σοβαρή σύγκρουση μεταξύ του υπομοίραρχου Καπελώνη και του στρατηγού Μήτσου.

Ο Μήτσου, σε αναφορά που είχε αποστείλει προς τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ισχυρίζονταν ότι οι αστυνομικές αρχές της Θεσσαλονίκης δεν γνώριζαν ότι θα υπήρχε αντισυγκέντρωση των «αντιφρονούντων». Την άποψη αυτή, διαψεύδει ο Καπελώνης, που αναφέρει ότι υπήρχε έγγραφο για την αντισυγκέντρωση και το οποίο μάλιστα κυκλοφορούσε στα αστυνομικά τμήματα ακόμη από την προηγούμενη μέρα της δολοφονίας.

Η σύζυγος του Καπελώνη

Στις 2 Δεκεμβρίου 1966, κι ενώ αρχίζει στο δικαστήριο η εξέταση των μαρτύρων υπεράσπισης, καταθέτοντας η σύζυγος του Καπελώνη, κατηγορεί τους προϊσταμένους του ότι τον ενέπλεξαν στην υπόθεση Λαμπράκη και μετά τον εγκατέλειψαν.

Ο κατηγορούμενος υπομοίραρχος, από την αρχή ακόμη της δίκης, μες δήλωση του συνηγόρου του, είχε διαχωρίσει τη θέση του από τους υπόλοιπους που ενέχονταν στην υπόθεση, ακολουθώντας δική του υπερασπιστική γραμμή.

Η γυναίκα του Καπελώνη, αφηγείται στο δικαστήριο τις πιέσεις και τους εμπαιγμούς που είχε υποστεί από τους ανωτέρους του άντρα της, αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, όταν προσπάθησε να εξασφαλίσει συνήγορο για τον σύζυγό της. «Δεν μου έδιναν στοιχεία για να τον βοηθήσω. Εμίσησα αυτό που λέγεται εθνικοφροσύνη», θα πει χαρακτηριστικά.

 
Εμμανουηλίδης (αριστερά) και Γκοτζαμάνης (δεξιά) σε ένα διάλειμμα της δίκης

 

Οι δικαιολογίες Γκοτζαμάνη-Εμμανουηλίδη

Όταν στις 7 Δεκεμβρίου 1963 αρχίζουν οι απολογίες των κατηγορουμένων στην πολύκροτη υπόθεση δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη, οι δύο κατηγορούμενοι ως φυσικοί αυτουργοί, Σπύρος Γκοτζαμάνης και Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, προσπαθούν με κάθε τρόπο να αποφύγουν τις κατηγορίες που τους βαραίνουν.

-«Πέρασα από εκεί, αλλά δεν παραδέχομαι ότι χτύπησα άνθρωπο… Φοβήθηκα από τις φωνές και γιαυτό πάτησα ταχύτητα στο τρίκυκλο για να φύγω», θα πει απολογούμενος ο Γκοτζαμάνης. Που πάντως θα παραδεχτεί ότι ήταν στην αντισυγκέντρωση, θα αρνηθεί όμως ότι έχει σχέση με τα υπόλοιπα. Και όταν θα ερωτηθεί σχετικά, παραδέχεται ότι έφαγε μπουγάτσα με τον Καπελώνη το πρωί της δολοφονίας Λαμπράκη, αλλά αυτό ήταν… «μία από τις συνηθισμένες συναντήσεις μας», όπως θα πει.

Ο Εμμανουηλίδης, με τη σειρά του, θα ισχυριστεί ότι «τυχαία» πέρασε από το σημείο της αντισυγκέντρωσης των παρακρατικών, «τυχαία» επίσης, βρέθηκε δίπλα στο τρίκυκλο του Γκοτζαμάνη

-«Με είδε ο Γκοτζαμάνης να στέκομαι δίπλα στο τρίκυκλο και μου είπε “ξάπλωσε στην καρότσα για να μην δίνουμε στόχο. Σε λίγο θα φύγω κι εγώ και θα σε πάω σπίτι σου”. Έτσι και έγινε. Μέχρι που κάποιος πήδηξε στην καρότσα, μόλις ξεκίνησε το τρίκυκλο, και άρχισε να με χτυπάει», είπε ο Εμμανουηλίδης.

Καγχασμούς στο ακροατήριο, αλλά και στους παράγοντες της δίκης, προκαλεί και ο ισχυρισμός που διατυπώνουν τόσο ο Γκοτζαμάνης, όσο και ο Εμμανουηλίδης, ότι ο «Τίγρης» Χατζηαποστόλου ήταν αυτός που χτύπησε τον Λαμπράκη, για λόγους προβοκάτσιας και μετά πήδηξε στο τρίκυκλο για να τους ενοχοποιήσει!

 
Η βουλευτική ταυτότητα του Λαμπράκη

 

Καταπέλτης ο Καπελώνης

Καταπέλτης, εναντίον οργάνωσαν και εκτέλεσαν την δολοφονία του βουλευτή της αριστεράς, ήταν στην απολογία του ο κατηγορούμενος υπομοίραρχος Καπελώνης. Όπως ανέφερε στα βασικότερα σημεία της:

-Η Εθνική Ασφάλεια ήταν αυτή που οργάνωσε την αντισυγκέντρωση των «αντιφρονούντων»

Οι τελευταίες οδηγίες δόθηκαν στο Ε΄ Αστυνομικό Τμήμα

Ο ταγματάρχης Δόλκας τον έστειλε να πει στον Γκοτζαμάνη να καταθέσει ότι εκείνο το βράδυ της δολοφονίας, έπινε κρασί σε ταβέρνα μαζί με τον Εμμανουηλίδη. Αυτό το σκοπό, είχαν οι συζητήσεις του με τους δύο δράστες τη νύχτα και τα ξημερώματα της Πέμπτης 23 Μαϊου μέσα στο Ε΄ Αστυνομικό Τμήμα.

-Ο συνταγματάρχης Καμουτσής του έδωσε εντολή να διαλύσει την αντισυγκέντρωση, λίγο πριν τραυματιστεί ο Λαμπράκης.

-Ο υπασπιστής του Μήτσου: Προσπαθώντας να εφαρμόσει την εντολή αυτή, αναζητά γνωστά πρόσωπα ανάμεσα στους συγκεντρωμένους παρακρατικούς, για να τους πει να διαλυθούν, και τότε συναντιέται με τον υπασπιστή του Μήτσου, Πολύχρονο. Ο Πολύχρονος τον ρωτάει και όταν ο Καπελώνης του εξηγεί τον λόγο της αναζήτησής του, ο υπασπιστής του λέει: «Όχι, είναι εντολή του στρατηγού. Αφήστε τους να δείρουν»!!

-Ο Δόλκας τον διέταξε να ειδοποιήσει τον Γιοσμά να καταστρέψει το αρχείο του.

Σχετικά με τη σκηνή του φόνου, που την είδε καθαρά καθώς βρισκόταν πολύ κοντά τη στιγμή εκείνη, επιβεβαιώνει ότι ο Εμμανουηλίδης ήταν από την αρχή μόνος πάνω στην καρότσα και μετά την επίθεση πήδηξε επάνω και ο Χατζηαποστόλου.

-Τέλος, μετά τα γεγονότα, υπήρχε συνεχής προσπάθεια και συγκεκριμένες ενέργειες για συγκάλυψη των γεγονότων και συσκότιση της αλήθειας.

Άλλες απολογίες

Ενδιαφέρον, παρουσιάζουν οι απολογίες και των άλλων κατηγορουμένων που προσπαθούν να αποσείσουν από πάνω τους τις ευθύνες που τους βαραίνουν.

Ο στρατηγός Μήτσου, επιθεωρητής της χωροφυλακής Βορείου Ελλάδος τότε, θα ισχυριστεί ότι βρέθηκε στον τόπο των επεισοδίων που οδήγησαν στη δολοφονία του Λαμπράκη «εντελώς τυχαία». Αν και θα παραδεχτεί ότι υπήρξε αβλεψία της αστυνομίας.

Ο αρχηγός της παρακρατικής οργάνωσης «Καρφίτσα», Ξενοφών Γιοσμάς, διατείνεται ότι βρέθηκε στο πλήθος των «αντιφρονούντων» γιατί είχε πάει… να πάρει συνέντευξη από τον Λαμπράκη!!

Ο συνταγματάρχης Καμουτσής, θα πει απολογούμενος ότι ήταν λογικό να υπάρχει συντονισμός των «αντιφρονούντων», αλλά «αυτό δεν έγινε από την αστυνομία». Και ότι ο ίδιος, σαν αστυνομικός διευθυντής Θεσσαλονίκης, πήρε όλα τα μέτρα.

 
Σπύρος Κουζινόπουλος

farosthermaikou

 

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

2 × five =

Simple Share Buttons