Που νομίζεις ότι βρίσκεσαι…;

2

Του Παύλου Παπαβασιλείου

Αυτό το ερώτημα υποβάλλει συνεχώς ο «κομματικός επιθεωρητής» Ο’Μπράιεν στον πολίτη Ουίστον Σμιθ, στη θεατρική μεταφορά του οργουελικού 1984 σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου. Αυτό το ερώτημα όμως μοιάζει να τυραννάει κι εμάς σε ένα δυστοπικό παρόν. Άλλωστε αυτό ήταν το άλυτο μειδίαμα δίκην Τζοκόντα του έργου, προς αυτούς που έτρεξαν να εκφράσουν εύκολες αντικομμουνιστικές αναγνώσεις…που νομίζεις τελικά ότι βρίσκεσαι στ’ αλήθεια;

Το σκηνικό των οριοθετημένων χώρων με «νάυλον διαφάνεια» που αφήνει να δεις και να κρυφτείς στο εσωτερικό τους «τόσο όσο» και η διάσπαση της προσοχής του θεατή στις πολλαπλές οθόνες που εκπέμπουν παντού βομβαρδίζοντας με «πληροφορίες», αφενός επισημαίνουν το πυρηνικό χαρακτήρα του πανόπτη οφθαλμού (Big Brother) στο έργο, αλλά γεννούν και άλλα ερωτήματα. Πόσο εύκολα και πειθήνια «οχλοποιούμαστε» σε μια εποχή που το μνημονικό βίωμα έχει συνυφανθεί με τη διάρκεια των δελτίων των 8; Αυτό το σκηνικό που προσομοιάζει με αντίστοιχα εγκλεισμού, πόσο τονίζει την αυτόβουλη ιδρυματοποίηση του πολιτικού ανθρώπου σε ένα οργουελικό «καθεστώς του τότε, τώρα, κάποτε, του εδώ και αλλού» με ενδυνάμωση της οπιούχου δράσης των πάσης φύσεως οθονών (τηλεόρασης, social media); Κατά πόσο ο διαγωνισμός στην ένταση ως απάντηση στα εκπεμπόμενα «10λεπτα μίσους» σε μια κοινωνία εσωτερικευμένου θυμού, οργής και ατομικής αντίδρασης με την εποπτεία και για την αποδοχή «κάποιου» είναι απαραίτητα στοιχεία νέων «απολιτίκ υποκειμένων» καθετοποιημένης ιεραρχικά δομής (όπως οι συχνά ανιχνευόμενοι φεουδαρχικών χαρακτηριστικών fb-ουκάρχες με τους followers τους και τη συνεχή αναπαραγωγή αποπροσανατολιστικών «σκανδάλων» και «εχθρών» προς βρώση);

Μια σύγχρονη αστυνομία σκέψης (πολιτικά σε αντι-ευρώ/αντι-ΕΕ αριστερές αναζητήσεις, αμιγώς κοινωνικά σε «ό,τι περισσεύει από την αναπαραγωγή προτυπωμένων ρόλων για τη διασφάλιση του εθνικού κορμού») παράγει μια «νέα ομιλουμένη» μετώπων «κοινής λογικής» και μέσω αναθεωρητικών ιστορικών «μελετών» σβήνει στο διάβα της κάθε τι «ενοχλητικό», κάθε ίχνος αντίστασης σε ηγεμονικές αφηγήσεις. Η βιομηχανοποίηση του φόβου ως νέου άυλου προϊόντος προς κατανάλωση σε οικονομικά χειμαζόμενες κοινωνίες φαίνεται να υπενθυμίζει την απάντηση του επιθεωρητή στον ήρωα για το αν υπάρχει τελικά ο Μεγάλος Αδερφός. «Είναι παντού και πουθενά, μέσα και έξω σου».

Πόσες καθαρές εννοιολογίες ζητούν δικαίωση στην εποχή της νεωτερικότητας, της μετα-αλήθειας της πολιτικής με hoaxes (πως ορίζεται η αριστερά, η δημοκρατία, ο άνθρωπος και τα δικαιώματά του σήμερα;) και κατά πόσο μπορεί η ευνουχισμένη αδυναμία έκφρασης λόγω απώλειας των απαραίτητων υλικών να συνεισφέρει στην εσωτερικευόμενη αλλοτρίωση και παθητικοποίησή του; Άλλωστε αυτό αποτελεί και την εναγώνια προσπάθεια του ήρωα «να μην χαθούν οι λέξεις…εμείς μπορεί να’ μαστε νεκροί, αλλά ας έχουμε μερίδιο στο μέλλον».

Στο σήμερα των αυξανόμενων πολεμικών συγκρούσεων και των εύθραυστων συμμαχιών (άλλων «Ευρασιών-Ωκεανιών-Ανατολασιών»), των συνεχόμενων εκτάκτων αναγκών για το καλό του έθνους που τελεί σε κίνδυνο, των «δελτίων Αλήθειας» ημερών μαρμότας, όπου καθημερινά τεχνοκρατικές αναπτυξιολάγνες στοχεύσεις μέσω θυσιών θα επιφέρουν κάποτε καρπούς και την ανάκτηση της αληθινής «γεύσης» (έστω και λίγης σοκολάτας), όπου η ρήση του Αδ. Γεωργιάδη (ως άλλου επιθεωρητή Ο’Μπράιεν) ότι «μόνο μέσα από τον πόνο (των βασανιστηρίων-μνημονίων) μπορείς να γεννηθείς (άρα και να υπάρχεις)» πόσο πραγματικά έχει μεγαλώσει ο φρικτός «θάλαμος 101» για να μας χωρέσει όλους; Το καπιταλιστικό «Εκεί που όλα τα ιερά βεβηλώνονται και όλα τα σταθερά εξαϋλώνονται» τελικά φαντάζει νικηφόρα να έχει απλωθεί παντού έξω και μέσα μας, μονοδρομώντας τη βούληση.

Στο σήμερα όπου η ζωή κλέβει την παράσταση από τον κινηματογράφο, της αναπαραγωγής των δυναστευτικών τρομονόμων των «Ζωών των Άλλων», του απ-ανθρωποιημένου Survivor και Hunger Games, όπου η φύση μας εξαθλιώνεται σαν ατομικότητα ενός άλλου Ροβινσώνα σε μια εχθρική κοινωνία γύρω της, παλεύοντας στοχοπροσηλωμένη μόνη της για το ελάχιστο «έπαθλο της διαβίωσης» και σβήνοντας την έννοια του συν- (συντρόφου, συμπολίτη, συνανθρώπου)…Στο σήμερα της πραγματικής εξαθλίωσης της εποχής της ενοχικής μετα-ευμάρειας, η ανάγκη εκπομπής εκ νέου πρωτοχριστιανικών μηνυμάτων αγάπης, αλληλεγγύης και ενός πρώιμου ουμανιστικού ουτοπικού σοσιαλισμού αποτελούν τις αντιθετικές φωτεινές πινελιές στο μαύρο του έργου. Άλλωστε η ίδια η σκηνοθετική στάση που επιλέχθηκε για τον ήρωα στο τέλος, προσομοιάζει με σταυρωμένο που αν και αμφιταλαντεύεται υπό το βάρος των βασανιστηρίων στο να δεχθεί την «Αλήθεια» που δεν τον περιλαμβάνει, σαν άλλη Αντιγόνη, υπό το βάρος μιας λακανικά θεωρούμενης και ανυπέρβλητης «ενόρμησης θανάτου» θα «γαντζωθεί», ίσως και εργαλειακά, από ένα στόχο (στο Σοφοκλή η ταφή, εδώ η διατήρηση της «αναστάσιμης ελπίδας» για το μέλλον) για να επιτελέσει το μεσσιανικό σκοπό του.

Η σκηνοθεσία δέχθηκε κριτική για την αναπαράσταση της φρικαλεότητας των σκηνών βασανιστηρίων. Ωστόσο πρέπει να αναρωτηθούμε κατά πόσο η εξασθενημένη αντοχή μας λόγω καθημερινότητας, ωθεί στην εναντίωση στην αλήθεια, έστω και ως θέαμα. Κατά πόσο συναινούμε και εμείς στην αποστροφή του βλέμματός μας από τον πανταχόθεν πόνο γύρω μας, σε μια εξατομικευμένη πορεία και στην απλή φιλολογική προσέγγιση «δοκιμασιών» κάποιων άλλων. Κατά πόσο το ελάχιστο του «δόξα τω Θεω και για σήμερα» μετατρέπει στόχους ζωής σε ενταγμένες σε ένα απαράβατο σύστημα νεοφιλελεύθερα ατομικίστικες πορείες.

Κι όμως ο Ουίνστον, αυτός που ίσως κάποτε υπήρξε, ίσως να υπάρχει, ή να υπάρξει, αποτελεί ένα νιτσεϊκό υπεράνθρωπο της διπλανής πόρτας, αυτό που οι Deleuze-Quattari χρησιμοποίησαν για το Ζαρατούστρα ως «εννοιακό πρόσωπο». Ένας αλαλάζων «μάρτυρας» όπου η εσωτερική αντίθεση γήινων (έρωτας, οικογένεια, εργασία) και «θεϊκών» (αυτοθυσία για πανανθρώπινα ιδανικά) δημιουργεί το έδαφος μιας αμφίσημης φύσης, υποχρεώνοντας πάλι σε έναν παραλληλισμό με το Χριστό, ως προσωποποιημένη χεγκελιανή σχάση του απόλυτου. Ένας «τρελός» την εποχή της εύκολης ψυχιατρικοποίησης, που επιτακτικά ζητά να ξαναορίσουμε το όριο της διάσπασης τρέλας και λογικής.

«Οι αρουραίοι, Ουίστον, λέγεται ότι πρώτα τρώνε τα μάτια και την περιοχή γύρω από το στόμα». Αυτό είναι το τελευταίο βασανιστήριο του ήρωα, η θέαση του απόλυτου φόβου του, και η έσχατη τιμωρία της αποπροσωποποίησής του, της απώλειας κάθε διαφοροποιητικού σημείου όρασης και ομιλίας. Όλο το έργο περιγράφει ανάγλυφα διαδικασίες εκφασισμού, είτε διά πειθούς (με αναφορές στο ναζιστικό παρελθόν όπου παιδιά κατέδιδαν γονείς για το «εθνικό καλό») είτε δια της επιβολής (με στρατόπεδα συγκέντρωσης αντιφρονούντων)

Προφανώς καμία «γενεά δεν ύμνησε την ταφή του» γιατί ο Ουίστον πιθανολογείται ότι είσαι και εσύ. εσύ που δεν αντέχεις καφκικά σκηνικά όπου ο «πόλεμος είναι ειρήνη, η ελευθερία σκλαβιά, η άγνοια δύναμη», όπου δεν ανέχεσαι να φαντάζεσαι το μέλλον «σα μια μπότα που πατάει το ανθρώπινο πρόσωπο για πάντα». Πιθανότατα να μην υπήρξε ποτέ «κάποιο αντίπαλο επαναστατικό δέος» με την έννοια του αρχηγού, αλλά αυτό να ναι ο ίδιος ο Ουινστον, εσύ ο ίδιος, που απλά χρειάζεσαι μια «δικλείδα αναθετικής ασφαλείας» για να επιτελέσεις το χειραφετικό σκοπό σου, να κοιτάξεις ψηλά, να γίνεις άνθρωπος…

…αλλά κι εσύ άραγε που νομίζεις ότι βρίσκεσαι;

 

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

2 Comments

Αφήστε Ένα Σχόλιο

two + 8 =

Simple Share Buttons