“Πώς πέρασα την Τσικνοπέμπτη στο λιμάνι” -της Κλεοπάτρας Ρούτση

0

ρου

“Μόνο τα παιδιά γνωρίζουν το μυστικό να κλαίνε με το τίποτα, έτσι έχουν πάντα έτοιμο ένα καλύτερο τέλος.”

Τάσος Λειβαδίτης

 

Η Νεϊμάχ έκλαιγε απαρηγόρητη στην αγκαλιά της μάνας της. Ρώτησα τι έχει. Δεν είχε πάρει σαπουνόφουσκες μου είπε η μητέρα της, κάνοντας παντομίμα.

 
Πήγα και της έφερα. Τα δάκρυα στα παιδιά έρχονται και φεύγουν τόσο γρήγορα. Τη ρώτησα το όνομά της, αφού της είπα το δικό μου. Το πρόφερε αργά. Έπρεπε να το επαναλάβω πολλές φορές για να το θυμάμαι. Δεν είναι συνηθισμένο το Νεϊμάχ στα αφτιά μου. Η μητέρα της ζήτησε να μας βγάλει μαζί μια φωτογραφία. Ποζάραμε χαμογελώντας.

 
Άλλα ένα-δυο κλαμένα παιδιά ησύχασαν με σαπουνόφουσκες και μπαλόνια. Ένα από αυτά μου έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο.

 
Κάποιο κορίτσι είχε έρθει νωρίτερα μέσα από το παιδομάνι, έβαλε βιαστικά στο χέρι μου ένα από τα μπισκότα της κι έφυγε. Με ξάφνιασε. Έσφιξα τα δόντια μου να μην κλάψω. Κάθε φορά μού υπόσχομαι πως δεν θα αφήσω τον εαυτό μου να παρασυρθεί. Δεν χωράνε δικά μου δάκρυα σε αυτό που ζουν ή μέλει να ζήσουν αυτοί οι άνθρωποι. Δεν θα ήθελα να με δουν.

 
Ένα μικρό αγόρι μου χάρισε ένα κόκκινο αυτοκινητάκι. Σκέφτηκα να μην το πάρω, αλλά επέμενε. Μια από τις εθελόντριες μου είπε να το δώσω αν θέλω σε ένα άλλο παιδί, αλλά ήταν δώρο από τον μικρό, του οποίου το όνομα δεν κατάφερα να μάθω... Το κράτησα.

 
Είναι ώρα που έχω γυρίσει σπίτι.

 
Βρήκα τα δικά μου παιδιά να με περιμένουν. Το ένα από αυτά γάτα και το άλλο “σούπερ όμορφο, χαζό κουνέλι” όπως μου εξήγησε.

 
Δεν έκλαψα. Άλλωστε είμαι πολύ χαρούμενη με το καινούριο μου αυτοκινητάκι!

 

 

Το παρόν κείμενο το αλιεύσαμε από το προσωπικό προφίλ της γράφουσας.Να είναι καλά, να είναι γερή και να στέκεται πάντα αλληλέγγυα!

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

8 + six =

Simple Share Buttons