Παλεύω με τον εαυτό μου, υπό το φως του σκοταδιού

0

Από τον Abraham Gefuropoulos

Κάνω ανήσυχο ύπνο το παραδέχομαι. Με έχω τσακώσει πολλές φορές να ξυπνάω κάθιδρος μέσα στη νύχτα ύστερα από έναν εφιάλτη. Άλλοτε απλά δεν με πιάνουν καθόλου τα θέλγητρα της νύστας, μιας και στο κεφάλι μου στριφογυρίζουν ανήσυχες και ζωηρές σκέψεις. Σκέψεις ενοχλητικές, μελαγχολικές, μερικές φορές  συνυφασμένες με αισιόδοξα οράματα για ένα φωτεινότερο αύριο, μία αδιάκοπη ροή στροβιλίσματος.

Και εμάς τι μας ενδιαφέρει  πως περνάς τα βράδια σου; Δεν αντιλέγω απλά προσπαθώ έντιμα να φτάσω σε μια προσωπική αυτοκάθαρση και γιατί όχι σε έναν γαλήνιο ύπνο μετά από ούτε εγώ ξέρω από πότε. Ποιος ξέρει άλλωστε; Ίσως και εσύ φίλε αναγνώστη, που μου αφιερώνεις λίγο από τον χρόνο σου, να ανακαλύψεις σε αυτές τις γραμμές κάτι από εσένα. Οι ανθρώπινες ψυχές συνδέονται με δεσμούς που ξεπερνούν τα όρια της μεταφυσικής, αγγίζοντας την φαντασία της πραγματικότητας.

Αρκετές φορές συλλαμβάνω τον εαυτό μου να αναπολεί παλαιότερες εποχές, γυρίζοντας με ένα απλό κλείσιμο των ματιών τον χρονοδιακόπτη  πίσω. Πώς ήμουν παιδί, τι φόβους είχα, σε  τι όνειρα και περιπέτειες,  προσδοκούσα  να εμπλακεί ο μελλοντικός μου εαυτός, ποιοι ήταν οι κολλητοί μου και ποιος ο παιδικός έρωτας.  Τα θυμάμαι πολύ καλά, όπως θυμάμαι την βαθύτατη  ανησυχία που αισθανόμουν  για όσα διαδραματίζονταν γύρω μου και ερήμην μου.

Ο Πόλεμος, η Θρησκεία της Ενοχής, η Εκκλησία της Αμαρτίας, η καταπίεση, ο ποικιλόμορφος ρατσισμός, όλα στέκονταν μπροστά στα μάτια μου ως δυσθεώρητα θεριά. Συχνά πυκνά με επισκέπτονταν στα όνειρα μου με την μορφή αποκρουστικών τεράτων, πεινασμένων και έτοιμων να με κατασπαράξουν. Δεν καταλάβαινα γιατί υπήρχαν τέτοια φαινόμενα στον κόσμο και για να πω την αλήθεια εξακολουθώ να δυσκολεύομαι στην κατανόηση τους.

Έβλεπα ανθρώπους να περιθωριοποιούνται από άλλους, παρατηρούσα κάποιους να ρίχνουν περίεργα βλέμματα σε ταλαιπωρημένους, σε φτωχούς, σε ‘’διαφορετικούς’’. Αργότερα έμαθα τι σήμαιναν τα βλέμματα εκείνα, ήταν ματιές υπεροψίας, αποστροφής, κάποιες φορές εμποτισμένες με φόβο. Φόβο όμως για τι; Για ποιο λόγο να νιώσεις αποστροφή για όσους έχει ρημάξει η κοινωνία και οι συμβάσεις της; Να αισθανθείς  ενοχές το καταλαβαίνω, ο φόβος όμως είναι κάτι διαφορετικό. Συνήθως φοβόμαστε το άγνωστο ή την τραγική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι κοινωνικά απαξιωμένες ομάδες, οι οποίες μας τρομοκρατούν καθώς πιστεύουμε ότι είναι μιασματικές  ασθένειες,  ανυπόμονες να μας μολύνουν με τον ιό της περιθωριοποίησης.

Το μικρόβιο του κυνισμού διείσδυσε σιγά σιγά σαν τον κλέφτη στην καρδιά και το μυαλό μου. Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα ότι δεν ήμουν πια το αθώο παιδί, αλλά ένας έφηβος που οδεύει ταχύτατα στην γκρίζα ενηλικίωση. Η συνειδητοποίηση τούτη με κατατρόμαξε, μετατρεπόμουν με σταθερούς ρυθμούς σε ένα μαζοποιημένο, αδιάφορο= άκαρδο άνθρωπο. Το παιδικό μου όνειρο ήταν πολύ διαφορετικό από τον προορισμό  στον οποίο βάδιζα ολοταχώς, δεν ήθελα με τίποτα να γίνω ένας σωστός νοικοκυραίος που κοιτάζει μόνο την δουλειά του.

Εγώ επιθυμούσα να τολμήσω, να δημιουργήσω να ερωτευτώ. Ήθελα να ζήσω διάολε…Όμως η αντίληψη και η συνειδητοποίηση δεν αρκούν, το μικρόβιο έχει αφήσει τις ρίζες του στον οργανισμό, ο οποίος πάσχει από μια αυτοάνοση κατάθλιψη.

Κατάφερα να ενηλικιωθώ, εγκατέλειπα με κρύα καρδιά εκείνο το ανήσυχο παιδί του φρέσκου παρελθόντος, είχα γίνει άντρας. Έπρεπε να πάω στρατό, να δουλέψω, να βρω μια κοπέλα από καλή (πλούσια) οικογένεια, έπρεπε, έπρεπε…. Όμως εγώ δεν μπορούσα να λειτουργήσω, αισθανόμουν ότι το παιδί μέσα μου έκλαιγε, οδυρόταν, ασφυκτιούσε από τα στεγανά ενός κόσμου που κοχλάζει, από μια καπιταλιστική, αδηφάγα κοινωνικομηχανή που μισεί θανάσιμα όλους όσους δεν μπαίνουν στο ηθικοοικονονικό καλούπι των προκαταλήψεων και των εμφυτεύσιμων ψευδοαναγκών.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν, δεν άλλαξαν και  πολλά. Αλλά τι λέω, άλλαξαν και παράλλαξαν. Η οικονομική κρίση θέρισε την εύθραυστη ελληνική πραγματικότητα, εκφυλίζοντας  με το hi tech λέιζερ της, συνειδήσεις επί συνειδήσεων, εκτός φυσικά από τους θανάτους που προκάλεσε με τους καταχθόνιους έμπιστους της, τα Μέτρα και την Λιτότητα.  Οι καρδιές των ανθρώπων σκλήρυναν, ο νεοναζισμός αναγεννήθηκε, η ποιότητα στις διαπροσωπικές  σχέσεις εκμαυλίστηκε.

Νέος άνδρας πια, περιπλανήθηκα, έψαξα διεξόδους και εντέλει συμβιβάστηκα. Για κάποιο διάστημα ακολούθησα το κοπάδι ως άλλο ένα καλογυαλισμένο γρανάζι της απρόσωπης μηχανής. Όμως δεν ήμουν μόνος μου, το παιδικό κομμάτι μου, εξακολουθούσε να ζει, δεν ήταν απογοητευμένο σε αντίθεση με τον σχεδόν παραιτημένο ενήλικα.

Ξέσπασε σκληρή μάχη, οι κοινωνικοί περιορισμοί μάταια προσπαθούσαν να καταστείλουν την επανάσταση της δημιουργικότητας. Η μάχη δεν διεξαγόταν με συμβατικά όπλα καθώς εκεί θα είχε την υπεροχή ο ενήλικος, αλλά με ανταρτοπόλεμο κυρίως κατά την διάρκεια των νυχτερινών κρίσεων συνείδησης.

Αν υπήρχε κάποια υπερβατική εταιρία στοιχήματος, δεν θα δεχόταν στοιχήματα υπέρ του νεαρού συνειδησιακού κομματιού, ούτε εγώ ο ίδιος δεν θα ποντάριζα στο φαντασματάκι του παρελθόντος.  Τα χρόνια περνούσαν η μάχη διεξαγόταν αδιαλείπτως , η καθημερινότητα της  ζωής μου, διανθισμένη από τον πόνο και την μελαγχολία της Αβύσσου (κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις), δεν βάδιζε πουθενά. Η στασιμότητα του Σκοταδιού απτή και πανίσχυρη. Όμως το Φως μέσα μου δεν εγκατέλειψε τον αγώνα, αγωνίστηκε και νίκησε έναν απρόσωπα οικείο εχθρό.

Άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι ο φόβος της προσαρμογής στα καθιερωμένα άγχη  και τις απαιτήσεις της κοινής γνώμης δεν οδηγεί πουθενά αλλού, πέρα από την ηθική κατάπτωση της προσωπικότητας μου και στην εξολόθρευση της ενεργειακής μου Δημιουργικότητας. Αποδέχτηκα τα καταπιεσμένα θέλω μου, τις πνευματικές ανάγκες της Φαντασίας μου. Αναγνώρισα τα ελαττώματα, αγκαλιάζοντας τα κατάλοιπα των διαφόρων επίκτητων παθογενειών μου, χωρίς φόβο, αλλά με ένα ακόρεστο πάθος για ζωή.

Ο ‘’εμφύλιος’’ ωστόσο δεν είναι μία εφήμερη κατάσταση ούτε κερδίζεται από την μια στιγμή στην άλλη. Απαιτεί αδιάκοπη πάλη, ένα επίπεδο αυτογνωσίας και πάνω από όλα να είσαι ανοικτός στην φωτεινή πλευρά του  φεγγαριού, αποκομίζοντας μονάχα μόνο όσα σε ανυψώνουν, εξελίσσοντας σε.  Χρειάζεται να είσαι προσεκτικός καθώς ο εχθρός είναι πονηρός και σε εγρήγορση, πανέτοιμος να εκμεταλλευτεί τις αδυναμίες που κρύβουμε όλοι μέσα μας.

Δεν παίζει κάποιο ρόλο αν αυτές είναι οι πραγματικές ανησυχίες του υποφαινόμενου, οι δικές σου, της μαμάς (με την καλή έννοια) μας, του φίλου ή κάποιου κοινού γνωστού μας. Αυτό που έχει σημασία είναι η θλίψη και ο πεσιμισμός που επικρατεί γύρω μας, όλοι έχουμε τέτοια παραδείγματα. Ένα σκοτεινό πέπλο έχει τυλίξει την πόλη από άκρη σε άκρη πνίγοντας τους ανθρώπους και τα όνειρα τους.

Όμως κάπου κάπου εμφανίζονται κάποιες φωτεινές δέσμες, κάποιες πυγολαμπίδες. Είναι εκείνοι που δεν συμβιβάζονται με τις ανούσιες, βαλτώδεις αλυσίδες, εκείνοι  που αρνούνται την παράδοση των όπλων και αγωνιούν για ένα πράγμα. Θέλουν να ζήσουν στο έπακρο, να χαρούν , να γελάσουν, να ερωτευθούν. Να δημιουργήσουν συναισθήματα ακόμη  και εκεί που δεν υπάρχει πρόσφορο  έδαφος.

Αποξενωμένες μεταξύ τους φαντάζουν ασήμαντες, μικροσκοπικές, όταν όμως η μία πυγολαμπίδα βρει την άλλη και την άλλη, το φως εκτοπίζει το σκοτάδι, η χαρά κερδίζει την κακομοιριά, η γνώση/πίστη σε σένα τα κόμπλεξ κατωτερότητας. Η Ζωή εξακοντίζει τον Θάνατο και τα τσιράκια του…

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

15 − 11 =

Simple Share Buttons