Από τον Abraham Gefuropoulos

Τρομάζει, σοκάρει, μελαγχολεί. Ο θάνατος από καταβολές του χρόνου ήταν ο μεγαλύτερος φόβος και εχθρός για όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως των κοινωνικοπολιτικών διαφορών που αναπτύσσονταν κατά την διάρκεια της ιστορικής εξέλιξης. Το είδος μας αναπτύχθηκε πέρα ίσως από κάθε φαντασία, επιβλήθηκε δια της βίας στους φυσικούς μηχανισμούς του πλανήτη μας, ωστόσο λύση στο μεγαλύτερο από τα προβλήματα του δεν κατάφερε να βρει.

 
Ως αντιστάθμισμα στις υπαρξιακές του ανησυχίες ο άνθρωπος κινήθηκε σε διάφορα επίπεδα. ‘’Γέννησε’’ θρησκείες, ανέπτυξε φιλοσοφικά ρεύματα, ‘’καλλιέργησε’’ το πολιτιστικό του υπόβαθρο, αλλά ίσως αυτό που τον καθησύχασε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, αποσπώντας την προσοχή του από την θνησιγενή του υπόσταση, ήταν ο αθλητισμός και  η ζωτικότητα που απέρρεε από αυτόν. Ανεξάρτητα από την διάκριση ερασιτεχνικός-επαγγελματικός, ατομικός ή ομαδικός, στρατευμένος-ταξικός, ο αθλητισμός προσφέρει σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων την διέξοδο εκείνη που τόσο λαχταράει. Η ένταση του παιχνιδιού, η κόντρα, ο συναγωνισμός, η χαρά/λύπη του αποτελέσματος μεταγγίζει ενδοφλέβια στο άτομο μία εφήμερη αδρεναλίνη, ικανή να καταπραΰνει το νου, χωρίς να επαληθεύει ωστόσο την αισιοδοξία της αιωνιότητας.

Τι συμβαίνει όμως στο άκουσμα ειδήσεων όπως αυτής της αεροπορικής τραγωδίας με το ξεκλήρισμα μίας ολόκληρης ποδοσφαιρικής ομάδας (Τσαπεκοένσε) και της αποστολής που την συνόδευε; Τι συμβαίνει όταν ο θάνατος συναντάει τον αθλητισμό, γκρεμίζοντας ένα από τα τελευταία προπύργια της ελπίδας (δεν έχει σημασία αν είναι βάσιμη ή όχι); Σίγουρα μία αίσθηση μακάβριας θλίψης για τις άδικα χαμένες ψυχές και ένα έμφυτο ανθρώπινο γνώρισμα συμπαράστασης για τους οικείους  των θυμάτων που έμειναν πίσω.

Όμως σε προσωπικό επίπεδο, τραγωδίες με τα χαρακτηριστικά που συνοδεύουν την μοιραία πτήση της Lamia, δηλαδή ο ξαφνικός θάνατος νεαρών ανθρώπων, γνωστών στο ευρύ κοινό της χώρας τους (και όχι μόνο) , εξαιτίας της ιδιαίτερης φύσης του λαοφιλούς επαγγέλματος τους, καθώς και οι εν γένει λεπτομέρειες που έγιναν αργότερα γνωστές, θέτουν το υπαρξιακό πρόβλημα σε μία διαφορετική βάση, χωρίς αυτή να αποκτάει απαραίτητα αρνητικά απαισιόδοξη χροιά.

Θα μπορούσαμε να εξετάσουμε το πρόβλημα μας, συγκριτικά προσφέροντας ίσως μια πιο φωτεινή ματιά, όσο γίνεται βέβαια,  δεδομένων πάντα των συνθηκών. Σε ένα αλληγορικά  υπερβατικό επίπεδο η συντριβή του αεροσκάφους και το σχεδόν ολοκληρωτικό ξεκλήρισμα των άτυχων και αμέριμνων επιβατών του, μπορούν να ενσαρκώνουν την πορεία της ανθρώπινης ύπαρξης. Την πεμπτουσία-κατάρα που μας χαρακτηρίζει και μας τρομοκρατεί.

Γεννιόμαστε απογυμνωμένοι από τα βαρίδια της ζωής, αλλά το ρολόι της αντίστροφης μέτρησης έχει ήδη ξεκινήσει με την προκαθορισμένη και καταγραμμένη στο DNA μας, μελαγχολική  κατάληξη. Όποιοι και αν είναι οι γονείς, η ταξική-οικονομική μας κατάσταση, οι ευκαιρίες που έχουμε  ή μας παρουσιάζονται κατά τη διάρκεια του ενήλικου ταξιδιού μας το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Το σκοτάδι της λήθης. Μερικοί από μας αξιοποιούμε τον λιγοστό χρόνο εποικοδομητικά, αφιερώνοντας τον σε ασχολίες που έχουν σημασία και αισθήματα με αξία. Κάποιοι άλλοι αναλώνονται σε φθοροποιές καταστάσεις, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που ζουν παρασιτικά ή αποτελούν κίνδυνο για άλλους. Σε κάθε περίπτωση ο κυνικός ρεαλισμός τείνει να αποτελέσει ίδιον μας.

Όμως η θνησιγενής φύση του σώματος μας έρχεται σε σύγκρουση με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και της πνευματικής διάνοια μας. Ψάχνουμε για το ελάχιστο, το οτιδήποτε εκείνο που μπορεί να έχει ευεργετική σημασία, να αποτελέσει δηλαδή έναν υπέρλαμπρο φάρο θετικής ενέργειας. Στην περίπτωση της Τσαπεκοένσε μπορούμε να διακρίνουμε την προσήλωση, την άρνηση του θανάτου στα πρόσωπα των λιγοστών ανθρώπων που επιβίωσαν της συντριβής. Αν η σωτηρία τους οφείλεται σε τυχαίους μεταφυσικούς λόγους ή εξαιτίας μιας ιδιαίτερης προσωπικής θέλησης και απέχθειας  μπροστά στο επικείμενο τέλος δεν το γνωρίζουμε και ούτε έχει σημασία.

Αυτό που ξέρουμε με βεβαιότητα είναι ότι η ζωή ακόμη και στις πιο μαύρες εκδοχές της, συνεχίζει να αποτελεί θέλγητρο για όσους μένουν πίσω. Πρέπει να καταλάβουμε ότι η λαϊκή δοξασία ‘’ζούμε και για εκείνους που χάθηκαν απροσδόκητα βίαια’’, δεν αποτελεί ένα απλό φληνάφημα ή ένα λογοτεχνικό τέχνασμα ευαισθητοποίησης των αναγνωστών. Αντίθετα η επιβίωση των λιγοστών επιβαινόντων μπορεί να μας ανοίξει τα μάτια για την εγγενή ικανότητα μας να ξεπερνούμε τα εμπόδια ακόμη και τα πιο ακανθώδη, συνεχίζοντας προς τα εμπρός. Ίσως χρειάζεται να κατανοήσουμε ότι η παρουσία μας σε τούτο τον μαγευτικά όμορφο κόσμο έχει ημερομηνία λήξης.

Ίσως συνειδητοποιώντας τις απλές στιγμές που μας χαρίζονται, την επόμενη φορά που νιώθουμε κουρασμένοι να μην φωνάξουμε στον υφιστάμενο μας, να μην χλευάσουμε εκείνους με διαφορετικές ανάγκες ή χώρα προέλευσης. Η ίσως αναμοχλεύοντας εικόνες που πιστοποιούν την ταπεινότητα της ύπαρξης μας να μην επιθυμήσουμε να συμμετάσχουμε σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους και αντί αυτού να θελήσουμε να συμβάλλουμε στην ειρηνική πρόοδο της κοινωνίας. Ας μην πετάμε στα απορρίμματα την πολύτιμη πεμπτουσία μας, στοχεύοντας σε ανούσιους σκοπούς.  Δεν αξίζει πραγματικά…

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

10 + five =

Simple Share Buttons