Ο Ζακ Λακάν πέρα από το ανάθεμα και την προσωπολατρία

0

του Νίκου Μυλωνά*

Με αφορμή δύο πρόσφατες εκδόσεις

Μια εναλλακτική ιστορία της μεταπολεμικής ψυχανάλυσης θα μπορούσε να ανασκευαστεί με βάση όλες εκείνες τις φορές που οι επικριτές της ανακοίνωσαν τον θάνατο της. Με την ανάπτυξη του αμερικανικού συμπεριφορισμού θεωρήθηκε ότι η ψυχανάλυση θα εγκαταλειφθεί ως μέθοδος παρέμβασης στις ψυχικές διαταραχές αντικαθιστώμενη από διάφορες τυποποιημένες τεχνικές ελέγχου των συμπεριφορών και των συμπτωμάτων. Έπειτα, στη δεκαετία του 1960, ήταν οι φαρμακολογικές θεραπείες που υποτίθεται θα εκθρόνιζαν την ψυχανάλυση και θα αποτελούσαν τη μοναδική αποτελεσματική επιλογή για την αντιμετώπιση του άγχους, της κατάθλιψης και άλλων προβλημάτων της ψυχικής σφαίρας. Μερικές δεκαετίες αργότερα η πρόοδος των επιστημών του εγκεφάλου δημιούργησε προσδοκίες στους αρνητές της ψυχανάλυσης ότι αυτή θα χάσει πλέον και τη νομιμοποίηση που είχε ως το πληρέστερο μοντέλο περιγραφής των ψυχικών λειτουργιών.

Παρά τις  συνεχείς αναγγελίες θανάτου και την υπερεκατονταετή πλέον συζήτηση σχετικά με την επιστημονικότητα και την αποτελεσματικότητα της, η ψυχανάλυση παραμένει σήμερα βασική ψυχοθεραπευτική μέθοδος που συνεχίζει να τροφοδοτεί θεωρητικά και πρακτικά ακόμα και ψυχοθεραπευτικές παραδόσεις με τις οποίες παρουσιάζει μεγάλες διαφορές. Την ίδια στιγμή η ψυχαναλυτική θεωρία αποτελεί δημοφιλές εννοιολογικό πλαίσιο για την κατανόηση πολυάριθμων φαινομένων που ξεφεύγουν από τη σφαίρα της ψυχοπαθολογίας και της κλινικής. Σε αυτήν την κατεύθυνση καθοριστική ήταν αφενός η συμβολή του ιδρυτή της, Ζίγκμουντ Φρόυντ (Sigmund Freud) ο οποίος συνέγραψε πέρα από τα αμιγώς κλινικά έργα, και βιβλία που είχαν μεγαλύτερη συνάφεια με τα πεδία της ανθρωπολογίας, της θρησκειολογίας και της λογοτεχνίας. Ωστόσο, εξίσου καθοριστική ήταν η συνεισφορά του Ζακ Λακάν (Jacques Lacan) που δημιούργησε μια ριζικά αναθεωρημένη εκδοχή της ψυχαναλυτικής πρακτικής και θεωρίας  περισσότερο εμπνευσμένη από κλάδους όπως η φιλοσοφία, η γλωσσολογία, και η λογοτεχνία και λιγότερο ιατρικοκεντρική.

Ο Ζακ Λακάν αποτελεί αναμφίβολα μία από τις περισσότερο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της ψυχανάλυσης και γενικότερα των επιστημών του ανθρώπου. Το ιδιαίτερο και σκοτεινό ύφος των γραπτών και της διδασκαλίας του έρχεται σε χτυπητή αντίθεση με τη σαφήνεια και την ευγλωττία του Φρόιντ του οποίου τα έργα διαβάζονται περισσότερο σαν αστυνομικά μυθιστορήματα και λιγότερα σαν συνηθισμένα επιστημονικά συγγράμματα. Ο αμύητος αναγνώστης των λακανικών έργων θυμίζει τον νεαρό Ταίρλες (Törless), τον ήρωα του έργου του Ρόμπερτ Μούζιλ (Robert Musil)  με τίτλο «Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες» (εκδ. Πατάκη, 2001) ο οποίος επιχειρεί σε νεαρή ηλικία να διαβάσει την Κριτική του Καθαρού Λόγου του φιλοσόφου Ιμάνουελ Καντ και καταλήγει να αδυνατεί ακόμα και να αγγίξει το βιβλίο.

Και αν το ερμητικό ύφος δεν αποθαρρύνει τον αναγνώστη τότε θα είναι ιδιόμορφες και ανορθόδοξες πτυχές της ψυχοθεραπευτικής πρακτικής του Λακάν που θα τον απομακρύνουν από αυτό το διανοητικό οικοδόμημα. Όπως συμβαίνει με κάθε αμφιλεγόμενο στοχαστή οι ιδέες του Λακάν έχουν είτε αποδοκιμαστεί με σφοδρότητα είτε υιοθετηθεί με μια ευλάβεια που θυμίζει περισσότερο κακόφημη αίρεση παρά σχολή σκέψης. Ο Λακάν αποτελεί τον άνθρωπο που ένας διανοητής του βεληνεκούς του Νόαμ Τσόμσκι (Noam Chomsky) αποκάλεσε διασκεδαστικό τσαρλατάνο και για τη σκέψη του οποίου ο Κορνήλιος Καστοριάδης (αν και ψυχαναλυτής βαθιά επηρεασμένος από τη λακανική θεωρία) απεφάνθη ότι «[ο λακανισμός] είναι τερατώδης[1]». Ταυτόχρονα, η λακανική προσέγγιση έχει υποστηριχθεί με πάθος από εκατοντάδες ψυχαναλυτές που συναγωνίζονται μεταξύ τους για το ποιος/α θα μιμηθεί καλύτερα το λακανικό ιδίωμα οδηγώντας σε βερμπαλισμούς που δυσκολεύουν την κατανόηση ακόμη και για τους μυημένους.

Ωστόσο, ανάμεσα σε αυτές τις δύο τοποθετήσεις υπάρχει μια διαρκώς διευρυνόμενη ομάδα ακαδημαϊκών που εργάζονται στα πεδία της πολιτικής θεωρίας, της κοινωνιολογίας, του κινηματογράφου και των σπουδών φύλου (ενδεικτικά ας αναφέρουμε τον Slavoj Zizek, τον Γιάννη Σταυρακάκη, τη Jacqueline Rose, και τη Judith Butler) οι οποίοι παρά τις μεταξύ τους διαφορές θεωρούν ότι η λακανική σκέψη μπορεί να εφοδιάσει τον κριτικό στοχασμό με διανοητικά εργαλεία που θα επιτρέψουν την περιγραφή αλλά και την αμφισβήτηση της σύγχρονης ψυχοκοινωνικής συνθήκης. Υπό αυτήν την οπτική οι ιδέες του Λακάν για τη γλώσσα, την επιθυμία, το ασυνείδητο και την ίδια τη φύση της πραγματικότητας θεωρούνται ενδιαφέρουσες για τη μελέτη φαινομένων που ξεφεύγουν από τη σφαίρα της παραδοσιακής ψυχαναλυτικής πρακτικής (ψυχώσεις, διαστροφές, τραύμα). Ζητήματα όπως  η ιδεολογία, ο φανατισμός, ο ρατσισμός, η τρομοκρατία, και οι έμφυλες σχέσεις θεωρούμενα υπό το λακανικό πρίσμα αποκτούν  διαστάσεις  που παραδοσιακές προσεγγίσεις αγνοούν.

Το 2017 η ελληνόφωνη ψυχαναλυτική γραμματεία υποδέχτηκε δύο σχετικά με το έργο του Ζακ Λακάν βιβλία που πιθανότατα θα συντελέσουν στο να γίνει αυτό περισσότερο προσιτό στο ελληνικό κοινό και να αρθεί εν μέρει η δυσκολία της επαφής με τις ιδέες του σημαντικού αυτού στοχαστή.

Το βιβλίο του Sean Homer με τίτλο «Εισαγωγή στον Ζακ Λακάν»  δημοσιευμένο στα ελληνικά από τις εκδόσεις Oposito σε μετάφραση της Στέλλας Μαύρη και επιμέλεια της Ευγενίας Γεωργάκα αποτελεί χωρίς αμφιβολία έναν διανοητικό άθλο. Με μια μικρή σχετικά έκταση καταφέρνει αφενός να παρουσιάσει το κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο διαμόρφωσης του υπόβαθρου της λακανικής σκέψης, αφετέρου καθιστά προσβάσιμες κεντρικές ιδέες της σκέψης αυτής. Μία από τις πολλές αρετές του βιβλίου είναι η δόμηση των περιεχομένων του με βάση έξι διαφορετικές έννοιες-θεματικές που απασχόλησαν και αποτέλεσαν εν τέλει τους πυλώνες του θεωρητικού οικοδομήματος του Λακάν: φαντασιακό, συμβολικό, πραγματικό, οιδιπόδειο σύμπλεγμα και φαλλός, υποκείμενο, και η διαφορά των φύλων. Το βιβλίο θα αποτελέσει ένα ιδιαίτερα χρήσιμο ανάγνωσμα για όσους ενδιαφέρονται τόσο για τις βασικές ιδέες της ψυχανάλυσης όσο και για το έργο μειζόνων στοχαστών της μεταπολεμικής περιόδου όπως ο Λουί Αλτουσέρ (Louis Althusser), ο Ερνέστο Λακλάου (Ernesto Laclau), ο Κορνήλιος Καστοριάδης, αλλά και σύγχρονοι διανοητές όπως ο Alain Badiou, η Judith Butler και ο Slavoj  Žižek. Μάλιστα ο τελευταίος στο δικό του εισαγωγικό έργο στον Λακάν αναφέρει το βιβλίο του Homer ως την «καλύτερη σύντομη γενική εισαγωγή»[2].

Εξίσου σημαντική εξέλιξη για τις λακανικές σπουδές στην Ελλάδα είναι και η κυκλοφορία του τόμου «Ο Lacan και η επιστήμη» σε επιμέλεια των Jason Glynos και του Γιάννη Σταυρακάκη και σε μετάφραση της Έλενας Ψυλλάκου από τις εκδόσεις ΡΟΠΗ. Ο τόμος αυτός, αρχικά δημοσιευμένος στα αγγλικά το 2002, περιέχει συνεισφορές τόσο των επιμελητών όσο και άλλων σπουδαίων μελετητών του λακανικού στοχασμού όπως ο Ζακ Αλαίν Μιλλέρ (Jacques-Alain Miller), ο Μπρους Φινκ (Bruce Fink), ο Ρικ Λουζ (Rik Loose) και ο Σλάβοϊ Ζίζεκ.  Ο τόμος αποτελεί απαραίτητο ανάγνωσμα για κάθε μελετητή του έργου του Λακάν με κείμενα που αφορούν τη σχέση ψυχανάλυσης, επιστήμης και αλήθειας και απαντούν άμεσα ή έμμεσα σε διαφόρων ειδών κριτικές που έχουν διατυπωθεί ενάντια στην ψυχαναλυτική θεωρία.

Εν κατακλείδι, οι δύο αυτές πρόσφατες κυκλοφορίες συντελούν στην ανανέωση του ενδιαφέροντος για μη-κλινικές διαστάσεις του ψυχαναλυτικού στοχασμού και ιδιαίτερα των ιδεών του Ζακ Λακάν οι οποίες αποδεικνύονται εξαιρετικά χρήσιμες  όχι μόνο τους ίδιους τους ψυχαναλυτές αλλά και για κάθε άνθρωπο που ενδιαφέρεται να κατανοήσει τα προβλήματα, τις προκλήσεις και τις προοπτικές της εποχής μας.

*Ο Νίκος Μυλωνάς είναι υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Durham.

[1] Καστοριάδης, Κ. (1991). Τα σταυροδρόμια του λαβυρίνθου. Αθήνα: Εκδόσεις Ύψιλον

[2]  Žižek, S. (2007). How to read Lacan. Νέα Υόρκη & Λονδίνο: W.W. Norton & Company, σ. 130.

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

nineteen + four =

Simple Share Buttons