Ο Σολωμός και η απόλυτη πολιορκία

0

Του Γιάννη Δημογιάννη

«Η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλλει την ανθρώπινη ψυχή»

Κυριακή των Βαΐων. Μία χούφτα αποστεωμένων ψυχών, ένα σμήνος από ξέπνοα χελιδόνια, συνάζονται φοβισμένα, προτού την ύστατη φυγή τους. Η επανάσταση, που έγινε κατάρα. Η ελπίδα, που κατάντησε εφιάλτης. Η ελευθερία, που αποδείχθηκε φρικτή καταδίκη. Εν τέλει,  ο πολιορκημένος άνθρωπος, που συνθλίβεται μπροστά στο σαβανωμένο του όνειρο, από την ανελέητη, εξωτερική και εσωτερική πολιορκία. Είναι η ώρα, που όλα τα σημάδια – όπως μολογά ο ποιητής – συνωμοτούν με τη βεβαιότητα της επερχόμενης συντριβής: «η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλλει την ανθρώπινη ψυχή ∙ θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της.» Η εικόνα φαντάζει απαράμιλλη. Ο επαναστάτης ήρωας νιώθει πως,  ανεξάρτητα από τη βούληση και τον αγώνα του, το τέλος διαγράφεται αναπότρεπτο, σχεδόν νομοτελειακό. Τα ερωτήματα ανακυκλώνονται βασανιστικά, καθώς παραμένουν μετέωρα, αναπάντητα. Μπροστά όμως στη σχεδόν προ-τετελεσμένη σφαγή των αμνών, με τι κουράγιο, η ψυχή να ορθώσει το ανάστημά της; Πώς δύναται ν’ αντέξει μέσα σε τέτοιο ασφυκτικό κλοιό; Πώς μπορεί – ιδίως τη στιγμή της πιο ματωμένης οδύνης – να υπομείνει την Άνοιξη της ωραιότητας, ή απλά, την ωραιότητα της τελευταίας Άνοιξης; Μονάχα ο ποιητής μοιάζει ν’ αφουγκράζεται το πρόσωπο της αγωνίας: «Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι ’δες ∙ Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!» Είναι, ίσως, ο μόνος που κατέχει πως ο ύψιστος κίνδυνος για το υποκείμενο είναι «η ανάδυση της ψυχής του».

«Ελεύθεροι πολιορκημένοι»! Σπάνια, δύο λέξεις θα μπορούσαν να χωρέσουν αυθύπαρκτη, την τραγωδία της ανθρώπινης Οδύσσειας. Να αποκρυσταλλώσουν, δηλαδή, την εναγώνια πάλη των εγκόσμιων δυνάμεων, οι οποίες πασχίζουν μάταια να συσπειρώσουν τις πενιχρές και εξαντλημένες τους εφεδρείες, προκειμένου ν’ αντιπαρέλθουν, σε μία άνιση μάχη, τις ανυπέρβλητες δυνάμεις του εχθρού. Εξάλλου, οι ελάχιστοι υπερασπιστές, που ξέμειναν στο δύσμοιρο Αλωνάκι της Λιμνοθάλασσας, δεν τρέφουν πλέον την παραμικρή ψευδαίσθηση νίκης ή κάποια αμυδρή, έστω, προσδοκία Λύτρωσης. Και αυτό, γιατί έχουν συνειδητοποιήσει  πως, στους κόλπους της ανίερης συμμαχίας του Κακού, συνασπίζονται σύσσωμες, όλες οι δυνάμεις του σκότους, της φθοράς, της αλλοτρίωσης. Θαρρείς μέχρι και η φύση ενδύεται την ανυπέρβλητη ομορφιά της, καθιστώντας ανυπόφορο τον «Πειρασμό» αυτού του στερνού μαρτυρίου: «Γλυκειά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα»… Γιατί, μιλώντας ο Σολωμός γι’ αυτήν  την κατάσταση της υπέρτατης δοκιμασίας – την «Ερημική γαλήνη» – τονίζει πως απορρέει από τη βαθύτερη «επίγνωση της ανθρώπινης τραγωδίας και της μοναξιάς του υποκειμένου».

Το ζητούμενο, βέβαια, είναι αν ο Πολιορκημένος άνθρωπος, όντας εγκαταλελειμμένος σε τούτη την ερημιά, μπορεί να σταθεί πια όρθιος. Ή διαφορετικά, τι περιθώρια έχει για την ύπαρξη και τον αγώνα του, ώστε η Έξοδός του να αποβεί λυτρωτική. Πλην όμως, ο εθνικός μας ποιητής, παραμένοντας προσηλωμένος στα φιλοσοφικά ρεύματα του 19ου αιώνα, καθώς και τα επαναστατικά κινήματα της λεγόμενης «Δημοκρατίας των ιδεών», δεν τρέφει πια φρούδες ελπίδες. Άλλωστε, για τον αστό κόντε, ο άνθρωπος, από την ίδια, την οντολογική του υπόσταση, φαίνεται εγκλωβισμένος σ’ ένα μοιραίο παιχνίδι, όπου η «τράπουλα» μοιάζει εξ αρχής, σημαδεμένη… Τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης αποδεικνύουν προφανώς του λόγου του το Αληθές: Ο νους φαντάζει ασταθής, και ανισόρροπος. Η ψυχή, ευάλωτη. Το σώμα, εκ φύσεως φθαρτό. Ενώπιον, λοιπόν, αυτής της συνωμοσίας, ποια περιθώρια δια-φυγής περισσεύουν στον αγώνα, για αξιοπρέπεια, και αυτοπροσδιορισμό; Τελικά, οι Μεσολογγίτες επισφραγίζουν το θρίαμβο τους, γι’ αυτό ακριβώς το λόγο ∙ αν και τραγικά πολιορκημένοι, παρέμειναν ελεύθεροι!

«Όποιος πεθαίνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει», λέει ο στίχος. Να ξέρεις πως ο Απρίλης, ο μήνας που από τη γέννα του πλάστηκε, για να χορεύει και να γελά με τον έρωτα, σημαίνει τώρα το δικό σου θάνατο. Και, ίσως, κάπου εδώ έγκειται το θαύμα, το μυστήριο της υπέρβασης. Γιατί η Έξοδος των πολιορκημένων ψυχών προς την Ελευθερία ήταν, μάλλον, η μόνη, ατόφια, ανθρώπινη κατάφαση της Άνοιξης.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ένθετο του Νόστιμον Ήμαρ στον Δρόμο της Αριστεράς, την Παρασκευή 8.4.2017

Κάθε Σάββατο κυκλοφορεί στα περίπτερα το έντυπο Νόστιμον Ήμαρ ένθετο στον Δρόμο της Αριστεράς.

dromos-n

.

 

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Γιάννης Δημογιάννης

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Αφήστε Ένα Σχόλιο

nineteen − nine =

Simple Share Buttons