Ο ρόλος των Κέντρων Πρόληψης στην ενσωμάτωση του προσφυγικού πληθυσμού

1

Των Διονυσία Κούτση, Μιχάλη Παπαντωνόπουλου

Το άρθρο γράφεται ως συμμετοχή στον διάλογο γύρω από το βιβλίο του Σωματείου των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης», που διεξάγεται στο πλαίσιο του αφιερώματος «Ανάμεσα σε Κρότους και Σιωπές» και φιλοξενείται στο Νόστιμον Ήμαρ. Ο λόγος της συμμετοχής μας ως εργαζόμενοι στο πεδίο του προσφυγικού ζητήματος, είναι η συμφωνία μας με την τεκμηριωμένη θέση των συναδέλφων ότι η εστίαση στην καθολική πρόληψη, στη βαθειά,  πλατιά και συνεχή δουλειά με την κοινότητα για την ενεργοποίησή της γύρω από όσα την αφορούν, είναι μια σύγχρονη, δημοκρατική και αποτελεσματική προσέγγιση φαινομένων. Μεταξύ αυτών και του προσφυγικού φαινομένου, όπου κατ’ επανάληψη η εστίαση των πολιτικών βρίσκεται δυστυχώς στην αντίθετη κατεύθυνση, της διαχείρισης και του εφήμερου.

Ο πρώτος χρόνος της προσφυγικής κρίσης εξαντλήθηκε στις προσπάθειες παροχής ασφαλών συνθηκών διαβίωσης στα προσωρινά κέντρα φιλοξενίας προσφύγων, στα νησιά και την ηπειρωτική χώρα, προσπάθειες που επικεντρώθηκαν κυρίως στην βελτίωση των εγκαταστάσεων εν όψει του χειμώνα (“winterization”). Η οικονομική επένδυση για την «βελτίωση» των συνθηκών διαβίωσης, φαίνεται να αμφισβητεί στην πράξη το καθεστώς προσωρινότητάς τους, αναδεικνύοντας το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει ο προσφυγικός πληθυσμός. Δεν μπορούν να προχωρήσουν, δεν μπορούν να επιστρέψουν πίσω.

Μέχρι στιγμής, η ψυχοκοινωνική παρέμβαση επικεντρώθηκε κυρίως στον τομέα της προστασίας (“protection”) των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων που φιλοξενούνταν στα κέντρα, όπως οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, οι ανήλικοι γενικότερα και οι γυναίκες. Αυτό που περιγράφεται ως δευτερογενής πρόληψη ή ως ενδεδειγμένη πρόληψη[i]. Ωστόσο, ήδη έχει διαφανεί η ανάγκη για ολοκληρωμένη ψυχοκοινωνική υποστήριξη (“case management”), καθώς, τα ζητήματα που προκύπτουν, δεν εξαντλούνται στην βία, την κακοποίηση και την παραμέληση.

Η συνολική ψυχοκοινωνική υποστήριξη οφείλει να λαμβάνει υπόψη αφενός το περιβάλλον μέσα στο οποίο διενεργείται, που στην συγκεκριμένη περίπτωση αφορά στους περιφραγμένους και απομονωμένους χώρους των κέντρων φιλοξενίας, και αφετέρου τους όρους, που κυρίως τέθηκαν από τις ανθρωπιστικές μη κυβερνητικές οργανώσεις μέσα σε καθεστώς κατεπείγοντος. Οι επείγουσες αυτές παρεμβάσεις ασκούνται με τρόπο αποσπασματικό και επικεντρωμένο στην εξατομικευμένη αντιμετώπιση. Η παροχή  υπηρεσιών με όρους ανθρωπιστικής βοήθειας διαμορφώνει την ταυτότητα του πρόσφυγα ως ωφελούμενου, παθητικοποιημένου και εν αναμονή, συμβάλλοντας στον κοινωνικό του αποκλεισμό[ii].

Ο δεύτερος χρόνος παρέμβασης στην κρίση οφείλει να στοχεύει στην ένταξη του προσφυγικού πληθυσμού στην ελληνική κοινωνία, για όσο χρειαστεί. Μέχρι τότε, η ψυχοκοινωνική υποστήριξη δεν μπορεί να εξαντλείται στα δύο άκρα της, στις εξειδικευμένες υπηρεσίες και στη βασική υποστήριξη, αλλά οφείλει να συμπεριλάβει την ενεργοποίηση των απαραίτητων κοινωνικών δικτύων και την ανάπτυξη των κοινωνικών πρακτικών με γνώμονα την κοινοτική συνύπαρξη[iii].

Οι παρεμβάσεις αυτές δεν μπορούν να ασκηθούν από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις, οι οποίες, σταδιακά αποχωρούν από το πεδίο της παρέμβασης. Ως εκ τούτου, τίθεται επιτακτικά η αναγκαιότητα για τον σχεδιασμό της στρατηγικής επιπολιτισμοποίησης από θεσμικούς φορείς. Ο σχεδιασμός αυτός θα πρέπει να είναι κεντρικός και ενιαίος αλλά ταυτόχρονα θα πρέπει να εξειδικεύεται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των περιοχών στις οποίες οι πρόσφυγες θα ενταχθούν. Τον ρόλο αυτόν δεν θα μπορούσαν να τον επιτελέσουν μόνοι τους νεοσύστατοι φορείς που αφενός θα χρειάζονταν χρόνο προκειμένου να αποκτήσουν δεσμούς με τις τοπικές κοινωνίες και ταυτόχρονα με τις κοινότητες των προσφύγων[iv] και αφετέρου δεν θα έχουν την θεωρητική γνώση και τεχνική κατάρτιση για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των απαραίτητων κοινοτικών παρεμβάσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η ένταξη των παιδιών προσφύγων στα δημόσια σχολεία των περιοχών των κέντρων φιλοξενίας, μέσω των ΔΥΕΠ, αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα για την κοινωνική ένταξη, μιας και ανταποκρίθηκε στο αίτημα των παιδιών αφενός για θεσμική εκπαίδευση και αφετέρου στην δραστηριοποίηση εκτός της δομής. Ωστόσο, λόγω του απογευματινού ωραρίου δεν πραγματοποιήθηκε η συνάντηση μεταξύ των παιδιών και δεν προωθήθηκε η συνύπαρξη, ενώ το εκπαιδευτικό πρόγραμμα χρειάζεται βελτιώσεις.

Παρόλα αυτά, είναι απαραίτητο να υπάρξουν και άλλα βήματα, που θα αφορούν στο σύνολο του προσφυγικού πληθυσμού που ζει στα κέντρα φιλοξενίας, μέσω επικεντρωμένων παρεμβάσεων που θα λειτουργούν προληπτικά στο σύνολο των παραγόντων αποκλεισμού, όπως η παραβατικότητα, η εγκληματικότητα και οι εξαρτήσεις. Τα κέντρα πρόληψης θα μπορούσαν να συμβάλουν στην κοινωνική ενσωμάτωση, μέσω της ενδυνάμωσης των κοινοτικών δεσμών στις περιοχές που διαμένουν προσφυγικοί πληθυσμοί. Αξιοποιώντας τη μεθοδολογία των διαδικασιών πρόληψης και όντας συνδεδεμένα με την περιοχή δράσης, μπορούν με μια διπλή διεργασία, αφενός να συμβάλλουν στην ενδυνάμωση των κοινοτικών δεσμών της προσφυγικής κοινότητας και αφετέρου να προετοιμάσουν τη συνάντηση της μεγάλης κοινότητας με τον προσφυγικό πληθυσμό μέσω της αναγνώρισής του ως ισότιμου μέλους.

Συγκεκριμένα, πέρα από τη δράση στους χώρους διαμονής των προσφύγων, στα ανοιχτά κέντρα φιλοξενίας, στα διαμερίσματα και τις καταλήψεις, είναι απαραίτητη η προληπτική παρέμβαση στις κοινότητες υποδοχής, σε φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, στην αστυνομία, την εκκλησία, σε συλλόγους γονέων, σε σχολεία, πολιτιστικούς και αθλητικούς συλλόγους, στη γειτονιά, σε φορείς υγείας, σε σύλλογοι εργαζομένων, με στόχο την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση. Τέλος, τα κέντρα πρόληψης, μπορούν να μεσολαβήσουν στην πραγματοποίηση της συνάντησης σε πεδία, όπως η εκπαίδευση, η εργασία, ο ελεύθερος χρόνος και ο δημόσιος χώρος. Η αντιμετώπιση του προσφυγικού ζητήματος είναι μια διαδικασία σε εξέλιξη με πολλούς δρώντες σε πολλαπλά πεδία και επίπεδα.

Το παρόν διάστημα είναι κρίσιμο, μιας και μετά την απομάκρυνση των ανθρωπιστικών μη κυβερνητικών οργανώσεων ο κοινωνικός αποκλεισμός των προσφύγων θα ενταθεί, οδηγώντας στην περιθωριοποίηση υποομάδες του πληθυσμού που προσδοκούν στην ένταξη. Ο έγκαιρος σχεδιασμός της κατάλληλης στρατηγικής επιπολιτισμοποίησης αποτελεί ένα διακύβευμα, η θετική έκβαση του οποίου μπορεί μόνο να ωφελήσει την ελληνική κοινωνία υποδοχής.

Οι Διονυσία Κούτση και Μιχάλης Παπαντωνόπουλος είναι Ψυχολόγοι

[i] Σωματείο των Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας. «Κοινότητα, πρόληψη των εξαρτήσεων, Κέντρα Πρόληψης: Φιλοσοφία, πρακτική, προβλήματα, προτάσεις» (Αθήνα 2016), σελ. 33. Διαθέσιμο στο http://www.ideostato.gr/2016/11/e-book.html

[ii] Ο οποίος προστίθεται στους πολλαπλούς αποκλεισμούς που αντιμετωπίζει: κλειστά σύνορα, κλειστές δομές, περιορισμοί λόγω νομικού καθεστώτος.

[iii] «Συν-ειρμός» ΑμΚΕ Κοινωνικής Αλληλεγγύης, «Πρώτες Βοήθειες Ψυχικής Υγείας: Εγχειρίδιο εκπαιδευτή για την καθοδήγηση εργαζομένων στο πεδίο», (ΑΘΗΝΑ, 2016), σελ. 21

[iv] Χρόνος που δεν είναι διαθέσιμος.

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Simple Share Buttons