Ο φούρνος με τα αποκοιμισμένα σώματα

0

Aπό τον Γιάννη Δημογιάννη

«Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές                                                                                                              είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη                                                                                                  δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή                                                                                                                 γιατί είναι αμίλητη και προχωράει» (Γ. Σεφέρης, Τελευταίος σταθμός)

Η αμίλητη φρίκη της Ιστορίας. Αυτή που προχωράει σκυθρωπή και απρόσιτη μέσα στη δίνη του Χρόνου. Στ’ αλήθεια, ποιος θνητός, πιστεύετε, θα μπορούσε να βρει τη δύναμη να την αντικρύσει, να την χωρέσει, να την κατανοήσει ή, γιατί όχι, ακόμη και να συνομιλήσει μαζί της; Αντέχεται, άραγε, ο πόνος, η οδύνη που προκαλεί ένας βασανιστικός θάνατος, και πόσο δύνασαι να ανακαλείς διαρκώς το φρικτό σάβανό τους; Ίσως, μόνον η Τέχνη βρήκε κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης Οδύσσειας, τον τρόπο να επιστρέψει άφοβα στο τόπο του μαρτυρίου. Να ξεφυλλίσει κατά πρόσωπο την επετηρίδα του θανάτου, με τον δικό της, μοναδικό τρόπο: πάντα από απόσταση – ποτέ, μέσα από εύκολες απαντήσεις και συνταγές. Λες και αποκλειστικός σκοπός της δεν είναι πώς θα γίνει ευχάριστη, αρεστή ή αποδεχτή, αλλά πρωτίστως πώς θα αναδείξει εκείνες τις αιτίες που γέννησαν τη φρίκη, όσο κι αν αυτές εξακολουθούν να παγώνουν το αίμα στις φλέβες μας. Το πρόβλημα συνήθως προκύπτει, όταν εμείς αποστρέφουμε αλλού το βλέμμα, απορροφημένοι από τις καθημερινές μας έγνοιες. Όταν εμείς, δηλαδή, λέμε, σαρκάζοντας ανώδυνα:  «Σήμερα, μπούκωσα, δεν αντέχω άλλο ψυχοπλάκωμα! Πού να πάω απόψε σινεμά και ποιό έργο να δω; Πώς θα αντέξω ν’ ακούσω και πάλι για το Ολοκαύτωμα και τους φούρνους των Εβραίων; Πόσες φορές, πια; Και μόνο στην ιδέα, νιώθω ήδη νεκρός!» Λες και η Τέχνη είναι το ανώδυνο καταφύγιό μας, κάποιο ευτελές εργοστάσιο ψυχαγωγίας, πλασμένο, αποκλειστικά για να γεμίζει με τέρψη, τις χαραμάδες της ανίας και της αβάσταχτης ελαφρότητας.

Με τούτες τις αναπάντητες σκέψεις, προσήλθα προσφάτως στην κινηματογραφική λέσχη Πάτρας. Εκ των προτέρων, ήξερα πως η συγκεκριμένη ταινία θα καθόταν πολύ βαριά, στο υπογάστριο πολλών σινεφίλ. Κυρίως, βέβαια, των ανυποψίαστων θεατών, αυτών που συνήθως επιλέγουν να δουν μία ταινία, ανάλογα με την «βαρύτητά» της: «Πάω σινεμά, για να περάσω καλά. Τόσο απλά. Να ξεσκάσω, να νιώσω χαλαρά με τον εαυτούλη και τα φιλαράκια μου.» Εδώ, όμως, αυτή τη φορά, δεν υπήρχε καμία παρόμοια πολυτέλεια, για να βυθιστείς στη νωθρότητα του αναπαυτικού σου καναπέ. Η ταινία, βλέπεις, ήταν το “Night will fall” (Η νύχτα θα πέσει), ένα τεκμηριωμένο ντοκιμαντέρ, το οποίο εξηγούσε με ρεαλιστική δεινότητα πώς ακριβώς γυρίστηκε στα 1945, η μοναδική ασπρόμαυρη ταινία του Al. Hitchcock (Memory of the Camps, 1985), που αφορούσε την τραγωδία των Ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης! Διότι, όντως, το “Night will fall”, αυτό το βασανιστικό σκοπό υπηρετούσε σαν αδιάψευστη Ιστορική κατάθεση: ερχόταν ενώπιον μας, σαν αυτόπτης μάρτυρας του Ολοκαυτώματος, προκειμένου να ιστορήσει, δίχως παραμύθια ή παραβολές, την αμίλητη φρίκη της Ανθρωπότητας. Να μιλήσει, εν ολίγοις, για τους αθώους, αλλά και τους δόλιους πρωταγωνιστές αυτής της ανείπωτης τραγωδίας.

Η οθόνη ανοίγει και ο πρώτος πρωταγωνιστής (στρατιώτης των απελευθερωτών συμμάχων, και οπερατέρ του Bernstain, παραγωγού του Hitchcock) μάς «μυεί» δίχως περιστροφές, στο οδοιπορικό που δυστυχώς ξεχάσαμε (;) νωρίς: «Όταν φτάσαμε, είδαμε κάτι που μας σόκαρε. Ήτανε κάτι που δεν είχαμε δει ποτέ πριν στον πόλεμο. Ήταν οδυνηρό να βλέπεις τι είχαν πάθει αυτοί οι άνθρωποι. Ήταν πολλές εκατοντάδες πτώματα, το ένα πάνω στο άλλο. Υπήρχε η μυρουδιά του θανάτου, παντού. Υπήρχαν χαντάκια γεμάτα πτώματα, μεγάλα σαν γήπεδα του τένις. Μέσα ήταν μωρά, κοπέλες, άντρες, γυναίκες, νέοι, γέροι. Δεν ξέραμε πόσο βαρύ ήταν… Αυτά τα μισοπεθαμένα άτομα σέρνονταν με άδειο το βλέμμα. Ήταν τελείως… νεκρά. Πλανιόταν μία απόγνωση κι απελπισία… και μία απελπιστική μυρωδιά. Όλη η ατμόσφαιρα ήταν καταθλιπτική. Σαν να είχε έρθει το τέλος του κόσμου. Με τόσα πτώματα χάσαμε την επαφή με την πραγματικότητα. Ήταν σαν μούμιες, σαν κούκλες. Δεν ξέρω τι να πω. Σαν να βρεθήκαμε και εμείς σε κάποιον άλλο χώρο και χρόνο ύπαρξης. Ποτέ δεν πιστεύαμε πως θα βλέπαμε κάτι τέτοιο στη ζωή μας. Ήταν κάτι τελείως μοναδικό. Ήταν ένας άλλος κόσμος. Δεν ξέρω… Αν ήσασταν εκεί, σίγουρα θα είχατε τρελαθεί… Επί δύο εβδομάδες κινηματογραφούσαμε τα πάντα. Καμία ταινία που έχω δει από τότε, δεν αποδίδει πραγματικά την απόγνωση και τη φρίκη, που έγινε ποτέ σε Ευρωπαίους μίας άλλης θρησκείας, αποκλειστικά γι’ αυτό το λόγο. Πίστευα ότι με τον καιρό θα το ξεχνούσα. Ήθελα να ξεχάσω. Όμως ποτέ δεν ξεχνάς…»

Και πώς να ξεχάσεις; 70 περίπου χρόνια πέρασαν, κι όμως, ούτε το αίμα, πόσο μάλλον οι μνήμες των θυμάτων της Ναζιστικής θηριωδίας φαίνονται να έχουν επουλωθεί, ή, έστω, να έχουν λυτρωθεί από τις πληγές που εγχαράχτηκαν ανεξίτηλα στην ψυχή. Έκτοτε, κανείς τους – δίχως την παραμικρή εξαίρεση ή κάποια δόση μελοδραματισμού – δεν ξέχασε ούτε μία μέρα, ούτε καν ένα δευτερόλεπτο από εκείνα τα πέτρινα χρόνια… Αυθόρμητα στρέφω τα μάτια μου στην αίθουσα προβολής, κοιτάζοντας αντιδράσεις. Διακρίνω τα πρώτα σκυθρωπά πρόσωπα, τα πρώτα αναφιλητά συντριβής. Κι όμως, ούτε καν 5’ λεπτά δεν έχουν περάσει από την αφήγηση της ταινίας, και η φρίκη έχει προλάβει να διεισδύσει στην ενδοχώρα πολλών. Η έκπληξή, αναπόφευκτη. Μπροστά στα θύματα, τα οποία δεν έπαψαν ούτε για μία στιγμή, εδώ και 70 χρόνια, ν’ ανακαλούν ή, ακόμη χειρότερα, ν’ αναβιώνουν ξανά και ξανά, σχεδόν ανελέητα, τις εικόνες του  Μαρτυρίου, κάποιοι σύγχρονοι θεατές λυγίζουν μπροστά στις εικόνες και τις διηγήσεις του Ολέθρου…

Στην ταινία, αμέσως μετά, ο Αμερικάνος λοχίας, Μπέντζαμιν Φέρες, βρίσκει – θα ’λεγες με κόπο – τη δύναμη να συνεχίσει τη διήγηση: «Λάβαμε μία αναφορά ότι περίεργες ομάδες ανθρώπων περιφέρονταν σ’ έναν δρόμο. Φορούσαν κάτι ρούχα που θύμιζαν πιτζάμες κι όλοι έδειχναν σαν ετοιμοθάνατοι. Ήταν τα άτομα που κατάφεραν να επιζήσουν. Όσοι δεν μπορούσαν να περπατήσουν έπεφταν νεκροί στο οδόστρωμα. Έχετε δει τις παράγκες. Ας μην μπούμε σε λεπτομέρειες… Είναι λίγο δύσκολο για εμένα να μιλώ γι’ αυτά. Δε φαίνονταν αν είναι ζωντανοί ή νεκροί. Μπορεί να πατούσες ένα πτώμα και ξαφνικά να σηκωνόταν ένα χέρι. Ήταν το απόλυτο χάος. Δυσεντερία, τύφος, ένα χάος. Υπήρχαν ασθένειες κάθε είδους στο στρατόπεδο. Σαπίλα, η μυρουδιά των στρατοπέδων, τα κρεματόρια δούλευαν ακόμη, πτώματα στοιβάζονταν μπροστά από τα κρεματόρια. Είναι δύσκολο να το αντιληφθεί ο νους ενός απλού ανθρώπου. Ένιωσα σαν να ήμουν στην κόλαση (λυγμός, σαν να θέλει να κάνει εμετό). Δεν είναι κάτι που μπορείς να το ξεχάσεις. Ούτε να το περιγράψω δεν μπορώ. (Σιωπά)».

Η φρίκη, όμως, όχι. Ποτέ δε σιωπά. Όπως ακριβώς γράφει στον Τελευταίο σταθμό, και ο ποιητής: «Στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο, μνησιπήμων πόνος (αυτός που υπενθυμίζει τη συμφορά, τη δυστυχία)». Η κάμερα γυρνά προς τους φράκτες και τα άθλια παραπήγματα, δείχνοντας τώρα όσους κατάφεραν να γλιτώσουν από τη σφαγή. Όλοι τους – άντρες, γυναίκες, παιδιά – παρακολουθούν το φακό, σαν έκπληκτα μαρμάρινα αγάλματα. Μία επιζήσασα του Ολοκαυτώματος περιγράφει το πανδαιμόνιο της χαράς, που ένιωσαν όσοι μελλοθάνατοι γλίτωσαν από το βέβαιο χαμό: «Κοίταξα τον πύργο και ήταν άδειος. Πάντα υπήρχε εκεί ένας Γερμανός με πολυβόλο στο χέρι. Φώναξα: “Οι Γερμανοί έφυγαν! Δεν βλέπω Γερμανούς! Έφυγαν.” Κάποια κορίτσια έτρεξαν μαζί μου προς την πύλη του στρατοπέδου. Πίσω από τον φράχτη με τα συρματοπλέγματα είδα τους πρώτους Βρετανούς στρατιώτες να μπαίνουν μέσα… Από το μεγάφωνο ακουγόταν σε διάφορες γλώσσες: “Ηρεμήστε! Ηρεμήστε! Μείνετε εκεί που είστε. Έρχεται βοήθεια. Είμαστε Βρετανοί στρατιώτες. Έρχεται βοήθεια.” Όλοι είχαν τρελαθεί από χαρά. Είναι πολύ δύσκολο να σας το περιγράψω. Επί χρόνια προετοιμάζεις τον εαυτό σου πως θα πεθάνεις και ξαφνικά είσαι ακόμη εδώ. Ήμουν 19 ετών, όταν ήρθε η απελευθέρωση.»…

Η περιγραφή, όμως, που ειλικρινά με καθήλωσε ήταν αυτή ενός κινηματογραφιστή, ο οποίος κατέγραφε για μέρες ολόκληρες, την Δαντική Κόλαση. Στο ασπρόμαυρο κάδρο της δικιάς του ανάμνησης, ο μοντέρ St. Macalister, αναβιώνει τις εικόνες που έκτοτε τον στιγμάτισαν ισόβια: «Ένα πρωινό καθόμασταν και περιμέναμε για έφοδο, όταν πήραμε ένα χαρτί με το όνομα ενός οπερατέρ, που έγραφε πόσα μέτρα φιλμ είχε τραβήξει. Το νούμερο ήταν εντυπωσιακό. Στο πάνω μέρος του χαρτιού υπήρχε ένα όνομα που ήταν τελείως άγνωστο σε όλους μας. Ν-τ-α-χ-ά-ο-υ. Δεν ξέραμε καθόλου τι ήταν. Μπορεί να ήταν κάποια αρχικά. Θα το μαθαίναμε γρήγορα, διότι αρχίζοντας να βλέπουμε το υλικό, ήταν σαν να βλέπαμε την πιο φρικιαστική κόλαση που υπάρχει και μάλιστα σε αρνητικό φιλμ. Το μαύρο φαινόταν λευκό και το λευκό μαύρο. Ήταν αποκρουστικό έτσι κι αλλιώς. Αλλά βλέποντας τις εικόνες σε αρνητικό, ήταν συγκλονιστικό. Η προβολή διήρκησε 4 ώρες, χωρίς διακοπή. Κανείς δεν ήθελε να κάνει διάλειμμα. Βλέπαμε σωρούς από πτώματα, δωμάτια κατάμεστα από πτώματα. Έμοιαζε κάπως σαν ένας τεράστιος φούρνος από αποκοιμισμένα άτομα, σε μία προσπάθεια να κάψουν τους σορούς, προφανώς προτού έρθουν οι Αμερικάνοι… Κανένας από εμάς, κανείς δεν μιλούσε και νομίζω πως όλοι εύχονταν ότι δεν έπρεπε εμείς να το μοντάρουμε. Όταν τελείωσε η προβολή, μείναμε όλοι απολύτως ακίνητοι. Κανείς δεν άναψε τσιγάρο, ούτε μιλούσε. Αγνοούσαμε πλήρως τι γινόταν σε εκείνα τα στρατόπεδα.»

Για τις ανάγκες της ταινίας “Memory of the camps”, συγκεντρώθηκαν αναρίθμητες ώρες κινηματογραφικού υλικού, ώστε να ολοκληρωθεί άρτια η παραγωγή. Το αξιοπρόσεχτο, βέβαια, είναι πως, μολονότι το υλικό είχε πλέον μονταριστεί, το υπουργείο Εξωτερικών της Βρετανίας άφησε την ταινία, σκοπίμως «φυλαγμένη» στα συρτάρια… Κατά την εκδοχή, δε, του παραγωγού της Bernstain, η πολιτική δικαιολογία φαντάζει εύλογη, αλλά ταυτόχρονα προκλητική: «Η ταινία του Hitchcok ήταν ένα περίεργο πράγμα. Έγινε με τις καλύτερες προθέσεις, ωστόσο κατά κάποιον τρόπο προκάλεσε μία πολιτική αναστάτωση. Θα μπορούσε να προκαλέσει μία συμπάθεια στους ανθρώπους που θα έβλεπαν την ταινία. Θα προσπαθούσαν να κάνουν κάτι, για να προφυλάξουν αυτούς τους ανθρώπους. Σίγουρα μία ταινία από τα χέρια ενός Hitchcock θα υπονόμευε την πολιτική θέση των συμμάχων». Ο αφηγητής επεξηγεί την πολιτική σκοπιμότητα που υπαινίχθηκε ο παραγωγός: «Καθώς η Βρετανία είχε εμπλακεί καθαρά στο έργο της ανοικοδόμησης, δεν ήθελε να προκαλέσει μία μεγαλύτερη αποξένωση του Γερμανικού λαού, του οποίου η βοήθεια ήταν ζωτικής σημασίας (για την ανοικοδόμηση της Ευρώπης). Καθώς μάλιστα υπήρχαν ενδείξεις πως ο Ψυχρός πόλεμος ήταν εντός των πυλών, η Γερμανία φαινόταν ως ένας μελλοντικός σύμμαχος, ενάντια στη Σοβιετική Ένωση…»

Όσον αφορά, επομένως, τους νικητές του Β’ παγκόσμιου, γνώριζαν εκ των προτέρων, πώς και σε ποιούς θα μοιραστεί η πίτα. Όπως, λοιπόν, είθισται να συμβαίνει σε παρόμοιες βρώμικες δουλειές, η ασπρόμαυρη ταινία “Memory of the camps” παρέμεινε, για δεκαετίες, στα αζήτητα του Βρετανικού Μουσείου, μέχρις ότου τελικά προβληθεί ετεροχρονισμένα, εν έτει 1985. Εξάλλου, για τους δραγουμάνους της εξουσίας, τότε προφανώς θα «πληρούνταν οι κατάλληλες προϋποθέσεις», ώστε η προβολή του επίμαχου υλικού να κριθεί ασφαλής και πάντα σύννομη με τας υποδείξεις της Νέας Τάξης πραγμάτων. Αυτής, που με άλλο προσωπείο, πριν 70 τόσα χρόνια, έσπειρε το Θάνατο και την οδύνη στην αυλή της ανθρωπότητας.

 

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Γιάννης Δημογιάννης

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Αφήστε Ένα Σχόλιο

two × 4 =

Simple Share Buttons