Ο θάνατος του συμβατικού κυρίου Όργουελ

1

the-falling-soldier-big-capa

“Μην το αφήσεις να τελειώσει έτσι. Πες πως είπα κάτι.”
τα τελευταία λόγια του Πάντσο Βίλλα

(Ο Τζορτζ Όργουελ πολέμησε στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Στις 20 Μαΐου 1937 μια σφαίρα διαπέρασε τον λαιμό του.)

Είχα κάπου δέκα μέρες στο μέτωπο, όταν έγινε αυτό. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η εμπειρία να χτυπηθείς από σφαίρα και νομίζω ότι αξίζει να την περιγράψω λεπτομερώς.

Έγινε στο χαράκωμα, στις πέντε το πρωί. Συζητούσα με τους σκοπούς όταν, ξαφνικά, πάνω που έλεγα κάτι, ένιωσα… είναι πολύ δύσκολο να περιγράψω τι ένιωσα, παρόλο που το θυμάμαι πολύ ζωντανά.

Σε γενικές γραμμές είχα την αίσθηση ότι βρισκόμουν στο κέντρο μιας έκρηξης. Μου φάνηκε ότι ακούστηκε ένας δυνατός πάταγος και ότι με τύλιξε ένα εκτυφλωτικό φως, κι ένιωσα ένα τρομερό σοκ -όχι πόνο, απλώς ένα βίαιο σοκ, σαν από ηλεκτρική εκκένωση. Μαζί του μια αίσθηση απόλυτης αδυναμίας.

Οι αμμόσακοι μπροστά μου έμοιαζαν να βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση. Κατάλαβα ότι είχα χτυπηθεί, αλλά εξαιτίας του θορύβου και της λάμψης νόμιζα ότι ήταν κάποιο ντουφέκι που είχε εκραγεί. Όλα αυτά συνέβησαν σε χρονικό διάστημα πολύ μικρότερο του δευτερολέπτου.

Την επόμενη στιγμή τα γόνατα μου λύγισαν και σωριάστηκα καταγής, με το κεφάλι μου να χτυπάει δυνατά στο χώμα, αλλά χωρίς, ευτυχώς να πονέσω. Έμεινα μουδιασμένος και ζαλισμένος, αισθανόμουν ότι είχα χτυπηθεί πολύ άσχημα, αλλά δεν ένιωθα κανέναν απολύτως πόνο.

Ο Αμερικάνος σκοπός, με τον οποίο κουβέντιαζα, είχε αρχίσει να πλησιάζει. “Θεέ μου! Χτυπηθήκατε;” Μαζεύτηκε κόσμος γύρω μου.

Ένιωθα μια αόριστη ικανοποίηση: “Αυτό που έγινε θα ευχαριστήσει τη γυναίκα μου”, σκέφτηκα. “Πάντα ήθελε να τραυματιστώ, γιατί έτσι δεν θα κινδύνευα να σκοτωθώ όταν θα γινόταν η μεγάλη μάχη.”

Τότε αναρωτήθηκα που είχα χτυπηθεί και πόσο άσχημα. Όταν προσπάθησα να μιλήσω διαπίστωσα ότι δεν είχα φωνή, μόνο ένα σβησμένο σκούξιμο. Με τη δεύτερη προσπάθεια τα κατάφερα και ρώτησα που είχα χτυπηθεί.

“Στο λαιμό”, είπε ο τραυματιοφορέας.

Μόλις συνειδητοποίησα ότι η σφαίρα μου είχε τρυπήσει τον λαιμό θεώρησα ως δεδομένο ότι ήμουν καταδικασμένος. Δεν είχα ακούσει ποτέ για άνθρωπο ή ζώο που να είχε διαπεράσει σφαίρα το λαιμό του και να είχε επιζήσει. Το αίμα ανάβλυζε από την άκρη των χειλιών μου.

“Κόπηκε η αρτηρία”, σκέφτηκα. Αναρωτήθηκα πόσο κρατάς όταν κόβεται η καρωτίδα σου. Όχι πολλά λεπτά, μάλλον.

Όλα ήταν πολύ θολά. Θα πρέπει να υπήρξαν τουλάχιστον δυο λεπτά, στη διάρκεια των οποίων υπέθετα ότι είχα πεθάνει. Και αυτό ήταν ενδιαφέρον. Θέλω να πω είναι ενδιαφέρον να ξέρεις ποιες θα ήταν οι σκέψεις σου μια τέτοια ώρα.

Η πρώτη μου σκέψη, αρκετά συμβατική, ήταν για τη γυναίκα μου.
Η δεύτερη σκέψη μου ήταν μια βίαιη αποστροφή για το γεγονός πως έπρεπε να εγκαταλείψω αυτόν τον κόσμο, που -σε τελευταία ανάλυση- μου πάει μια χαρά.
Είχα το χρόνο να το νιώσω πολύ παραστατικά.

Η βλακώδης ατυχία μ’ έκανε έξω φρενών. Δεν είχε απολύτως κανέναν νόημα! Να χάνεις τη ζωή σου, όχι έστω στη μάχη, αλλά σ’ αυτή την ασήμαντη άκρη των χαρακωμάτων, εξαιτίας μιας στιγμιαίας απροσεξίας!

Σκέφτηκα επίσης τον άνθρωπο που με είχε πυροβολήσει -αναρωτήθηκα πως να ήταν, αν ήταν Ισπανός ή ξένος, αν ήξερε ότι με είχε χτυπήσει και ούτω καθεξής. Δεν μπορούσα να νιώσω καμιά αποστροφή γι’ αυτόν.

Σκεφτόμουν πως, μια και ήταν φασίστας, θα τον είχα σκοτώσει αν μπορούσα, αλλά αν είχε πιαστεί αιχμάλωτος και τον έφερναν αυτή τη στιγμή μπροστά μου, θα κοίταζα απλώς να τον συγχαρώ για το καλό σημάδι του. Ίσως, όμως, αν πραγματικά πεθαίνεις, οι σκέψεις σου να είναι τελείως διαφορετικές.

Μόλις με είχαν βάλει στο φορείο, όταν το παράλυτο δεξί μου χέρι ζωντάνεψε και άρχισε να με πονάει τρομερά. Εκείνη τη στιγμή φαντάστηκα ότι το έσπασα πέφτοντας, αλλά ο πόνος με καθησύχασε, γιατί ήξερα ότι οι αισθήσεις σου δεν γίνονται διαυγέστερες όταν πεθαίνεις. Άρχισα να αισθάνομαι πιο φυσιολογικός και να λυπάμαι τους τέσσερις φουκαράδες που ίδρωναν και αγκομαχούσαν με το φορείο στους ώμους τους.

Τα φύλλα από τις ασημένιες λεύκες που, σ’ ορισμένα σημεία, πλαισίωναν τα χαρακώματα μας, τρίβονταν στο πρόσωπο μου. Σκέφτηκα πόσο ωραίο είναι να ζεις σ’ έναν κόσμο στον οποίο φυτρώνουν ασημένιες λεύκες.

(Ο Όργουελ επέζησε από τον τραυματισμό. Πέθανε 13 χρόνια αργότερα, όταν μια αρτηρία στα πνευμόνια του εξερράγη. Ήταν μόλις 47 χρονών όταν άφησε τον κόσμο όπου -ακόμα- φυτρώνουν ασημένιες λεύκες.)

Την περιθανάτια εμπειρία του Όργουελ τη βρήκα στο βιβλίο του John Carey “Τα μεγάλα ρεπορτάζ, Β’ τόμος”, εκδόσεις Νάρκισσος, μτφ Μπαρτζινόπουλος

Γελωτοποιός – sanejoker.info

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Γελωτοποιός

Διαδικτυακό ψευδώνυμο ενός εγγονού της Πηνελόπης Δ. Μπλογοτέχνης και ελεύθερος στοχαστής, αυτοδίδακτος και άνεργος, αγνωστικιστής ένθεος, ανένταχτος και άνευ πεποιθήσεων. Πίνει μόνο κρασί.

1 Comment

Αφήστε Ένα Σχόλιο

eleven + 8 =

Simple Share Buttons