Από την Γιάννα Παπαπαύλου

“Υπό το σεληνόφως τα μαύρα αγόρια φαίνονται μπλε. Είσαι μπλε! Θα σε αποκαλώ μπλε.”

Αν το Tangerine1 έλουζε τις πρωταγωνίστριες του με το πορτοκαλί χρώμα, τότε το Moonlight τους λούζει με το χρώμα μπλε. Το χρώμα είναι αποκαλυπτικό, και στις δύο περιπτώσεις, για την προσπάθεια εύρεσης της ταυτότητας των πρωταγωνιστών σε μια ετεροκανονική κοινωνία. Οι μαύρες διεμφυλικές πρωταγωνίστριες του Tangerine δε διστάζουν να λάμψουν με πλήρη επίγνωση και τόλμη του εαυτού τους, ενώ στο Moonlight η ταυτότητα και ο σεξουαλικός προσδιορισμός, του πρωταγωνιστή Chiron, παραμένουν στο σκοτάδι υπό την ισχυρή επιταγή ενός machismo, που επιβάλλει τις ιεραρχίες και το σεβασμό στις dog-eat-dog γκετοποιημένες περιοχές του Μαϊάμι, όπου διαδραματίζεται.

Η ταινία αγκαλιάζει με απέραντη ευαισθησία και λυρισμό το δύσκολο ταξίδι του Chiron σε τρεις πράξεις, από την παιδική, στην εφηβική και ενήλικη ζωή του, μέσα από όλες τις δυσκολίες που περνά λόγω της διαφορετικότητάς του.  Ο Chiron δεν μπόρεσε ποτέ να συγκροτήσει έναν ακέραιο εαυτό μέσα σε ένα περιβάλλον συγκρουσιακού ετεροπροσδιορισμού.

“Κλαίω τόσο πολύ κάποιες φορές που θα μπορούσα να διαλυθώ σε σταγόνες”, αναφωνεί κοιτώντας τη θάλασσα.  Η υπόσταση του νερού αποτελεί ένα διακειμενικό στοιχείο στην ταινία με ιδιότητες ενός ήρεμου οικείου καταφύγιου.  Η σπαραχτική εξομολόγηση του Chiron, μου θυμίζει τους στίχους ενός άλλου ποιήματος:

“αν και είναι περιτριγυρισμένος από νερό

το στόμα του είναι στεγνό

πίνει το νερό

μέσα από τα ανοίγματα των ματιών του”2

Είναι τόσο διψασμένος για αγάπη και αποδοχή που καταπίνει το νερό από τα δάκρυα του, καθώς αυτο-αναλώνεται, μην μπορώντας να εναποθέσει την ντροπή που νιώθει για τον εαυτό του πουθενά.  Η ντροπή ως συναίσθημα ορίζει τους ανθρώπους ως όντα με συνείδηση, σκέψη και συναισθήματα.  Είναι κομμάτι της συνειδητοποίησης ότι οι άλλοι δεν είμαστε εμείς και ότι η ύπαρξη μας στον κόσμο βασίζεται στην προσπάθεια σύνδεσης και αποδοχής από τους άλλους.  Η γέννηση του ατόμου είναι η γέννηση της ντροπής.  Τα βρέφη επιδιώκουν να βλέπουν ένα πρόσωπο για να νιώσουν καλά.  Όταν τους αποστρέφεται το βλέμμα κλαίνε.  Εκεί για πρώτη φορά νιώθουν ντροπή, γιατί αυτό το συναίσθημα σηματοδοτεί τη βλάβη στο ψυχισμό του ατόμου που δημιουργείται από την απουσία αναγνώρισης της ύπαρξης του. Ο μη καθρεφτισμός είναι ο πόνος της εσωτερικής μοναξιάς και η αίσθηση της απώλειας του εαυτού.

Στην ταινία συναντάται πολύ συχνά το σχήμα της μετωπικότητας και του καθρεφτισμού με ιδιότητες απόρριψης ή αποδοχής. “Μη με κοιτάς”, του φωνάζει η ναρκομανής μητέρα του, καθώς η ίδια εξαφανίζεται στο δωμάτιο της. Μια στήριξη και κατανόηση από τη μητέρα του είναι ανύπαρκτη, όπου το ρόλο ενός υποστηριχτικού γονέα έρχεται να αναπληρώσει ο Juan, το βαποράκι της που δέχεται υπό την προστασία του τον μικρό Chiron, καθώς βλέπει τον εαυτό του σε εκείνον.  Ο φίλος του, ο Kevin, επίσης του συμπαραστέκεται ως παιδί αλλά και ως έφηβος πειραματίζεται σεξουαλικά μαζί του σε μια πολύ όμορφη και απελευθερωτική σκηνή όπου ο Chiron μπορεί να εξωτερικεύσει και σωματοποιήσει τις επιθυμίες του χωρίς ντροπή.  Η ευαισθησία και ομορφιά όμως μιας τέτοιας αμοιβαίας αλλά απαγορευμένης και καταφρονημένης αποδοχής, διαδέχεται την σκληρή και ευρέως επικρατούσας αποδοχής, αυτής της κοινωνικής.  Έτσι όταν ζητείται στον Kevin να δείρει τον Chiron, αυτός το κάνει σε μια ακόμη μετωπική στάση απόρριψης, αυτής του γρονθοκοπήματος του άλλου.

Έπειτα ως ενήλικες ο Kevin και ο Chiron θα ξανασυναντηθούν, με έναν φαινομενικά αρκετά διαφορετικό Chiron και η ερώτηση θα είναι “Ποιος είσαι πραγματικά Chiron;”

Έχοντας δει την ζωή του Chiron σε τρεις πράξεις, ως “μικρός”, ως “Chiron πούστης”, ως “black”, αντιλαμβανόμαστε ότι οι λέξεις είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα που αμυδρά μπορούν να προσδιορίσουν πλήρως έναν άτομο καθώς εξαρτώνται κι ενυπάρχουν σε γενικότερα κοινωνικά κατασκευάσματα, όπως είναι και τα έμφυλα στερεότυπα.  Στον κόσμο του Chiron, ο άντρας πρέπει συνεχώς να αποδεικνύεται ως σκληρός και macho.  Σαν μία επίπλαστη πανοπλία που πρέπει να φοράς για να σε σέβονται. Ο ίδιος ο Chiron από αδύνατο αγόρι γίνεται μυώδης κ ‘δυνατός’ ενήλικας, έχοντας πλήρως ενσωματωθεί στο ρόλο του έμπορα ναρκωτικών.  Στιγματίζει την περιοχή του και τη θέση του ακόμη και στον καναπέ.  Όλοι τον σέβονται, δεν είναι “μικρός”, δεν είναι “πούστης”, είναι απλά ο “Black” με ότι συνεπάγεται αυτό.  Τι κι αν στα αλήθεια όμως είναι “Μπλε”;

Μια ηθελημένα αφελής και ίσως άτοπη ερώτηση που θέλει απλά να καταδείξει ότι οι λέξεις είναι απλά λέξεις.  Ακόμη και το χρώμα μπλε δεν είχε πάντοτε την ονομασία του μέχρι και τη σύγχρονη εποχή.  Αυτό οφείλεται στον τρόπο που οι άνθρωποι βλέπουν τον κόσμο και πως περιγράφουν με λέξεις τα πράγματα, ακόμη κι αν είναι τόσο κύρια κι εμφανή όπως ένα χρώμα.

Οι αρχαίες γλώσσες δεν είχαν κάποια λέξη για το χρώμα μπλε, έτσι πιστεύεται ότι λόγω της απουσίας του χαρακτηρισμού μπορεί να μην το έβλεπαν καν.

Στην Οδύσσεια, ο Όμηρος αναφέρεται στη θάλασσα ως “οίνοψ πόντος”, δηλαδή κοκκινωπό πέλαγος, ενώ το χρώμα μπλε δε συναντάται σε κανένα αρχαίο κείμενο. 3

Έτσι το ερώτημα που ανάγεται είναι μπορείς να αναγνωρίσεις, να καθορίσεις κάτι αν δεν έχεις λέξη για αυτό;

«Σε κάποιο σημείο της ζωής σου θα πρέπει να αποφασίσεις για τον εαυτό σου ποιος είσαι, μην αφήσεις κανέναν να πάρει αυτή την απόφαση για εσένα, συμβουλεύει ο Juan τον μικρό Chiron.

Μέσα στο άγνωστο και παραγνωρισμένο έως τώρα μπλε, ο Chiron νιώθει ότι βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου, όπως του έχει μάθει να νιώθει για τη θάλασσα ο Juan.  Σε μια ουροβορική σύνδεση με αυτόν, επιστρέφει ως παιδί, με ένα συγκροτημένο βλέμμα αυτή τη φορά, μας κοιτάζει χωρίς ντροπή.  Αν οι ταινίες είχαν πρόσωπο και έστρεφαν προς τον θεατή υπό το πλαίσιο μιας αμοιβαιότητας και ενσυναίσθησης το Μoonlight θα ήταν αυτό.  Μπορώ να πω, προσωπικά ως θεατής, αυτής της αριστουργηματικής ταινίας όσες φορές ο Chiron δεν μπόρεσε να κλάψει λόγω των στερεοτύπων που δεν του επέτρεπαν κάτι τέτοιο, έκλαψα εγώ για αυτόν.  Η ταινία είναι βαθιά συγκινητική, με τη σκηνοθεσία, δραματουργία, μουσική, και το εξαιρετικό υποκριτικό ταλέντο των πρωταγωνιστών, να ολοκληρώνουν ένα σύνολο άξιο των 8 υποψηφιοτήτων για Όσκαρ.

  1. Tangerine, Sean Baker. Kitana Kiki Rodriquez, Mya Taylor. Duplass Brothers Production, 2015.
  2. Το ποίημα πάρθηκε από την ταινία Meduzot (2007), του Shira Geffen και Etgar Keret.
  3. http://www.businessinsider.com/what-is-blue-and-how-do-we-see-color-2015-2

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Γιάννα Παπαπαύλου

Διαβάζει, βλέπει ταινίες και ονειρεύεται μια διαφορετική πραγματικότητα. Γι’ αυτό γράφει για τον κινηματογράφο, όπου χρησιμοποιεί πολλές παραπομπές. Να για παράδειγμα, πως είπε και ο Eduardo Galeano: «για να έχουν τα όνειρα κάποια ελπίδα να γίνουν δημοφιλή πρέπει να εκτεθούν. Αυτή είναι η δουλειά του θεάματος. Το θέαμα είναι ήδη μέρος της πολιτικής και οικονομικής ζωής μας.»

Αφήστε Ένα Σχόλιο

one + 12 =

Simple Share Buttons