Κληρονόμος πουλιών, στρατιώτης ποιητής, Μίλτος Σαχτούρης

1

saxtourhs

Από την Μαρία Παρέντη

Ο ΕΛΕΓΚΤΗΣ

Ένας μπαξές γεμάτος αίμα

ειν’ ο ουρανός

και λίγο χιόνι

έσφιξα τα σκοινιά μου

πρέπει και πάλι να ελέγξω

τ’ αστέρια

εγώ

κληρονόμος πουλιών

πρέπει

έστω και με σπασμένα φτερά

να πετάω

 

Γεννημένος στις 29 Ιουλίου του 1919 στην κλινική Λούρου στην Αθήνα ο Υδραίος τη καταγωγή ποιητής ,ήρθε να ταράξει τα λογοτεχνικά δρώμενα. Ήταν ο γιος του Δημητρίου Σαχτούρη και της Αγγελικής Παπαδήμα κι απόγονος της οικογένειας του επαναστάτη ναυάρχου, Γεωργίου Σαχτούρη. Η επαναστατικότητα και η συμμετοχική δράση καθορίζει και τη ζωή του ίδιου του Μίλτου.

Περνά όμορφα παιδικά και φοιτητικά χρόνια στην Κυψέλη. Ο πατέρας του ήταν δικαστικός λειτουργός και νομικός σύμβουλος του κράτους. Από το σπίτι δεν έλειπαν τα βιβλία και πολύ γρήγορα εκδηλώθηκε η αγάπη του για την ελληνική και ξένη λογοτεχνία. Όμως δεν μπόρεσε να αντιταχθεί στην επιθυμία του πατέρα του να σπουδάσει νομικά κι έτσι το 1937 γράφεται στη Νομική Αθηνών.

Το πάθος του για τη λογοτεχνία μολαταύτα δε σταματά και με το ψευδώνυμο Μίλτος Χρυσάνθης δημοσιεύει ένα διήγημα στο περιοδικό ‘’Εβδομάδα’’.

Το 1939 ο ξαφνικός θάνατος του πατέρα του τον συνταράσσει. Ηθικά αποδεσμεύεται από την υποχρέωση να τελειώσει τη Νομική και αφιερώνεται στη Λογοτεχνία. Εντάσσεται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, που διαδέχθηκε τους νεωτερικούς ποιητές του μεσοπολέμου.

Αρχίζουν να δημοσιεύονται τα πρώτα του διηγήματα σε γνωστά περιοδικά της εποχής. (Νέα Εστία, Νεοελληνικά Γράμματα, Αχαϊκά).Πρωτοέγραψε ποίηση το 1941. Δυο χρόνια αργότερα γνώρισε τους Οδυσσέα Ελύτη και Νίκο Εγγονόπουλο και συνδέθηκε με στενή φιλία με τον τελευταίο.(Ήταν, όμως, ο Ελύτης εκείνος που τον παρότρυνε να εμφανιστεί στο χώρο των γραμμάτων ως ποιητής, στο περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα» το 1944).

Το 1940 ήταν σημαδιακή χρονιά, ξέσπασε ο πόλεμος και οι κάτοικοι της Αθήνας δεινοπαθούσαν. Η οικογένειά του δε θα αποτελούσε εξαίρεση. Η μητέρα του πουλούσε οικογενειακά κειμήλια για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα. Ο ίδιος λίγο μετά τη γερμανική εισβολή αναγκάζεται να κάψει όλα τα αντίτυπα των ποιημάτων του. Το χειμώνα του 1942 βαριά άρρωστος ορκίζεται πως αν επιζήσει θα αφιερώσει δίχως συμβιβασμούς τη ζωή του στον αγώνα και στην ποίηση.

Η φυματίωση προστίθεται στις δυσκολίες της Κατοχής που καλείται να αντιμετωπίσει. Εκείνος την αντιλαμβάνεται ως δύναμη για να συνεχίσει. Ήταν το ελιξήριο της ζωής του.
Το 1949 κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στο πεζικό. Εκείνη την εποχή οι συνθήκες για τους στρατευμένους ήταν άθλιες. Σκληρή κι απάνθρωπη εκπαίδευση, καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και εξευτελισμός κλόνισαν τον ψυχικό του κόσμο και οδηγήθηκε με νευρικό κλονισμό στο νοσοκομείο. Εκεί συνδέθηκε με βαθιά φιλία με τον ψυχίατρο Θάνο Κωνσταντινίδη.Το 1951 απολύεται από το στρατό.

Συχνάζει στο καφενείο Μπραζίλιαν της οδού Βουκουρεστίου με άλλους ομότεχνούς του (Εγγονόπουλο, Ελύτη, Βακαλό, Καρούζο).

Το 1955 πεθαίνει η μητέρα του. Το μεγαλύτερο μέρος της προγονικής περιουσίας έχει ξεπουληθεί στην Κατοχή και στη διάρκεια της νοσηλείας του Μίλτου. Τα οικονομικά προβλήματα τον αναγκάζουν να πουλήσει το σπίτι της Κυψέλης και να νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα στην πλατεία Αμερικής, στην οδό Ίμβρου.
Ο Σαχτούρης ζει από τότε μια ζωή μοναχική, οι επαφές του με τους ανθρώπους είναι λιγοστές και κανονίζονται από τη σύντροφό του Γιάννα Περσάκη. Δεν παντρεύτηκαν ποτέ, όμως διατηρούσαν δεσμό από το 1960 μέχρι το θάνατό του κι εκείνη συχνά έκανε την εικαστική επιμέλεια στα ποιήματά του. Της είχε αφιερώσει πολλές συλλογές όπως “Το Σκεύος” (1971) καθώς και συγκεκριμένα ποιήματα όπως “Τα Ρολόγια που Αναποδογυρίσαν Ανάποδα” (1998).

Πήρε κακές κριτικές για τα πρώτα του ποιήματα από τους εκπροσώπους της γενιάς του ’30 και ιδιαίτερα από τους Άλκη Θρύλο, Παλαιολόγο, Αιμίλιο Χουρμούζιο, Πέτρο Χάρη κ.α., οι οποίοι αντιμετώπισαν το έργο του με χλεύη. Στις αρχές τις δεκαετίας του 1960 οι κριτικοί άρχισαν να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στα ποιήματα του Σαχτούρη. Πρώτα ο Αλέξανδρος Αργυρίου και στη συνέχεια η Νόρα Αναγνωστάκη, σύζυγος του Μανόλη Αναγνωστάκη, με το άρθρο της «Ο Μίλτος Σαχτούρης και οι δύσκολοι καιροί» στο περιοδικό Κριτική. Με το έργο του αργότερα ασχολήθηκαν οι Δ. Μαρωνίτης, Γιάννης Δάλλας, Χρήστος Μπράβος, Θάνος Κωνσταντινίδης, Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Τατιάνα Μιλλιέξ κ.ά.

Το έργο του έχει κυκλοφορήσει στις συλλογές: «Οι Λησμονημένοι» (1945), «Παραλογαίς» (1948), «Με το πρόσωπο στον τοίχο» (1952), «Όταν σας μιλώ» (1956), «Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο» (1958), «Ο περίπατος» (1960), «Τα στίγματα» (1962), «Σφραγίδα ή όγδοη Σελήνη» (1964), «Το σκεύος» (1971), «Ποιήματα 1945-1971», «Χρωμοτραύματα» (1980), «Εκτοπλάσματα» (1986), «Καταβύθιση» (1990), «Εκτοτε» (1996) και «Ανάποδα γύρισαν τα ρολόγια» (1998).

Τιμήθηκε με τρία βραβεία: Το 1956 με το Α” Βραβείο του διαγωνισμού «Νέοι Ευρωπαίοι Ποιητές» της RAI για τη συλλογή του «Όταν σας μιλώ», το 1962 με το Β” Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Τα Στίγματα» και το 1987 με το Α” Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το έργο του «Εκτοπλάσματα».

Ο Σαχτούρης αν και επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό (ενσωμάτωσε ευρηματικά πολλά στοιχεία από τον ευρωπαϊκό και τον ελληνικό υπερρεαλισμό) δεν αφομοιώθηκε απ’ αυτόν. Δέχτηκε επίσης επιδράσεις από τον εξπρεσιονισμό και το συμβολισμό.

Δεν οργανώθηκε πολιτικά σε καμία παράταξη , αλλά ουδέποτε έμεινε αδιάφορος στα γεγονότα. Η ποίησή του απαλλαγμένη από φανατισμό μπόρεσε να μιλήσει για τον εφιάλτη της Κατοχής, του εμφυλίου και την κατάπτωση των ηθών στη μεταπολεμική Ελλάδα, με συνέπεια και εντελώς προσωπικό τρόπο.Η ψυχή του ορίζει και κατευθύνει τη γραφή χωρίς να χάνεται η λογική.O υπερρεαλισμός του Σαχτούρη εξαγγέλλει την επικράτηση της επανάστασης της ‘’πραγματικότητας του ονείρου’’ πανω στην πραγματικότητα.Δεν ονειροποιεί την πραγματικότητα , αλλά την αφήνει να εισβάλει στ’ όνειρο και να το μετατρέψει σ’ εφιάλτη. Η ζωή προβάλλει απειλητική. Το χάος κυριαρχεί. Ο κόσμος του αποτελείται από σύμβολα και εικόνες. Πολλά από τα θέματά του επαναλαμβάνονται δίχως όμως να χάνουν την αυτονομία και τη βαρύτητά τους.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε σε ένα μικρό διαμέρισμα της οδού Μηθύμνης στην Κυψέλη γράφοντας ελάχιστα. Ο Σαχτούρης για να επιβιώσει είχε αναγκαστεί να πουλήσει το οικογενειακό του κτήμα στην Αργολίδα, έκτασης 230 στρεμμάτων, το οποίο είχε δοθεί στην οικογένεια Σαχτούρη από τον Καποδίστρια, καθώς και το πατρικό του στην Κυψέλη, στην οδό Καλύμνου. Το Υπουργείο Πολιτισμού του είχε χορηγήσει τιμητική σύνταξη.
Πέθανε στις στις 29 Μαρτίου 2005 στην Αθήνα και τάφηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών δημοσία δαπάνη. Είχε ήδη κατακτήσει μια από τις πιο σημαντικές θέσεις της σύγχρονης ποίησης και οι μελετητές του έχουν ακόμη και σήμερα πολλά ακόμη να ανακαλύψουν. Δε λέρωσε ποτέ τη λέξη ”σύντροφος”, δεν εκποίησε ποτέ αγώνες.. κι ανήκε σε μια γενιά τσακισμένη από τους εξουσιαστές..που έπρεπε ”έστω και με σπασμένα φτερά να πετάξει”..

*Το κείμενο είναι αφιερωμένο στο Γιάννη Λ. που τόσο αγαπά να τραγουδά και να διαβάζει τους στίχους…

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Μαρία Παρέντη

Η Μαρία Παρέντη ζει και εργάζεται στην Αθήνα.Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και Νομικά στην Κομοτηνή.Ονειρεύεται έναν κόσμο στον οποίο οι δικηγόροι θα περιττεύουν και θα διδάσκει λογοτεχνία.Προς το παρόν μάχεται για το δίκιο

Simple Share Buttons