«Μιλώ για τους ψαράδες»

0

Του Γιάννη Δημογιάννη

Περίεργο πράγμα θα το πεις… Για τόσα μίλησες, Εμμανουήλ, κι όμως, από εσένα κρατήσαμε περισσότερο τη σιωπή σου. Κι ας ήσουν ακόμη ζωντανός, κι ας είχες ακόμη τόσα να γράψεις. Ποτέ μας, βλέπεις, δεν καταλάβαμε, δε χωρέσαμε έστω, γιατί αποσύρθηκες στη σιωπή, γιατί όλα τα ποιήματά σου δεν ξεπέρασαν ούτε καν τα 200;  Ίσως, τελικά, αυτό αγνοήσαμε, Μανόλη. Μετρημένες ήταν οι γραφές και οι λέξεις σου, αλλά όλες τους καρφώθηκαν, μία προς μία. Πρώτα στο δικό σου σώμα, ύστερα, στους αγαπημένους σου. Από τα πρώτα, κιόλας, χρόνια, όπως τότε που ήσουν ένας 22χρονος φοιτητής Ιατρικής… Θεσσαλονίκη, 24 Οκτωβρίου 1948 – «εφιάλτες στα σιδερένια κρεβάτια, όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα» – τέσσερις μέρες πριν την εθνική επέτειο. Ξεφυλλίζοντας την πρωινή εφημερίδα «Φως», η απόφαση του στρατοδικείου μοίραζε στα νιάτα, θάνατο:

«Εις το πλαίσιο τής πολυταράχου εποχής μας, θα πρέπει να αντικρύσετε τη ζοφεράν εικόνα ενός εγκληματίσαντος μαθητού εις μίαν τραγικήν εκδήλωσιν… και θα είναι αρτία η απόφασις σας, εάν τα πορίσματά της, απαλλαγαί και ποιναί, αποβούν φάρμακα θεραπευτικά δια την καταπολέμησιν τής κοινωνικής ασθενείας τού εγκλήματος τούτου.»

Στο μοιραίο πρωτοσέλιδο της πρωινής εφημερίδας «Φως», οι καταδικασθέντες ήταν 69, συνομήλικοί όλοι, και συνάμα σύντροφοί Επονίτες. Και εσύ, 3η σειρά, στη φωτογραφία, ο τρίτος από αριστερά, με τα γυαλιά και το μουστάκι. Όπως και οι υπόλοιποι, δηλώθηκες από τις αρχές σαν επικίνδυνος, «εγκληματίσας» μαθητής, μόνο που στην περίπτωσή σου, ο κλήρος έπεσε βαρύς, αφού μόνο σε σένα και σε άλλους 13 έλαχε θάνατος, για τιμωρία και σωφρονισμό. Και το έγκλημα όλων; Μα ήτανε, λέει, νέοι, «κι έτυχε να ’ναι και καλή σοδειά» – αυτό κυρίως. Αθώοι, ατόφιοι κι ανυπόκριτοι. Αθώοι, όμως, δεν ήταν εκείνοι που πείραξαν τα ζάρια, που έστησαν την παρτίδα. Οι αυλικοί με τις φανταχτερές πανοπλίες, σαν αυτούς που σε διέγραψαν απ’ τις κομματικές λεγεώνες, λίγες μέρες προτού καταδικαστείς δεύτερη φορά, και από τους στρατοδίκες. Πρώτα το ίδιο σου το κόμμα, ύστερα κι οι Άρχοντες. Καταδίκη βαριά και διπλή, διότι συνασπισμένοι οι φύλακες συμφώνησαν, διόλου περιέργως, πως, αν και όφειλες συμμόρφωση και υποταγή, εντούτοις «δε συνεμορφώθης προς τας υποδείξεις».

Ο μοναδικός ίσως «εγκληματίσας» αναρχικός, που καταδικάστηκε σε θάνατο, γιατί – άκουσον – έμεινες αταλάντευτα δεμένος στο κατάρτι, πιστός σ’ ένα όνειρο, που προηγουμένως σ’ είχε απαρνηθεί… Δίχως καν ν’ αποκαλύψεις την προδοσία των συντρόφων σου, εκλιπαρώντας ένα ψίχουλο επιείκειας, απ’ τους στρατοδίκες. Και έμεινες εσύ, μόνος και όρθιος, πίσω από τα κάγκελα του Γεντί Κουλέ, ν’ ατενίζεις ερείπια, «σαν τρυπημένες μαύρες σημαίες». Μόνος και όρθιος, πίσω από τους τοίχους της υγρής φυλακής, να χαιρετάς μ’ ένα μαντήλι πικρό, τις αυταπάτες και τις νεκρές αναμνήσεις.  Γι’ αυτό και το ρολόι έμεινε κολλημένο για πάντα στα 22 σου χρόνια. Γι’ αυτό απέμειναν τα ποιήματα σου πικραμένα και προπάντων τόσο λίγα. Απ’ ό,τι φαίνεται, είχε δίκιο ο Μαξ, όταν έλεγε:

«Θεωρώ μέγα δυστύχημα το σκέπασμα των πληγών που ακόμα πυορροούν – και αλήθεια πυορροούν – το να ξεχνά κανείς πράγματα που δεν τα ξεκαθαρίσαμε, δεν τα καταλάβαμε…» Γιατί είναι αλήθεια, Μανόλη. Πολλά είδες και πολλά πρόβλεψες απ’ τα τωρινά και τα μελλούμενα. Ποιος ξέρει άλλωστε; Μπορεί και να ’τανε σημαδιακό ∙ στα νιάτα σου σπούδασες ακτινολόγος κι, όσο να ’ναι, ήξερες ν’ ανιχνεύεις το «καρκίνωμα», ακόμη κι αν ξέφευγε από τους ανυποψίαστους… Το έργο, εξάλλου, προβλέψιμο: «Ἔρχονται οἱ ἁγνοί, οἱ ἀνυπόκριτοι…Ἔρχεται τὸ μεγάλο παρανάλωμα.»

Και όντως ήρθε, Μανόλη. Το φέραμε στις αυλές μας, το θρέψαμε και τώρα τρυγάμε τους καρπούς του. Μόνο που εσύ πρόλαβες και βυθίστηκες στη σιωπή, προτού ο χρόνος ανηφορίσει μέχρι τα 80. Απλά, ετοίμασες βαλίτσα, να ταξιδέψεις, να τους βρεις. Οι πνεύμονες σου λαχάνιασαν ν’ ανεβαίνουν ατέλειωτες σκάλες, και η καρδιά δεν άντεξε άλλα καρδιοχτύπια. Το ξέρω, Μανόλη αγαπημένε… Κάποτε υπήρξε ένας ποιητής που συνήθιζε να λέει: «Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους».

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ένθετο του Νόστιμον Ήμαρ στον Δρόμο της Αριστεράς, τo Σάββατο 11.3.2017

Κάθε Σάββατο κυκλοφορεί στα περίπτερα το έντυπο Νόστιμον Ήμαρ ένθετο στον Δρόμο της Αριστεράς.

dromos-n

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Γιάννης Δημογιάννης

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Αφήστε Ένα Σχόλιο

four × four =

Simple Share Buttons