Μια μέρα στο τραίνο

1

moka

Από την MoKa

Σήμερα διέσχισα την Αθήνα με το τραίνο σχεδόν από τη μια ως την άλλη άκρη της. Δεν το κάνω αυτό συχνά και ήταν μια ωραία βόλτα όπου συνάντησα όλες αυτές τις καρικατούρες ανθρώπων που έχουν τόσο ενδιαφέρον, σχεδιαστικά και όχι μόνο.

Συνάντησα κορμιά που σέρνουν με κόπο το βάρος τους κάτω απ’τον ήλιο του αποκαλόκαιρου, και άλλα πιο ανάλαφρα, ελάχιστα καλυμμένα, με αεράτα τοπ και καυτά σορτς που μοιάζουν να μη τους επηρεάζει καθόλου η κλιματική συνθήκη, λες πως ακόμη κι αν χιόνιζε ξαφνικά, τα ίδια θα φορούσαν μιας και είναι η μόδα της εποχής.

Φάνηκα χρήσιμη σ’ένα κορίτσι που ήθελε να πάει στον Πειραιά, μα την μπέρδευαν τα χρώματα των γραμμών, μπλε, πράσινη, κόκκινη και είχε αγχωθεί… Νομίζω της τα είπα σωστά μα ίσως να έκανα χαλάστρα στον κύριο απέναντι που άκουγε με προσοχή έτοιμος να επέμβει και να πιάσει κουβέντα, μα δε βρήκε την ευκαιρία…Μια κυρία με ζαρωμένο μα κατάμαυρο απ’την ηλιοθεραπεία δέρμα – ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί ονομάζουμε θεραπεία το να ψηνόμαστε μέχρι να μοιάζουμε στο Μάικλ Τζάκσον σε αντίστροφη πορεία – απαιτούσε από μια άλλη κυρία, που έδειχνε να θέλει να την αφήσουν σε ησυχία, να της πει αν θα κατέβουν στον ίδιο σταθμό για να είναι σίγουρη.

Ανάλογα με την περιοχή άλλαζε και η μορφή των επιβατών, μα η Ομόνοια, νομίζω τα είχε όλα. Μια κοκέτα με τσάντες απ’το Κολωνάκι, μια ζητιάνα που μας είπε πως βγήκε στη Μενεγάκη, ένα τζάνκι, μια γκοθού , ο κουρασμένος, ο γραβατωμένος, ψηλοί, κοντές, ξανθοί, μελαχρινές, όλοι μαζί στον ίδιο χώρο, σαν ένα ταψί με πολιτισμικό μπριάμ, που σιγοψήνεται στο φούρνο.

Ένα αγόρι με πατίνι ξαφνικά έβγαλε το σουγιά του. Τα βλέμματα έπεσαν πάνω του, διακριτικά μα σε ετοιμότητα…Ήθελε ν’ αφαιρέσει ένα καρφάκι που παρατήρησε στο διπλανό μου κάθισμα –κάποιος ανόητος πιθανόν το έβαλε γι’αστείο… Ήμουν αρκετή ώρα μέσα στο συρμό , κάποιες στιγμές ήταν λίγο ενοχλητικό, κάποιοι βλέπεις δεν έχουν αίσθηση του χώρου που καταλαμβάνουν και κανένα έλεγχο των κινήσεων τους. Όσο για περιφερειακή όραση, ούτε συζήτηση…Σηκώθηκα απ’τη θέση μου και βρήκα ένα παράθυρο ανοιχτό. Είχαμε βγει πια στην επιφάνεια κι έτσι μπορούσα να βλέπω έξω τις γειτονιές που ελάχιστα η καθόλου έχω επισκεφτεί, ενώ με χτυπούσε στο πρόσωπο ένα δροσερό αεράκι.

Απέναντι μου, σε παρόμοια στάση με τη δική μου , με τα χέρια ακουμπισμένα σ’ένα πολύ βολικό οριζόντιο στύλο και το κεφάλι του πάνω σ’αυτά, είδα το γερο-Τζεπέτο. Μια πολύ ευγενική παππουδένια φιγούρα , με κατάλευκα μαλλιά και δάχτυλα που μόνο για καλό φαντάζεσαι πως χρησιμοποιήθηκαν. Φορούσε τις τιράντες του πάνω από το ριγέ πουκαμισάκι που ήταν ως το στέρνο ανοιχτό. Αυτό του έδινε ένα χαρακτήρα ανεμελιάς που σπάνια συναντάς σε αυτές τις ηλικίες…

Τον φαντάστηκα με ψάθινο καπέλο να γυρίζει απ’το αμπέλι του και με χωριάτικη σαλάτα και κρασάκι στο μπαλκόνι, να περιμένει την υπόλοιπη οικογένεια να επιστρέψει από τα πρωινά μπάνια…Να βάζει ελαιόλαδο στη φτέρνα της εγγονής του που πάτησε αχινό και μυξόκλαιγε λίγο παραπάνω απ’το κανονικό για να κερδίσει κι άλλα χάδια απ’τον παππού. Και η γιαγιά παραδίπλα, να ετοιμάζει ένα από αυτά τα τεράστια καλοκαιρινά τραπέζια, γεμάτα από κίνηση, παιδικές φωνές και μεγαλίστικα γέλια, να του φωνάζει να τη βοηθήσει. Ναι , ναι… της απαντά, ενώ συνεχίζει την ιστορία στον εγγονό, με τον ψαρά και το γάιδαρο… Ναι , ναι… αυτό ήταν το ιδανικό σκηνικό γι’αυτή τη φιγούρα.

Και τι δουλειά είχε τότε μέσα στο ιδρωμένο τραίνο; Εδώ και λίγη ώρα ξεκούραζε τα πάνω βλέφαρα στις φουσκωτές κι αφράτες σακούλες των ματιών του κι έτσι μου επέτρεπε να τον παρατηρώ και να ονειροπολώ χωρίς να γίνομαι αδιάκριτη.  Μια πόρτα που άνοιξε με θόρυβο και μια φωνακλού κοριτσοπαρέα που εισήρθε, μας χάλασαν αυτή σιωπηλή συμφωνία που είχαμε, αυτός να ξεκουράζεται κι εγώ να φτιάχνω εικόνες. Μα δεν ήταν μόνο αυτό που μου το χάλασε…Άνοιξε τα μάτια του που είχαν χρώμα θαλασσί και ταιριαστό με την ιστορία μου, με κοίταξε φανερά χωρίς να με βλέπει, ξεβολεύτηκε από τη στάση του, αφήνοντας ελεύθερο στο οπτικό μου πεδίο το εσωτερικό από το ανοιχτό του πουκάμισο…

Είχε μια τομή κάθετη και βαθιά, σε διαδικασία επούλωσης, που ξεκινούσε περίπου κάτω από την κλείδα και συνέχιζε κατηφορικά μέχρι το τέταρτο κουμπί σίγουρα. Και πουφ! Το συννεφάκι μου διαλύθηκε. Το τρέιλερ της ζωής του άλλαξε μορφή. Εικόνες από χειρουργεία, νυστέρια κι αγωνία , ξεπετάχτηκαν από το πουθενά, προσπάθησα να τις διώξω μα δε νομίζω να τα κατάφερα. Γύρισε και με κοίταξε , πραγματικά αυτή τη φορά, σα να κατάλαβε τη μάχη που γινόταν στο μυαλό μου, νομίζω σήκωσε τους ώμους ελαφρά και κατέβηκε. Τον είδα να περπατά τόσο ανάλαφρα , λες κι αυτή η μικρή σιέστα ήταν γι’αυτόν το ελιξίριο της νεότητας. Αυτή του η κίνηση και η τελευταία ματιά, με έπεισαν πως η ιστορία που έφτιαξα γι’αυτόν, δεν απείχε και πολύ από την πραγματικότητα. Ίσως το σκηνικό να μην ήταν τόσο ειδυλλιακό, όσο ο αμπελώνας που τον τοποθέτησα. Όμως η καθαρότητα των ματιών του , η ορθή αλλά χωρίς να κομπάζει στάση του σώματός του, ακόμα και το σχήμα των γραμμών της ηλικίας του … μου έλεγαν πως σίγουρα κάπου εκεί κοντά, τον περιμένουν σε ένα από αυτά τα χαρούμενα καλοκαιρινά τραπέζια, που η ουσία τους δεν είναι τόσο τα φαγητά, μα η διάθεση των ανθρώπων που συμμετέχουν.

Έφτασα στο ραντεβού μου νωρίτερα, πράγμα που δε συνηθίζω όπως λένε οι φίλοι μου, παρόλο που περπατούσα εξαιρετικά αργά για τα δεδομένα μου. Μια φορά περπάτησα μια αρκετά μεγάλη απόσταση , έχοντας δώσει ραντεβού με τον αδελφό μου για να με παραλάβει με το αυτοκίνητο, ώσπου χαθήκαμε γιατί του ήταν αδιανόητο να έχω φτάσει τόσο μακριά σε τόσο λίγο χρόνο. Πραγματικά δεν το είχα καταλάβει, νομίζω με το περπάτημα χάνομαι … Όπως χάνομαι στις ρυτίδες των γερασμένων προσώπων που μαρτυρούν τόσο πολλά για το χαρακτήρα και τις συνήθειες των ανθρώπων…Δε χρειάζεται να είσαι και ειδικός, αρκεί να είσαι παρατηρητικός για να καταλάβεις. Σκέψου έναν που ανησυχεί όλη την ώρα, κάποιον που θυμώνει πολύ και έναν τρίτο που παίρνει τη ζωή πιο ελαφρά και δε χάνει ευκαιρία να γελά…Ο πρώτος θα έχει κάνα-δυο οριζόντια παράσημα στο κούτελο, ο δεύτερος σε αυτό που λένε και δόξα πατρί και ο τελευταίος γύρω απ’το στόμα. Με αντιστοιχίες και συνδυασμούς γραμμών – κάποια πρόσωπα είναι πιο αποκαλυπτικά, άλλα σε δυσκολεύουν λίγο – μπορείς να βγάλεις άπειρα συμπεράσματα , πράγμα που με διασκεδάζει αφάνταστα να κάνω όταν έχω υλικό.

Αλλά το καλύτερο μου είναι να χάνομαι μέσα σε μάτια εκφραστικά και μυστήρια. Όχι όλα, μα μερικά, μου θυμίζουν βουτιά στη θάλασσα. Αν ανοίξεις τα μάτια μέσα στο νερό , πίσω από τις φυσαλίδες κοιτώντας το βυθό, σου ανοίγεται ένας κόσμος ολόκληρος, σα να περνάς σε άλλη διάσταση όντας σε αυτή. Η έλλειψη των εξωτερικών θορύβων πιστεύω συντελεί σε αυτό , και νιώθεις τόσο οικεία που θα μπορούσες να φτιάξεις μια ολόκληρη καινούρια ζωή εκεί, μόνο με τη φαντασία. Μα δε διαρκεί, πρέπει κάποια στιγμή να βγεις στην επιφάνεια για να πάρεις ανάσα, ακόμη κι αν δεν είσαι έτοιμος. Κάπως έτσι φαντάζομαι είναι και το σοκ της γέννησης που λένε. Το καλό με τα μάτια είναι πως μπορείς να μείνεις μέσα τους όσο θες, η έστω για όσο αυτά στο επιτρέπουν.

Μια τέτοια βουτιά συνέβη και στο μετρό της επιστροφής. Μα όχι ακριβώς έτσι, αλλά ανάποδα… Είχα βουλώσει τα’αυτια μου με τα καινούρια μου ακουστικά και δυνατά την ένταση της μουσικής, οπότε οι υπόλοιπες αισθήσεις μου ήταν σε εγρήγορση. Όταν σταμάτησε το τραίνο μπροστά μου , ήμουν ανάμεσα σε δυο θύρες. Κάθε φορά που συμβαίνει αυτό , έχω ένα μικρό δίλημμα. Σε ποιο βαγόνι να μπω; Είδα μια φιγούρα αντρική να μπαίνει στο αριστερό κι αυτομάτως την ακολούθησα. Ήταν μάλλον που άκουγε κι αυτός μουσική, το στοιχείο που με τράβηξε. Μπήκα και κάθισα στη μοναδική ελεύθερη θέση απέναντι του. Φορούσε μαύρα , κατάμαυρα γυαλιά. Με εκνεύρισε αυτό, καθώς ένιωθα τα μάτια του πίσω από αυτό το καταπέτασμα να μιλούν δυνατά και προς το μέρος μου. Μου τη δίνει πραγματικά αυτό όταν το κάνουν οι άνθρωποι, να φορούν αδιαφανή γυαλιά ήλιου και ειδικά όταν είμαστε παρέα και μιλάμε. Μου είναι σχεδόν αδύνατο να συγκεντρωθώ σε αυτό που μου λένε και ν’αποκριθώ, χωρίς να βλέπω τα μάτια τους. Τότε αρχίζω να ψάχνω κάποιο άλλο ενδιαφέρον να βρω και τότε είναι που μου λένε πως είμαι αφηρημένη.

Έτσι και στο βαγόνι , αφού είδα τα γυαλιά , άρχισα να κοιτάζω πίσω του, πάνω από τα μαλλιά του , δεξιά από το αυτί του, μα δεν έβρισκα κάτι να μου κρατήσει την προσοχή και συγκεντρώθηκα στη μουσική μου. Έπεσα σε κομμάτι ωραίο κι έπιασα και ρυθμό. Τα χέρια και τα πόδια μου άρχισαν να κουνιούνται , έστρεψα το κεφάλι στο πάτωμα και αδιαφόρησα για κάθε οπτικό ερέθισμα. Όμως κάτι μ’ενοχλούσε. Ένα γόνατο ακριβώς μπροστά μου είχε τον ίδιο ρυθμό με το δικό μου! Σήκωσα το κεφάλι αδικαιολόγητα συνοφρυωμένη την ίδια στιγμή που έβγαζε τα γυαλιά του και δυο γαλαζοπράσινα μάτια τώρα κοιτούσαν τα δικά μου τόσο έντονα και βαθιά που η ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια μου άρχισε να λειαίνει χωρίς να το θέλω. Ήταν από τις λίγες φορές που άλλα μάτια μου είχαν πάρει εντελώς τον έλεγχο! Εκτός από το ότι είχαν ένα πολύ ιδιαίτερο χρωματικό ιριδισμό, δε μπόρεσα να διαβάσω τίποτα άλλο. Προσπάθησα να το αποφύγω μα ήταν ανώφελο. Ήμουν σαν υπνωτισμένη. Είχε διεισδύσει τόσο πολύ, που ένιωθα πως παρακολουθεί όλη μου τη ζωή σα να βλέπει ταινία. Όχι, δεν ήταν βλέμμα ερωτικό, ήταν αυτό που συνήθως κάνω εγώ και χάνομαι… Αφέθηκα λοιπόν για να μη του το χαλάσω, τον άφησα να δει. Δε ξέρω για πόση ώρα συνέβαινε αυτό, μέχρι που ακούστηκε το μήνυμα για τον τερματικό σταθμό και κατάλαβα πως είχαμε μείνει μόνο οι δυο μας μέσα στο βαγόνι. Σηκώθηκα και βγήκα γρήγορα. Άλλο πάλι κι αυτό, σκέφτηκα περιμένοντας τον επόμενο συρμό, ακολουθώντας έναν ειρμό που με έφτασε σε κάτι άλλα μάτια που είχαν αυτή την ιδιότητα και που γνώρισα πρόσφατα. Παράξενα συνεννοούμαστε οι άνθρωποι μεταξύ μας…Με ένα βλέμμα μπορεί να πούμε τα πάντα και με πολλά λόγια, συχνά τίποτα. Τον αναζήτησα μέσα στο πλήθος, τα μαύρα γυαλιά είχαν ξαναμπεί στη θέση τους, ενώ μια κοπελίτσα αγνοώντας τα, μάλλον μάταια προσπαθούσε να του κεντρίσει το ενδιαφέρον. Με κοίταξε από μακριά , τότε έκανα στροφή 180 μοίρες και αποφάσισα πως η σημερινή μου βόλτα μόλις είχε τελειώσει.

Σκεφτόμουν μια συζήτηση που ξεκίνησα προχθές , σχετικά με το πόσο διαρκούν οι διακοπές, ανάλογα με τον τόπο που μένεις. Αν μπορούσα να συνεχίσω σήμερα αυτή τη συζήτηση, θα έλεγα πως μπορείς να κάνεις διακοπές όλο το χρόνο, ακόμα και μέσα στο χειμώνα, ανάμεσα στο τσιμέντο , σε μια βόλτα με το τραίνο… Αρκεί τα μάτια σου να είναι ανοιχτά για άλλα μάτια και οι αισθήσεις σου ξύπνιες. Γιατί μπορεί να σου λείπει η θάλασσα -όπως εμένα πάντα- μα τη θάλασσα την κουβαλάς μέσα σου, όπου κι αν πας και χτίσεις το δικό σου μικρόκοσμο. Θα μου πεις, τι ρομαντικές κοινότυπες βλακείες είναι αυτά;

Δεν είναι όμως…Γιατί η ζωή αυτή είναι μια κι αποτελείται από μια σειρά επιλογές οι οποίες δεν επαναλαμβάνονται. Μόνο τη θέση τους παίρνουν καινούριες επιλογές  δημιουργώντας διακλαδώσεις, όπως αυτές του δέντρου. Κι αν δεν το ποτίζεις καθημερινά με τα απαραίτητα συστατικά της ανθρώπινης επικοινωνίας, αν δε το φροντίσεις με ειλικρίνεια κι αγάπη, να το κλαδέψεις όταν πρέπει, το δέντρο της ζωής σου είναι πολύ πιθανό να καταλήξει κούτσουρο που το καίει η φωτιά η που το δέρνει αιώνια η θάλασσα…

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

1 Comment

  1. Pingback: Μια μέρα στο τραίνο — Νόστιμον ήμαρ | Γιάννης Χ. Παπαχατζάκης

Αφήστε Ένα Σχόλιο

seven − two =

Simple Share Buttons