Μια μέρα στο Εφετείο. Μια νίκη του κινήματος και της νέας γενιάς- του Θάνου Ανδρίτσου

0

φρ

Η παρατηρήτρια μιας δίκης, μπορεί να καταλάβει πολλά για τη φύση του αδικήματος και την αθωότητα του κατηγορούμενου, από το βλέμμα του προσώπου του. Μπορεί να είναι σκυθρωπό και χαμηλόθωρο, προδίδοντας κάποια ντροπή ή τη στενοχώρια του παιδιού που πιάστηκε να κάνει μια ζημιά. Μπορεί να προδίδει μια ανημποριά και απελπισία για τη μοίρα και τις λανθασμένες επιλογές που τον οδήγησαν στο εδώλιο. Ή ίσως να είναι σκληρό, απάνθρωπο και χωρίς μεταμέλεια. Συχνά υποδηλώνει φόβο, απορία ή οργή.

Παρασκευή πρωί, στο Εφετείο, το βλέμμα των δύο εκζητούμενων φοιτητών, έλεγε από μόνο του πολλά:  Ήρεμο, αν και σαφώς τρομαγμένο μπροστά στον παράλογο κίνδυνο να καταστραφεί η ζωή τους με μια έκδοση, προφυλάκιση και ίσως έκτιση πολυετούς ποινής φυλάκισης στην Ιταλία. Χωρίς όμως κανένα ίχνος στενοχώριας, ντροπής ή μετάνοιας. Ήξεραν πολύ καλά ότι κατηγορούνται χωρίς στοιχεία για αδικήματα που δε διέπραξαν και γνώριζαν πως η βασική αιτία για το κυνήγι που δέχονται είναι η πολιτική τους στράτευση και η συνειδητή τους επιλογή να συμμετάσχουν σε μια διεθνή διαδήλωση. Και για αυτό δεν είχαν ίχνος μεταμέλειας, παρά μόνο περηφάνια και πίστη. Και μερικά χαμόγελα και αστεία για τους φίλους, τις φίλες και τους συντρόφους και τις συντρόφισσες τους που έφταναν σιγά σιγά στο χώρο της αίθουσας. Πιο κλονισμένα και αγχωμένα – όπως είναι λογικό- ήταν τα πρόσωπα των γονέων, των συγγενών και άλλων κοντινών ανθρώπων που  έκαναν πηγαδάκια ανταλλάσσοντας πληροφορίες ή ρωτώντας για κάτι νεότερο τους δικηγόρους.

Σε λίγα λεπτά, στις 9.00, αναμένονταν η έλευση των Εφετών που θα ανακοίνωναν την απόφαση, καθώς η δίκη είχε διακοπεί από την προηγούμενη μέρα, 7 Γενάρη. Η αίθουσα – και σήμερα πολύ μικρή για να χωρέσει το πλήθος του αλληλέγγυου κόσμου- άρχισε σιγά σιγά να γεμίζει. Στην πρώτη σειρά, μια ηλικιωμένη γυναίκα – γιαγιά ενός εκ των δύο φοιτητών όπως θα μάθουμε αργότερα- δε μπορεί να κρατήσει τα δάκρυα της και ξεσπά σε λυγμούς. «Όλα θα πάνε καλά», της λέει πλησιάζοντας ο Κ. Παπαδάκης, εκ των συνηγόρων υπεράσπισης- «Και αυτή η νίκη θα είναι του λαού»– συμπληρώνει.

Λίγη ώρα αργότερα, η πρόεδρος καλεί στο βήμα τους δύο από τους πέντε εκζητούμενους: Ο πρώτος, πλησιάζει, έχοντας αποχαιρετίσει τη σύντροφό του, ενώ μετά από λίγες στιγμές εμφανίζεται και ο δεύτερος, απολογούμενος για τη μικρή καθυστέρηση. Η αναγγελία της μη έκδοσης και των δύο στις ιταλικές αρχές, προκαλεί γέλια, χειροκροτήματα, αγκαλιές και επιφωνήματα ανακούφισης στο ακροατήριο, και ειδικά στις οικογένειες των φοιτητών.

Ήταν μια στιγμή δικαίωσης. Μια στιγμή χαράς για δύο νέα παιδιά που βρέθηκαν στο στόχαστρο ενός παροξυσμού διεθνούς αυταρχισμού, αλλά και μια νίκη για το ευρύτατο κίνημα αλληλεγγύης που εξαπλώθηκε εδώ και δύο μήνες. Από τη μέρα δηλαδή, που η αστυνομία εισέβαλλε ξημερώματα, στα σπίτια των έκπληκτων φοιτητών και των έντρομων γονέων τους, στην Αγία Παρασκευή, ανακοινώνοντας το διεθνές ένταλμα σύλληψής τους για τη συμμετοχή στην πορεία της 1η Μαΐου στο Μιλάνο της Ιταλίας. Η καμπάνια αλληλεγγύης με στόχο την αποτροπή της πρωτοφανούς έκδοσης Ελλήνων πολιτών σε άλλη χώρα για συμμετοχή σε διαδήλωση, ήταν από τις πιο ισχυρές κινηματικές διαδικασίες του τελευταίου διαστήματος (διαβάστε στην ιστοσελίδα της καμπάνιας περισσότερα για τη δίκη).

Λίγα λεπτά μετά την ανακοίνωση της πρώτης απόφασης υπέρ των δύο φοιτητών, στο εδώλιο έκατσαν οι δύο άλλοι φίλοι και συνεκζητούμενοί τους. Αυτή την φορά η  έδρα είχε  διαφορετική σύνθεση: εισαγγελέα, εφέτες και πρόεδρο Εφετών. Η αίσθηση ήταν βέβαια θετική, λόγω της έκβασης της αμέσως προηγούμενης δίκης, ωστόσο τίποτα δεν ήταν δεδομένο, καθώς η εκδίκαση ήταν καθ όλα ανεξάρτητη.

Με τις πρώτες κουβέντες των συνηγόρων υπεράσπισης θυμηθήκαμε εκ νέου τις σαθρές κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι 5 νέοι καθώς και  τον «φρονηματικό»  χαρακτήρα της δίωξης που τους έχει ασκηθεί. Στην πραγματικότητα, η νίκη αυτής της δίκης, είναι και μια νίκη των επιχειρημάτων που διατύπωσε η «δική μας» μεριά. Η υπεράσπιση της ομάδας των δικηγόρων με τις κυρίες Κούρτοβικ και Γιαννακοπούλου και τον κ. Παπαδάκη, βασίστηκε στην πολιτική και κοινωνική δράση των νέων μέσα από τη συμμετοχή τους σε τοπικά κινήματα και συλλογικότητες καθώς και στη συνδικαλιστική τους δράση σε χώρους δουλειάς και σπουδών.

Ο ίδιος ο Δήμαρχος της Αγίας Παρασκευής (με τον οποίον οι πέντε φοιτητές, κάτοικοι Αγ. Παρασκευής, έχουν βρεθεί να διαφωνούν αναφορικά με τοπικού χαρακτήρα ζητήματα) κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης, αναδεικνύοντας ότι και οι πέντε συμμετέχουν εδώ και χρόνια σε κινήματα στην πόλη. Πιο αναλυτικά, για αυτά αναφέρθηκε μέλος της Ανοιχτής Συνέλευσης Αγ. Παρασκευής αναδεικνύοντας τη σημασία της συλλογικής δράσης στη γειτονιά. Αντίστοιχη ήταν η παρέμβαση του εκπροσώπου του σωματείου Σερβιτόρων Μαγείρων, που είναι μέλος ο ένας εκζητούμενος, ενώ τη συνδικαλιστική δράση του άλλου στη σχολή που φοιτά, επικρότησε καθηγητής και πρώην πρόεδρος της σχολής του.

Η νίκη αυτή λοιπόν, είναι και νίκη των συλλογικών αγώνων, της οργάνωσης στη γειτονιά, της συνδικαλιστικής δράσης, του ταξικού αγώνα. Είναι νίκη ενάντια στην καταπάτηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, όπως ανέλυσε γλαφυρά ο Δ. Σαραφιανός από την Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Η ευρωβουλεύτρια Σ. Σακοράφα κατέθεσε έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που αναδεικνύει τα μελανά σημεία των διεθνών ενταλμάτων σύλληψης. Πρόκειται για μια νίκη ενάντια στη διεθνοποίηση της καταστολής και του αυταρχισμού που επιδιώκει να φοβίσει και καθυποτάξει τους λαούς και να αποτρέψει τη διεθνιστική δράση ενάντια στις αντεργατικές πολιτικές που ενισχύθηκαν την περίοδο της κρίσης. Σε αυτό το μήκος κύματος ήταν οι καταθέσεις μαρτύρων όπως του Άγγελου Χάγιου: «Και στη Χούντα, δε λέγανε ότι μας δικάζουνε για τις ιδέες μας. Πάντα έβρισκαν κάτι να μας κατηγορήσουν, για καταστροφές, λεηλασίες. Τότε που μπήκαν τα τανκς στο Πολυτεχνείο, μας έλεγαν ότι καταστρέψαμε μια Μερσεντές», ανέφερε επισημαίνοντας την ομοιότητα με το πρόσφατο κατηγορητήριο που περιλαμβάνει την καταστροφή αυτοκινήτου της ίδιας μάρκας.

Ίσως η πιο σημαντική πλευρά αυτής της νίκης, είναι η απόρριψη της ποινικοποίησης της διεθνιστικής πάλης. Στην ουσία, οι ιταλικές αρχές προσπάθησαν με το διεθνές αυτό ένταλμα να επισημοποιήσουν την ουσιαστική απαγόρευση των αγωνιστικών δεσμών μεταξύ διαφορετικών χωρών, και ειδικά μεταξύ χωρών του ευρωπαϊκού νότου που πλήττονται έντονα από την καπιταλιστική κρίση. Να ενισχύσουν αυτή την εικόνα του «ξένου» που έρχεται να διαδηλώσει σε άλλη χώρα και προκαλεί ποικίλες ζημιές στο κοινωνικό σύνολο. Δε διαφέρει πολύ, η μέθοδος αυτή, με τακτικές που υιοθετήθηκαν σε πολλές περιπτώσεις για την δίωξη και καταστολή των κοινωνικών αγώνων στο παρελθόν «από τις επαναστάσεις το 1848 μέχρι σήμερα», όπως περιέγραψε την κατάθεσή του ο καθηγητής Παναγιώτης Σωτήρης. Από την ακαδημαϊκή κοινότητα, κατέθεσαν ακόμα και ο Β. Αγγελόπουλος και Σ. Βελλισαριου, εκφράζοντας τη σαφή τοποθέτηση μεγάλου μέρος των ακαδημαϊκών δασκάλων ενάντια στην έκδοση των Ελλήνων φοιτητών. Μέσα από τέτοιες καταθέσεις αναδείχτηκε η σημασία που έχει η αντίσταση στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές για την υπεράσπιση του δημοσίου πανεπιστημίου και για τη συγκρότηση των νέων ανθρώπων ως σκεπτόμενων πολιτών που οφείλουν να αμφισβητούν τις κοινωνικές ανισότητες και τις εκμεταλλευτικές κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις. Η ψυχίατρος Κατερίνα Μάτσα, περιέγραψε πόσο θετικά επιδρά η συλλογική διεκδίκηση στην ψυχολογία και την κοινωνικοποίηση των ανθρώπων και ειδικά των νέων, σε αντίθεση με την ατομική βίωση της οικονομική κρίσης που οδηγεί σε επιστροφή στο ατομικό και συνδέεται με πολλών μορφών ψυχοπαθολογικά φαινόμενα. Για την ίδια, μια έκδοση των παιδιών, μια ποινικοποίηση μιας κοινωνική δράσης θα φέρει μετάδοση της «ανημποριάς» και της απογοήτευσης.

 

Λίγο μετά τις 4.00 το μεσημέρι  ανακοινώθηκε οι απόφαση των Εφετών σύμφωνα με την οποία και οι δύο άλλοι φοιτητές, δεν εκδίδονται στην Ιταλία. Άλλη μια νίκη.

Παρά την συλλογική απογοήτευση από την συνέχιση της εφαρμογής της μνημονιακής πολιτικής και τις πολλαπλές συνέπειες – ηθικές, υλικές, ψυχολογικές- που το γεγονός αυτό επιφέρει, μικρές οι μεγαλύτερες συλλογικές προσπάθειες ανατροφοδοτούν την ελπίδα και την αισιοδοξία:  Στις σκηνές των ανδρών και γυναικών των 5μηνων προγραμμάτων ανακύκλωσης της ανεργίας έξω από το υπουργείο Εργασίας, στους αγώνες ενάντια στο ασφαλιστικό, στην αλληλεγγύη στους πρόσφυγες και στις προσφύγισσες και αλλού. Η κινηματική προσπάθεια για την αποτροπή της έκδοσης ήταν από τις πιο ισχυρές και καλά οργανωμένες τέτοιες προσπάθειες. Και δεν είναι τυχαίο πως τις δύο ημέρες της εκδίκασης της υπόθεσης η οδός Λουκάρεως, μπροστά από το Εφετείο,  φιλοξένησε μια υπέροχη συνάθροιση εκατοντάδων νέων ανθρώπων  με διαφορετικές πολιτικές προελεύσεις αλλά και με κοινές αγωνίες.

Επίσης, κρίσιμη στάθηκε  και η ευρύτατη πολιτική στήριξη που δόθηκε, από όλο το φάσμα της Αριστεράς, του αντιεξουσιαστικού χώρου και του εργατικού και νεολαιίστικου κινήματος. Δεν είναι πολλές οι περιπτώσεις που να επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο.  Δεν είναι όμως και λίγες. Μέσα από τις μαρτυρίες, δινόταν η δυνατότητα να θυμηθούμε πώς οι άνθρωποι της Αριστεράς, του Αντιεξουσιαστικού χώρου και του εργατικού κινήματος,  όταν υπερασπίζονται τα  δημοκρατικά και κοινωνικά δικαιώματα, ξέρουν να δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό. Και η αλήθεια είναι πως, η καθημερινή τριβή με λιγότερο όμορφες πλευρές της πολιτικής και των πρακτικών της, συχνά, μας κάνει να το ξεχνάμε αυτό.

Δε χωρά καμιά αμφιβολία ότι η απόφαση για την μη έκδοση των τεσσάρων φοιτητών ήταν μια νίκη όλης αυτής της δίμηνης προσπάθειας. Αλλά ήταν φυσικά και μια νίκη των εκατοντάδων που βρέθηκαν τις μέρες αυτές στο Εφετείο, είτε κατακλύζοντας την αίθουσα και το γύρω της χώρο, είτε γεμίζοντας το δρόμο, δείχνοντας ότι η δίκη αυτή δεν αφορά μονάχα πέντε νέα παιδιά, αλλά μια ολόκληρη αγωνιζόμενη γενιά. Αυτή η γενιά βρέθηκε αυτές τις μέρες στο Εφετείο και θα βρεθεί και τη Δευτέρα, 11 του Γενάρη. Για να προστατεύσει το τελευταίο μέλος της παρέας που αντιμετωπίζει την απειλή του εντάλματος.

Με την ίδια αλληλεγγύη  στεκόμαστε στο πλευρό και των 24 νέων που δικάζονται επίσης αύριο Δευτέρα 11. 1. 2016 από το Μικρό Ορκωτό Δικαστήριο, οι οποίοι είχαν συλληφθεί στις 9 Οκτωβρίου του 2012, όταν επισκέφτηκε η  Καγκελάριος Α. Μέρκελ την Ελλάδα. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν σχετίζονται  με τη συμμετοχή τους στις κινητοποιήσεις εναντίον της λιτότητας που είχαν πραγματοποιηθεί τότε και οι οποίες υπέστησαν πρωτοφανή καταστολή από την αστυνομία και την τότε κυβέρνηση Σαμαρά με Υπουργό Προστασίας του Πολίτη το Ν. Δένδια*. Το δίχως άλλο, όπως και σε αντίστοιχες περιπτώσεις,  η δίωξη τους υπήρξε αποτέλεσμα ενός σχεδίου καταστολής των λαϊκών αγώνων ενάντια στη λιτότητα και στο μνημόνιο και εκφοβισμού των πολιτών.

Δε χρειάζεται να λέμε μεγάλα λόγια. Οι συνθήκες παραμένουν δύσκολες: οι νέες και οι νέοι, οι εργαζόμενοι/ες εξακολουθούν να βιώνουν με οδυνηρό τρόπο τις συνέπειες της πολιτικής της λιτότητας και των μνημονίων που εφαρμόζονται στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ωστόσο, μπορούμε για λίγο να χαιρόμαστε. Κυρίως, γιατί ακούστηκε ένα «Ως εδώ». Και συνήθως από τέτοια, ξεκινάς να πηγαίνεις παραπέρα.

*Σημειώνεται ότι πέρα από τις ψευδείς κατηγορίες που τους αποδίδονται, στην υπόθεση των 24 επαναλήφθηκε από την πλευρά των αστυνομικών αρχών η πράξη της παραβίασης των προσωπικών τους δεδομένων και της δημόσιας διαπόμπευσης τους μέσω της δημοσίευσης  των φωτογραφιών τους και των προσωπικών τους στοιχείων, όπως νωρίτερα την άνοιξη του 2012 είχε συμβεί με την δίωξη των 12 φερόμενων ως οροθετικών γυναικών.

 

 

 

 

Πηγή

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

twenty − six =

Simple Share Buttons