Μία αναφορά στη 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

0

barics-marx

Ο Καρλ Μαρξ γνώριζε πολύ καλά το πως δύναται να συμπυκνωθεί η κοινωνική ιστορία

Σίμος Ανδρονίδης*

Διαβάζοντας το κλασικό έργο του Καρλ Μαρξ ‘Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη’, αντιλαμβάνεσαι πως ο Καρλ Μαρξ είναι ένας οξυδερκέστατος πολιτικός επιστήμονας-αναλυτής. Διαβλέπει πίσω από την πολιτική επιφάνεια, πίσω από τα πρόσωπα την κίνηση των κοινωνικών τάξεων, την διαπάλη τους, τις ιδεολογικές τους αναφορές, τις κοινωνικές συμμαχίες που συγκροτούνται, συμμαχίες που διατηρούν ως βασικό επίδικο τον πολιτικό τους υπερπροσδιορισμό, τις αναγκαιότητες  που προκύπτουν όχι ως φυσική κατάληξη των πραγμάτων αλλά ως ιστορική-κοινωνική επιβολή συμφερόντων. Για τον Μαρξ η γαλλική ιστορική τοιχογραφία της περιόδου αποτελεί ένα ιδιαίτερο στοιχείο της πολλαπλής και πολύπλοκης πάλης των τάξεων.

‘Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη’ ‘λειτουργεί’ ως το έργο εκείνο όπου αντανακλάται η δράση του κοινωνικού πάνω στο πολιτικό πεδίο (‘σκηνή’), ως έργο εισπήδησης του κοινωνικού στοιχείου στο πεδίο της διαμεσολαβημένης διαπάλης με έναν τρόπου που σχετίζεται με τις συγκυρίες, τις περιστάσεις της στιγμής, με την ίδια την ανάπτυξη και εξέλιξη του γαλλικού κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Η πολιτική σκηνή διαμεσολαβεί τις αντιφάσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, αποτελώντας ένα ‘αντεστραμμένο’ και συγκρουσιακό πεδίο όπου διασταυρώνονται ιδεολογίες και ταξικά συμφέροντα.

Σε αυτή την ιδιαίτερη στιγμή της γαλλικής ιστορίας και κοινωνικής εξέλιξης, αποτυπώνονται και αποκρυσταλλώνονται οι ταξικές συγκλίσεις-αποκλίσεις, τα αντιτιθέμενα κοινωνικά-ταξικά συμφέροντα, το καθεαυτό ειδικό στοιχείο προς ανάλυση που είναι η εξέγερση του Παρισινού προλεταριάτου τον Ιούνιο του 1848,[1] οι πολιτικές μορφές (κόμματα)[2] που συντίθενται, η ταξική συγκρότηση-συσχέτιση του κράτους.[3]

Το πραξικόπημα του Λουδοβίκου Βοναπάρτη ερμηνεύεται και προσεγγίζεται ως ένα ιδιαίτερο επεισόδιο της πολυτάραχης γαλλικής ιστορίας. Στις 2 Δεκέμβρη του 1851, ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης ως ιστορική καρικατούρα και γκροτέσκα πολιτική ‘φιγούρα’, εισέρχεται στο πεδίο της ιστορίας, κεφαλαιοποιώντας τη δράση και της συμπύκνωση της δράσης «ειδικών» κοινωνικών τάξεων και μερίδων τάξεων. Πραγματικά, ο ‘αυτοκράτωρ’ δύναται να προβάλλει ως η ζώσα συνείδηση του έθνους, ως ο κατεξοχήν συνεχιστής της αυτοκρατορικής-καισαρικής παράδοσης (Ναπολέων Βοναπάρτης), ως ένα «μικρός» Λουδοβίκος που αναφωνεί «το γαλλικό έθνος είμαι εγώ»!

Ο ιδιαίτερος καισαρισμός της εξουσίας του τον ανάγει σε «ιερή» μορφή που επιβλέπει από «ψηλά» το κοινωνικό όλον, ενώ ακριβώς εδράζει την πολιτική του εξουσία πάνω σε συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις. Αυτός ο υπερκοινωνικός κατά βάση είναι και λειτουργεί ως ‘χωρικά’ κοινωνικός. Η κοινωνική συμμαχία ή ο κοινωνικός συνασπισμός που τον ανάγει σε «ιερό» σύμβολο έλκει την καταγωγή της από τη «βαθιά» Γαλλία.

Οι μικροϊδιοκτήτες αγρότες, αυτό που ο Καρλ Μαρξ αποκαλεί «μεσαία τάξη»,[4] ο στρατός, τμήμα του καθολικού κλήρου. Επρόκειτο για ένα κοινωνικό συνασπισμό εξουσίας, για μία ιδιαίτερη αντίληψη της κρατικής-πολιτικής εξουσίας η οποία ανάγει το Λουδοβίκο Βοναπάρτη σε «θεματοφύλακα» της «ιερής» παράδοσης. Αυτός ο ‘κοινωνικός καισαρισμός’ της εξουσίας εκκινεί από την παράδοση και για να καταλήξει στην αντίδραση.

Αυτός ο συνασπισμός εξουσίας την περίοδο της δεύτερης γαλλικής αυτοκρατορίας, κοινωνικά εδραζόμενος και κατανεμημένος διευρύνεται πέρα από το καθεαυτό πλέγμα δράσης της αστικής τάξης και μερίδων της, έτσι ώστε ακριβώς προκύπτει ένα σχήμα εξουσίας κοινωνικά πολυσυλλεκτικό το οποίο δύναται να βιώσει τον πολιτικό του υπερπροσδιορισμό στο πρόσωπο και του Λουδοβίκου Βοναπάρτη και της πολιτικής του εξουσίας, δύναται να βιώσει ακριβώς τον ατομικό καισαρισμό που μετασχηματίζεται σε συλλογικό λειτουργώντας υπό το πλαίσιο μίας ιδιότυπης διάχυσης της εξουσίας και των εκφάνσεων της. Έτσι, η κρατική εξουσία μετατρέπεται σε «παραδοσιακή».

Αναφέρει ο Νίκος Πουλαντζάς: «Έτσι, αυτή η σχετική αυτονομία του γαλλικού βοναπαρτικού κράτους απέναντι στις κυρίαρχες τάξεις μπορεί να κατανοηθεί μόνο από την ένταξη αυτής της συγκεκριμένης μορφής στον καπιταλιστικό τύπο Κράτους. Αυτό το Κράτος παρουσιάζει πραγματικά αυτή τη σχετική αυτονομία σαν συστατικό χαρακτηριστικό της έννοιας του. Αυτό το στοιχείο καταλήγει έτσι στη σχέση του με τα ειδικά χαρακτηριστικά της ταξικής πάλης μέσα στον Κ.Τ.Π. (σ.σ: Κεφαλαιοκρατικός Τρόπος Παραγωγής) και μέσα σ’ έναν καπιταλιστικό σχηματισμό, σχέση που θέτει τα όρια που διαγράφει η συγκεκριμένη δράση αυτής της πάλης πάνω στο Κράτος».[5]

Ο Νίκος Πουλαντζάς ακολουθεί την τυπολογία ένταξη του βοναπαρτικού κράτους στο ευρύτερο πλαίσιο της καπιταλιστικής μορφής κράτους. Θεωρούμε όμως ότι αυτό που προσδιορίζει αυτό το συγκεκριμένο κράτος, πέρα από τη «σχετική αυτονομία σαν συστατικό χαρακτηριστικό της έννοιας του», είναι μία κοινωνική πολλαπλότητα η οποία την ίδια στιγμή δύναται να το περιγράψει και να το κατατάξει ως ‘αγροτικό’, ‘μικροαστικό’, και φυσικά, αστικό. Πρόκειται για μία ιστορική ιδιομορφία, διότι ανάγει συγκεκριμένες κοινωνικές δυνάμεις σε μορφή συμβολική, σε μορφή «κοινωνικού ηγέτη» και ηγήτορα του έθνους και της χώρας.

Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης αναφωνεί με στόμφο όχι την άνοδο, αλλά την κατάλυση της πάλης των τάξεων, ενσαρκώνοντας, ως άλλος Πάπας, την «καθαγιασμένη» εξουσία του. Οι μικροϊδιοκτήτες αγρότες και το περιώνυμο και αποκαλούμενο από τον Μαρξ ως ‘κουρελοπρολεταριάτο’ «βλέπουν» στο πρόσωπο του τις εκφάνσεις που προσλαμβάνει η πολιτική εξουσία.

Είναι εξόχως σημαντικός ο ρόλος ενός ιδεολογικού επικαθορισμού αυτών των κοινωνικών δυνάμεων, δυνάμεις που δεν δύνανται, λόγω της θέσης που λαμβάνουν στο εσωτερικό ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού να αναπαραχθούν κυριαρχικά. Έτσι, προκύπτει ένα διφυές σχήμα, το οποίο εκκινεί από την υλική-ταξική βάση του κράτους και καταλήγει (μετατοπίζεται) στο πεδίο της φαινομενικής (κυριαρχικής) «συγκρότησης» κοινωνικών δυνάμεων. Στο πλαίσιο της ταξικής πάλης, θεωρούμε ότι το βοναπαρτικό κράτος ενυπάρχει ως ιστορική ιδιομορφία που «στοιχειώνει» τον «ζωντανό» εχθρό, ιδιομορφία που συναρθρώνει το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον, ιδιομορφία μίας ιδιότυπης συνάρθρωσης αγροτικού-αστικού (αστικοποιημένου) καπιταλισμού.

Όμως, κάτω από αυτή την «παραδοσιοκρατική» εξουσία υποκρύπτεται το πλαίσιο της ιδεολογικής φενάκης. Όπως γράφει ο Νίκος Πουλαντζάς: «Αυτή η υποστήριξη απαραίτητη γι’ αυτή την ταξική κυριαρχία, βασίζεται κατά πρώτο λόγο, σε μια διαδικασία ιδεολογικής αυταπάτης. Ο Μαρξ το απέδειξε στην περίπτωση των μικροϊδιοκτητών αγροτών, που η υποστήριξη τους, απαραίτητη στο βοναπαρτικό Κράτος, θεμελιώθηκε πάνω σ’ ολόκληρο το ιδεολογικό πλαίσιο που οδηγούσε στην «παράδοση» και στην καταγωγή του Λουδοβίκου Βοναπάρτη. Το βοναπαρτικό Κράτος, που στηρίζεται πάνω σ’ αυτούς τους αγρότες, δεν παίρνει πράγματι κανένα μέτρο που να ευνοεί πολιτικά τα ιδιαίτερα τους συμφέροντα. Παίρνει απλώς ορισμένα μέτρα στο επίπεδο συμβιβασμών  για να συνεχίσει να τρέφει την ιδεολογική αυταπάτη που είναι η βάση αυτής της πολιτικής υποστήριξης».[6]

Αυτή η ιδεολογική φενάκη την οποία διείδε και ανέλυσε ο Μαρξ, ενέχει μία διφυή διάσταση: αφενός μεν υπερπροσδιορίζει πολιτικά-ιδεολογικά αυτή την ‘τάξη’, αφετέρου δε την υποπροσδιορίζει υλικά και κοινωνικά, στο βαθμό που αυτή ακριβώς η ‘τάξη’ δεν έχει την κοινωνική δύναμη-δυναμική ώστε να αναχθεί σε κυρίαρχη ‘τάξη’ του συνασπισμού εξουσίας. Ο πολιτικός  ους υπερπροσδιορισμός είναι αντιστρόφως ανάλογος της πραγματικής όσο και συμβολικής κοινωνικής τους ισχύος, είναι φαινομενικός (πολιτική φαινομενολογία), πλην όμως απαραίτητος για τη διατήρηση της συνοχής και της εξουσίας του βοναπαρτικού καθεστώτος δυνάμεων. Το ακριβές και δυναμικό στοιχείο που ενοποιεί την κοινωνική συμμαχία δυνάμεων είναι η αντίθεση στον κίνδυνο ή στους κινδύνους που αντιπροσωπεύει το προλεταριάτο, μετά και από την εξέγερση του Ιούνιου του 1848.

Οι κοινωνικές-ταξικές διαφορές είναι η δύναμη της, η πολιτική της ενότητα ανακύπτει ως προβολή των ‘εσωτερικών’ ταξικών διαφορών αλλά ως θεμελιώδης, εκείνη την ιστορική συγκυρία, προς τάξη (εργατική). Η σχετική ή μη σχετική ‘αυτονομία’ του κράτους προς τις (κυρίαρχες) τάξεις διασφαλίζει την ιδιαίτερη δυναμική τους, και είναι αυτή η ‘αυτονομία’ που πολλές φορές συγκροτεί ή συμβάλλει στη συγκρότηση (δια) ταξικών συνασπισμών που, δεν προβάλλουν το «γυμνό» αλλά το «συναινετικό» πρόσωπο-προσωπείο της ταξικής εξουσίας. Η συγκεκριμένη εκφραζόμενη και προβαλλόμενη ‘ουδετεροποίηση’ διαπερνά τις ταξικές αντιθέσεις και διαμάχες, αρχόμενη στο ύψος του πάντα «εφικτού» και «επιθυμητού».

Η δεύτερη γαλλική αυτοκρατορία του Λουδοβίκου Βοναπάρτη και το κράτος που ‘συγκρότησε’ αποτελούν το πολιτικά κατοπτρικό είδωλο ενός παραδοσιακού-φυσικού  αστισμού ο οποίος  αναφέρεται στη «βαθιά Γαλλία», ‘εργαλειοποιεί’ τις θρησκευτικές αναφορές ως συνεκτικό στοιχείο αυτού  του κράτους, διατρέχει τις αγροτικές-καθεαυτό μικροαστικές «ρίζες», εγγράφει και προβάλλει τα χαρακτηριστικά της ισχυρής αυτοκρατορικής Γαλλίας που αποτελεί τον άμεσο κληρονόμο της ισχυρής αυτοκρατορικής εξουσίας του Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Ο Καρλ Μαρξ γνώριζε πολύ καλά το πως δύναται να συμπυκνωθεί η κοινωνική ιστορία, το πως προχωρά και εξελίσσεται η πάλη των τάξεων, το πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύσσονται οι αντιφάσεις και οι αντινομίες του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Στις Δεκεμβρίου του 1851, δεν ανεστάλη η κοινωνική πρόοδος, παρά προσέλαβε άλλη (συγκεκριμένη) μορφή αντίδρασης.

Τα δικαιώματα που αποκτήθηκαν που αποκτήθηκαν μετά από έντονους πολιτικούς-ταξικούς αγώνες τίθενται στο περιθώριο, και, πλέον η μορφή του Λουδοβίκου Βοναπάρτη ενσαρκώνει την ιερή και απαραβίαστη εξουσία, διευρυμένη και περίκλειστη συνάμα, ευρύτερη και περισσότερο «ειδική». Σαν το ρολόι του ιστορικού προτσές να σταματά, και το καθεστώς του Βοναπάρτη να προσιδιάζει πολιτικά στη  παλαιά φεουδαρχική Γαλλία την ώρα που οι κοινωνικές δυνάμεις αναπτύσσονται. Και είναι αυτό το καθεστώς που αποκρύπτει αυτή την κοινωνική ανάπτυξη και την ιδιαίτερη και μη ταξικότητα και «αντιφατικότητα» που επιφέρει.

Ο Μαρξ, πάντα επίκαιρος, προσφέρει εργαλεία επιστημονικής ανάλυσης του πολύπλοκου κοινωνικοπολιτικού (και οικονομικού) γίγνεσθαι.  Η πολιτική σκηνή στο έργο του είναι ακριβώς η ‘σκηνή’ της κοινωνικής αφαίρεσης, της επικάλυψης ή της ανοιχτής έκφρασης των ταξικών αντιθέσεων και αντινομιών. Στον Μαρξ η ιστορική εξέλιξη και η συνακόλουθη πάλη των τάξεων δεν αποκτούν στοιχεία φυσικού κανόνα αλλά στοιχεία μίας ενάργειας «ορατής» η οποία μεταβάλλεται, άλλοτε ραγδαία, άλλοτε πιο σταθερά και άλλοτε περισσότερο αργά. Η ιστορία δεν ανακύπτει ως στασιμότητα, αλλά ως πεδίο συμπύκνωσης κοινωνικών-ταξικών αγώνων. Ο άνθρωπος είναι η τάξη και η τάξη (ή οι τάξεις) είναι ο άνθρωπος.

Όταν ο Μαρξ και ο Ένγκελς αναφέρουν ότι ο κινητήριος μοχλός της ιστορίας είναι η πάλη των τάξεων καταδεικνύουν ακριβώς το ρόλο που διαδραματίζουν οι κοινωνικές τάξεις και όχι οι κοινότητες των ανθρώπων, τάξεις που προσδιορίζονται από τη σχέση τους με και προς τα μέση παραγωγής. Οι έννοιες της ταξικής αλλοτρίωσης αλλά και της ταξικής χειραφέτησης προκύπτουν ακριβώς εξαιτίας της κατοχής των μέσων παραγωγής, οι οποίες δεν συγκροτούν απλά δεσμούς κυριαρχίας, αλλά συγκροτούν και μία συγκεκριμένη κοσμοαντίληψη.

Η 18η Μπρυμαίρ είναι το έργο που καταδείχνει το ρόλο που διαδραματίζουν οι τάξεις ενός κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, ρόλος που πολλές φορές δεν αντανακλά τα άμεσα και ιδιαίτερα ταξικά συμφέροντα και στοιχίσεις. Η συνάρθρωση των κοινωνικών συμφερόντων, η πολιτική τους εκπροσώπηση διαθλώνται και ως φορείς μίας ‘αντεστραμμένης’ ταξικότητας. Ο καισαρισμός των κρισιακών καιρών μας αφορά την αναζήτηση των κατάλληλων προσώπων που θα επιφέρουν τα κατάλληλα πολιτικά αποτελέσματα, κρίνοντας με βάση των ωφελιμισμό της επιτήδειας ισορροπίας.

*Ο Σίμος Ανδρονίδης είναι υποψήφιος διδάκτωρ στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

[1] Ο Μαρξ αποκαλεί την εξέγερση που έλαβε χώρα τον Ιούνιου του 1848 στη γαλλική πρωτεύουσα ως ‘το πιο κολοσσιαίο γεγονός στην ιστορία των ευρωπαϊκών εμφυλίων πολέμων’, βλέπε σχετικά, Μαρξ Καρλ, ‘Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη’, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2012, σελ.25. Βλέπουμε λοιπόν να εκτυλίσσεται ένα ιδιαίτερο στη βάση του προλεταριακό-εξεγερσιακό συμβάν το οποίο αποτελεί απότοκο της ποιοτικά έντονης δράσης της Παρισινής εργατικής τάξης, που, εκείνη ακριβώς τη στιγμή διέπεται από τις όψεις μίας ταξικής (αυτό) συνείδησης που τη συγκροτεί ως δρων υποκείμενο αλλαγής. Δεν προκύπτει κάποια τελεολογία της κοινωνικής αφαίρεσης ή της απλής απόσπασης μίας μερίδας της κοινωνίας και της κοινωνικής οργάνωσης αλλά μία ταξική συνειδησιακότητα η οποία εδράζεται σε αυτό που θα αποκαλούσαμε ως ‘κοινωνική-ιστορική  μηχανική εξέλιξης’. Η εξέγερση του 1848 αναπτύσσεται εντός του πλαισίου της διασταυρούμενης πάλης των κοινωνικών τάξεων που δρουν σαν κοινωνικές δυνάμεις.

[2] Το κόμμα της τάξης της Β’ γαλλικής Δημοκρατίας δεν είναι τόσο το  κόμμα των ταξικών αντιθέσεων, όσο   το κόμμα της προβολής του ρόλου της διοικητικής-στρατιωτικής γραφειοκρατίας.

[3] Διαμέσου του πλαισίου του «λαού» και της ενσάρκωσης της λαϊκής κυριαρχίας, το κράτος ως πολιτική αντανάκλαση μίας συγκριμένης κοινωνικής δυναμικής ανέρχεται στο προσκήνιο, δύναται να μετατοπίσει το πεδίο από την καθεαυτό κυρίαρχη τάξη στο πεδίο του συνασπισμού εξουσίας, διευρύνει τα όρια της δράσης-κυριαρχίας του σταδιακά σε όλη τη γεωγραφική επικράτεια, με τέτοιον τρόπο που να προκύπτει ως έθνος-κράτος, κράτος συνυφασμένο με την έννοια της εδαφικότητας (χωρική ανάπτυξη του ενός συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής) και των συνόρων.

[4] «Ο Βοναπάρτης, σαν δύναμη της εκτελεστικής εξουσίας που έγινε ανεξάρτητη, νιώθει σαν αποστολή του να εξασφαλίσει το «αστικό καθεστώς». Η δύναμη, όμως, αυτού του αστικού καθεστώτος είναι η μεσαία τάξη. Γι’αυτό το λόγο ο Βοναπάρτης παρουσιάζεται σαν εκπρόσωπος της μεσαίας αυτής τάξης και εκδίδει διατάγματα μ’ αυτό το πνεύμα». Ο Καρλ Μαρξ σε αυτό το χαρακτηριστικό απόσπασμα δεν εστιάζει στην κοινωνική δυναμική, έτσι όπως αυτή αναπτύσσεται στο εσωτερικό της συμμαχίας, αλλά στην ύπαρξη μίας τάξης-ραχοκοκαλιάς, τάξη απαραίτητη για τη διατήρηση των ταξικών ισορροπιών, τάξη απαραίτητη για τη διατήρηση της σταθερότητας του καθεστώτος. Η τάξη-ραχοκοκαλιά αδυνατώντας να παραγάγει ‘σχέσεις’ εξουσίας λόγω της ιδιαίτερης θέσης της στο εσωτερικό ενός κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, προσδένεται με ότι θα αποκαλούσαμε ‘συνέχεια’.  Βλέπε σχετικά, Μαρξ Καρλ ‘Η 18η Μπρυμαίρ…ό.π, σελ. 153.

[5] Βλέπε σχετικά, Πουλαντζάς Νίκος, ‘Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις’, τόμος β’, γ’ έκδοση, Μετάφραση: Χατζηπροδρομίδης Λ., Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1982, σελ. 116-117.

[6] Βλέπε σχετικά, Πουλαντζάς Νίκος, ‘Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις…ό.π, σελ. 91-92.

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Σίμος Ανδρονίδης

Ο Σίμος Ανδρονίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες. Εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα σχετίζονται με τη θεωρία των πολιτικών κομμάτων, τη θεωρία του κράτους, τα εργατικά συνδικάτα, τη μελέτη του φασισμού-ναζισμού. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης και του Δικτύου Ανάλυσης Πολιτικού λόγου.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

twenty + 9 =

Simple Share Buttons