Του Φοίβου Μακρίδη

Τριάντα χρόνια πίσω, στις 14 Ιούνη του 1987, η Ελλάδα κατακτά το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα μπάσκετ απέναντι στη Σοβιετική Ένωση μέσα στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Το τελικό σκορ 103-101 διαμορφώθηκε ύστερα από το επιθετικό ριμπάουντ του «αγαθού γίγαντα» Αργύρη Καμπούρη και τις δύο εύστοχες βολές που εκτέλεσε.

Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους άθλους στην ιστορία του ελληνικού κι ευρωπαϊκού αθλητισμού για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος φυσικά είναι το αθλητικό σκέλος. Η Ελλάδα, παρότι ήταν η οικοδέσποινα της διοργάνωσης, έπαιζε απέναντι σε πολύ μεγάλες δυνάμεις του παγκόσμιου μπάσκετ, όπως τη Σοβιετική Ένωση και τη Γιουγκοσλαβία, την οποία απέκλεισε στον ημιτελικό. Πέρα, όμως, από την αθλητική υπέρβαση του Γκάλη, του Γιαννάκη, του Φασούλα, του Χριστοδούλου, του Φιλίππου, του Ανδρίτσου και των άλλων παιδιών, η κατάκτηση του ευρωμπάσκετ είχε πολύ μεγάλες επιδράσεις στην ελληνική κοινωνία σε πολλαπλά επίπεδα. Και δεν αναφερόμαστε απλώς στους ξέφρενους πανηγυρισμούς που ακολούθησαν εκείνο το βράδυ…

Ο ελληνικός αθλητισμός ανέβηκε επίπεδο κι έγινε πιο επαγγελματικός. Η εκτίναξη του ενδιαφέροντος για το μπάσκετ ήταν τέτοια, που οι γειτονιές και τα σχολεία σε όλα τα μέρη της χώρας, αποκτούσαν μικρά γήπεδα μπάσκετ ή αυτοσχέδιες μπασκέτες. Στη συνέχεια, το ενδιαφέρον της Ελλάδας για το μπάσκετ εκφράστηκε στην υποστήριξη του Άρη, στον οποίο έπαιζε ο Γκάλης κι ο Γιαννάκης, που έφτασε μέχρι το σημείο η Θεσσαλονίκη να ερημώνει και τα κέντρα διασκέδασης να μένουν κλειστά κάθε Πέμπτη βράδυ, όταν ο Άρης έπαιζε ευρωπαϊκό αγώνα. Στη δεκαετία του ’90, ισχυροί Έλληνες επιχειρηματίες αγόρασαν ομάδες (βλ Κόκκαλης τον Ολυμπιακό και Γιαννακόπουλοι τον Παναθηναϊκό), με σκοπό να πρωταγωνιστήσουν σε επίπεδο Ευρώπης (αλλά και να αποκτήσουν νέους διαύλους επαφής με τα ΜΜΕ και τις κυβερνήσεις), βλέποντας ότι το μπάσκετ ήταν αρκετά δημοφιλές, ενώ την ίδια ώρα τα μπάτζετ των ομάδων ήταν αρκετά πιο χαμηλά σε σχέση με αυτά των ομάδων του ποδοσφαίρου.

Μάλιστα, «παιδί» του ’87 – ή μάλλον «εγγόνι» – είναι κι η επιτυχία του Γιάννη Αντετοκούνμπο, ενός από τους επόμενους λαμπρούς αστέρες του NBA (εάν δεν είναι ήδη). Ήταν το μπάσκετ εκείνο που έδωσε την ευκαιρία σ’ ένα παιδί μεταναστών χωρίς χαρτιά, που πουλούσε cd στους δρόμους της Αθήνας, να γίνει ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους Έλληνες διεθνώς. Όμως, αυτή η ιστορία, ίσως να μας απασχολήσει σε μια μελλοντική ταινία, που θα ‘χει να κάνει με τη ζωή του…

Στο παρόν κείμενο τιμάμε την επέτειο των τριάντα χρόνων από το ευρωμπάσκετ του ’87 και θυμόμαστε μερικές ταινίες οι οποίες αναφέρονται σε αθλητικά γεγονότα, τα οποία αντανακλούσαν παράλληλα και κάτι άλλο εντός της κοινωνίας. Βλέπουμε το Invictus (Ανίκητος) και το Remember the Titans (Σύγκρουση Τιτάνων)i.

Ο Μαντέλα, οι Σπρίνγκμποκς κι η νέα Νότια Αφρική

Το 1995 το παγκόσμιο κύπελλο ράγκμπι (βρετανικού) διοργανώνεται στη Νότια Αφρική. Μόλις έναν χρόνο πριν, έχουν οργανωθεί οι πρώτες δημοκρατικές εκλογές με την ελεύθερη συμμετοχή ολόκληρου του πληθυσμού, μαύρων, λευκών και μιγάδων. Το καθεστώς του Απαρτχάιντ που κράτησε για σαράντα περίπου χρόνια κι είχε θεσμοθετήσει στον ύψιστο βαθμό τις φυλετικές διακρίσεις, έλαβε τέλος. Στις εκλογές του ’94 το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο κερδίζει πανηγυρικά λαμβάνοντας το 62,7% των ψήφων. Ο Νέλσον Μαντέλα που είχε παραμείνει στη φυλακή για 27,5 (!) χρόνια με την κατηγορία του «κομμουνιστή τρομοκράτη» γίνεται ο πρώτος πρόεδρος της χώρας, η οποία αρχίζει να αποκτά τη νέα ταυτότητα του «έθνους – ουράνιου τόξου», για να συμβολίζει τη φυλετική ισότητα και την αδελφοσύνη. Όμως, παρά την τεράστια νίκη των μαύρων σε επίπεδο δικαιωμάτων, δεν μπόρεσε να καταπολεμηθεί η οικονομική ανισότητα κι η φτώχεια για τους μαύρους πληθυσμούς. Όμως, κι αυτή είναι μια άλλη (και πονεμένη) ιστορία ii.

Στην αυγή της νέας εποχής διοργανώνεται το παγκόσμιο κύπελλο ράγκμπι και συμμετέχει μετά από πολυετή αποκλεισμό λόγω Απαρτχάιντ η εθνική ομάδα της Νότιας Αφρικής, η οποία έχει το παρατσούκλι Σπρίνγκμποκς. Η ταινία του Κλιντ Ίστγουντ δείχνει την προσπάθεια που έκανε ο Νέλσον Μαντέλα (που τον υποδύεται ο Μόργκαν Φρίμαν) να δώσει πανεθνικό χαρακτήρα στους Σπρίνγκμποκς. Αυτός ο στόχος δεν ήταν καθόλου εύκολος, μιας κι οι Σπρίνγκμποκς αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από λευκούς Αφρικάνερς (οι λευκοί Νοτιοαφρικανοί με καταγωγή από Γερμανία, Ολλανδία, Βρετανία κι αλλού) κι ήταν ένα σύμβολο του Απαρτχάιντ. Χαρακτηριστικό ήταν – όπως αναφέρεται και στην ταινία – ότι κάθε φορά που οι Σπρίνγκμποκς έπαιζαν αγώνα, ο Νέλσον Μαντέλα, οι συγκρατούμενοί του κι ίσως ολόκληρος ο πληθυσμός των μαύρων (που αποτελούσαν κοντά στο 80% της νοτιοαφρικανικής κοινωνίας) υποστήριζαν τον αντίπαλο… όποιος κι αν ήταν αυτός.

Ο Φρανσουά Πιενάρ (Ματ Ντέιμον) είναι ο αρχηγός της ομάδας. Αυτόν καλεί αρχικά ο Μαντέλα στο γραφείο του για να τον κάνει να αισθανθεί ότι οι Σπρίνγκμποκς θα υποστηριχθούν από το σύνολο της κοινωνίας, λευκούς και μαύρους. Η προετοιμασία της ομάδας, μάλιστα, θα περιλαμβάνει κι επισκέψεις σε παραγκουπόλεις μαύρων, με σκοπό να γίνει δημοφιλής κι η εθνική ομάδα και το ίδιο το άθλημα, μιας κι όπως φαίνεται στην ταινία οι μαύροι προτιμούν το παραδοσιακό ποδόσφαιρο.

Το Invictus (2009) είναι περισσότερο μία ιστορική ταινία, παρά μια αθλητική. Το αθλητικό σκέλος έρχεται δεύτερο και κορυφώνεται απότομα. Η ομάδα περνάει στον τελικό του παγκόσμιου κυπέλλου κι ίσα που το καταλαβαίνει ο αναγνώστης. Επιπλέον, ενώ ο τελικός κρίθηκε στην παράταση και θα μπορούσε η ταινία να προσφέρει μία μεγαλύτερη δόση αγωνίας στη λήξη της κανονικής διάρκειας, προσπερνάει αυτό το κομμάτι και σε μεταφέρει γρήγορα στην παράταση. Τελικά – όπως στην πραγματικότητα – οι Σπρίνγκμποκς κερδίζουν τη δυνατή ομάδα της Νέας Ζηλανδίας και μπαίνουν στις καρδιές όλων των Νοτιοαφρικανών, μαζί με τη νέα σημαία της χώρας, το νέο ύμνο και τα νέα σύμβολα.

Ο Κλιντ Ίστγουντ προσφέρει μια ίσως αδύναμη αθλητική ταινία, αλλά μια καταπληκτική αντιρατσιστική ταινία, που ξεπερνάει τον καλλιτέχνη ως προσωπικότητα. Παρότι ο Ίστγουντ δε φημίζεται για τις αντιρατσιστικές του θέσεις – ενώ μάλιστα πρόσφατα υποστήριξε τον Ντόναλντ Τραμπ – έχει προσφέρει ταινίες με βαθύ αντιρατσιστικό περιεχόμενο, όπως το Invictus και το Gran Torino.

Οι Τιτάνες του αμερικάνικου ράγκμπι

Κι από το 1995 και το βρετανικό ράγκμπι μεταφερόμαστε στο 1971 και το αμερικάνικο ράγκμπι. Το επίκεντρο του ενδιαφέροντος της ταινίας Remember the Titans (Σύγκρουση Τιτάνων) είναι η ομάδα αμερικάνικου ράγκμπι στο Λύκειο του T. C. Williams στη Βιρτζίνια των ΗΠΑ.

Η ταινία δείχνει τις σχέσεις μεταξύ των λευκών και των μαύρων μαθητών – αθλητών, οι οποίες στην αρχή είναι εχθρικές, αλλά στη συνέχεια, μέσα από τις προπονήσεις και τους αγώνες, καταλήγουν να γίνονται φιλικές έως αδελφικές! Ο νέος προπονητής που προσλαμβάνεται είναι ο Χέρμαν Μπουν (Ντένζελ Ουάσιγκτον), ο οποίος έχει το στυλ του σκληρού προπονητή που απαιτεί την απόλυτη πειθαρχεία από την ομάδα του, αλλά παράλληλα είναι δίκαιος με τους παίκτες του. Βοηθός του είναι ο λευκός προπονητής Μπιλ Γιοστ (Γουίλ Πάτον), ο οποίος είναι πιο ήπιος χαρακτήρας, θα αισθανθεί αδικημένος που δεν είναι ο ίδιος πρώτος προπονητής, αλλά στη συνέχεια της ταινίας θα δεχθεί τον ρόλο του και θα στηρίξει ολόψυχα την ομάδα.

Η ταινία δείχνει τη μεικτή σχολική ομάδα ράγκμπι να επιδρά με θετικό τρόπο στις σχέσεις των δύο κοινοτήτων της περιοχής. Η αποδοχή εκφράζεται μέσα από τις σκηνές των αποδυτηρίων και την αθλητική αυτοθυσία των παικτών για όλους τους συμπαίκτες τους και φτάνει στην καθολική αναγνώριση του Χέρμαν Μπουν απ’ όλους τους λευκούς γείτονές του, μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος.

Η Σύγκρουση Τιτάνων έχει αρκετές ιστορικές ανακρίβειες, ενώ παράλληλα απλοποιεί τις σχέσεις μεταξύ των πρωταγωνιστών, καθιστώντας την ταινία μια «οικογενειακή ταινία», που μπορεί κανείς να την παρακολουθήσει ευχάριστα ένα κυριακάτικο μεσημέρι. Παρότι, όμως, έχει μια απλοϊκή αφήγηση, θίγει το ζήτημα των ρατσιστικών διακρίσεων και προκαταλήψεων εντός της αμερικάνικης κοινωνίας. Τέλος, οι επιλογές των τραγουδιών είναι αντιπροσωπευτικές της δεκαετίας του ’70 κι ηχούν ευχάριστα στα αυτιά μας.

Οι δύο αυτές ταινίες, εμπνέονται από αθλητικά γεγονότα και βασίζονται σε πραγματικούς ανθρώπους και σε πραγματικές σχέσεις. Οι δύο αυτές ταινίες, όμως, φανερώνουν και κάτι ακόμα. Ότι ο αθλητισμός είναι κάτι σπουδαίο, που μπορεί να βελτιώσει τον άνθρωπο σωματικά και πνευματικά, που δίνει διέξοδο στην κοινωνία, που μπορεί να τη βοηθήσει να ξεπεράσει κόμπλεξ και προκαταλήψεις και που «δημιουργεί» ιστορίες, οι οποίες υπερβαίνουν ακόμα και τις πιο απίθανες εμπνεύσεις σεναριογράφων του Χόλιγουντ.

Καλή επέτειο για το μπάσκετ και τον αθλητισμό και καλές προβολές!

Σημειώσεις

i Δείτε τα τρέιλερ του Invictus και της Σύγκρουσης Τιτάνων.

ii Νότια Αφρική: η κατάργηση του Απαρτχάιντ έμεινε στα μισά του δρόμου, Φοίβος Σταύρος Μακρίδης, 28/3/2016.

exostispress

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

11 − 7 =

Simple Share Buttons