‘Μαύρο Δέρμα, Άσπρη Μάσκα’

0

Από τον Σίμο Ανδρονίδη

«Μην περιμένεις πολλά να σου δείξει ο καθρέπτης. Το είδωλο σου μόνο θα δεις σχεδόν ανέκφραστο ή χαμογελαστό» (Βαγγέλης Χρόνης, ‘Ο ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ’).

Σε ένα  άρθρο του στην εφημερίδα Guardian ο Achilles Mbembe μιλά  για τη ζωή και τη διανοητική κληρονομιά του Φραντς Φανόν, για το εύρος και για την επικαιρότητα του έργου του ‘Μαύρη Δέρμα, Άσπρη Μάσκα’.

Με το συγκεκριμένο έργο του ο Φανόν έθεσε τους όρους εστίασης στις αποικιοκρατικές τεχνικές διακυβέρνησης, (παραπέμποντας  στον πόλεμο Ανεξαρτησίας της Αλγερίας εναντίον της αποικιοκρατικής Γαλλίας), εμβαθύνει στους λόγους της αποικιοκρατικής εγκάρσιας τομής, της πρωταρχικής-‘μυθικής’ βίας, των συμβάντων θανάτωσης, ρατσισμού.

Ο συγγραφέας του ‘Μαύρο Δέρμα, Λευκή Μάσκα’, παραπέμπει στη μητρόπολη που δύναται να «αναπαραχθεί» & να «αναπαράγει» μία κατ’ εικόνα ιδανική αποικία-πολιτεία υπό τους όρους μίας ‘σπαρακτικής λευκότητας’ συγκροτώντας συμμαχίες κοινωνικής εδραίωσης.

Ο Φανόν αναλύει τις μεταβολές των ταυτοτήτων, τις σύνθετες συνηχήσεις του αποικιοκρατικού λόγου και του αποικιοκρατούμενου άλλου, αφήνοντας να ‘μιλήσει’ η ‘Άσπρη Μάσκα’: παράλληλα με το ‘Μαύρο Δέρμα’, η ‘Άσπρη Μάσκα’ συγκροτεί ένα ‘υβριδικό΄ κοινωνικό  πλαίσιο που διεκδικεί το ‘εμείς’ της αποικιοκρατίας, την συνέχεια εντός της εδαφικής α-συνέχειας, ‘Μάσκα’ η οποία, αφενός μεν αφήνει το ‘Μαύρο Δέρμα’ έκθετο υπενθυμίζοντας, αφετέρου δε πλαισιώνει ή διαμεσολαβεί δομικά το αποικιοκρατικό πράττειν ως αυτό που είναι τώρα: θραυσματική κληρονομιά..

‘Μαύρο Δέρμα, Λευκές Μάσκες’.. Μάσκες που ‘δεσμεύουν” αποικιοκρατικές πρακτικές, τροπικότητες, τύπους, ήτοι άρχουσες ελίτ που προσδιορίζουν την συστατική ουσία των ταυτοτήτων, ‘συλλαμβάνοντας’ εκ νέου τους διαχωρισμούς, (ποιος ‘αξίζει’ της ιδιότητας του πολίτη; ο καθαυτό Άραβας Αλγερινός;), τις εγκάρσιες τομές, συσσωρεύουν και εξωτερικεύουν πολιτισμικές απολήξεις, επικοινωνίες, (‘προϊόν’ της Γαλλικής αποικιοκρατίας είναι και ο Zinedine Zidane), την διαθετικότητα ενός κράτους που επιδιώκοντας να διευρύνει την νομιμοποιητική του βάση, θέτει παράλληλα τα όρια της ‘πυρηνικής’ του εξουσίας.

Όπως αναφέρει ο Achilles Mbembe: «Η ενδόμυχη επιθυμία της νέας άρχουσας τάξης ήταν να λάβει μέρος στη λαφυραγώγηση. Οικειοποιήθηκε την κρατική εξουσία για ίδιο όφελος και μεταμόρφωσε το πρώην απελευθερωτικό κίνημα σε συνδικάτο για την εξυπηρέτηση ατομικών συμφερόντων την ίδια στιγμή που μετατράπηκε σε πέτασμα μεταξύ των μαζών και των ηγετών τους».[1]

Ένα αστικό μπλοκ εξουσίας που ‘φορτίζει’ τις συνηχήσεις του αποικιοκρατικού εκσυγχρονισμού, με μείζων διακύβευμα όχι απλά το «ίδιον όφελος» που αναφέρει ο Mbembe αλλά την τροπικότητα διακυβέρνησης, την ιδεολογική πλαισίωση και επιδίωξη διεύρυνσης της νομιμοποιητικής κοινωνικής βάσης, την «τεχνογνωσία» που φέρει την ‘νέα’ απόσπαση υπεραξίας ως οικονομία που διαρκώς αναπτύσσεται.

Το ‘Μαύρο Δέρμα, Άσπρη Μάσκα’, τοποθετείται στο ιστορικό μεταίχμιο μεταξύ αποικιοκρατίας-αποαποικιοποίησης, φέρει τη μάσκα-προσωπείο ως φετίχ προόδου, (‘ιερός’ φετιχισμός), μετατοπίζοντας τα όρια των σωμάτων, τους λόγους της ανεξαρτησίας, ‘εδαφικοποιώντας’ παράλληλα στο υποκείμενο σώμα τα πλέγματα της ‘μοριακής’ διάσπασης, του διαχωρισμού[2], της αλλοτρίωσης, της εκ νέου εμφυλοποίησης, της «φύσης» των σεξουαλικά ενεργών υποκειμένων.

Ο Φραντς Φανόν διαμορφώνει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ανάδυση και την αποκρυστάλλωση αφενός  μεν της ιστορικής αποικιοκρατίας, αφετέρου δε των δομικών μετασχηματισμών της. Η μνήμη της αποικιοκρατίας πεθαίνει για να ‘αναστηθεί’, να διαμεσολαβηθεί με τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, να παραγάγει βία, εμπράγματα να ειπωθεί-εκφραστεί όχι απλά ως συνέχεια αλλά ως θετικότητα ενός μέρους της, ως ‘φίλτρο’ εμπλοκής.. Αυτή η ‘θρυμματισμένη-χασματική κληρονομιά διαπερνά τις κάθετες δομές των ανεξάρτητων κρατών, προσφέροντας μία ‘Λευκή Μάσκα’, εκεί όπου η πολιτική εμβαπτίζεται στο νέο, στο καινοτόμο..

Η Αθηνά Αθανασίου επισημαίνει χαρακτηριστικά πως «στην ψυχαναλυτική του προσέγγιση για το αποικιοποιημένο συναίσθημα, και επηρεασμένος από την ερμηνεία της εγελιανής διαλεκτικής της αναγνώρισης από τον Alexandre Kojeve, ο Franz Fanon, ιδιαίτερα στο έργο του Μαύρο Δέρμα, Λευκές Μάσκες, εξέτασε την αδυνατότητα της αναγνώρισης στο πλαίσιο της αποικιοκρατίας. Το ιθαγενικό, αποικιοποιημένο υποκείμενο- ως ένα λογοθετικό υποπροϊόν της αποικιοκρατικής ιστορικής συνθήκης, γνώσης και φαντασίας-στερείται απολύτως από την αμοιβαιότητα την οποία θα απαιτούσε η ίδια η δυνατότητα να διατυπώσει κανείς το πολιτικό αίτημα της αναγνώρισης. Ένας κάποιος αυτό-μετασχηματισμός θα ήταν, συνεπώς, αναγκαίος για τη χειραφέτηση του αποικιοκρατούμενου από την αποικιοκρατική τάξη».[3]

Είναι στο έργο του Φανόν ‘Μαύρο Δέρμα, Άσπρη Μάσκα’ όπου η έννοια της λευκότητας συντίθεται από κεκτημένα, προσιδιάζει στο ρητό και στο άρρητο, αρθρώνει την συνθήκη της δομικής  οικειοποίησης της δυνατότητας της ερμηνείας, της επιτελεστικής αναγνώρισης των σωμάτων  ως «ζώνες» του προσπελάσιμου.

Η αποικιοκρατία ως πρωτεϊκός  ιμπεριαλισμός, ‘συλλαμβάνει’ αυτό που η Αθηνά Αθανασίου ονομάζει ως «αδυνατότητα της αναγνώρισης» (αναφερόμενη στο ως άνω έργο του Φανόν). Η μάλλον την «αδυνατότητα της αυτόματης αναγνώρισης»..  Η αναγνώριση πρέπει να  γίνει από τους ίδιους ως διαδικασία εναντιωτικής επιτελεστικότητας..

Έχουμε να κάνουμε με την βία του λόγου που ασκείται πάνω στα σώματα, σώματα που εγκολπώνονται την ‘λογική’ και που «διεκδικούν» ένα δικαίωμα: το δικαίωμα του σωτηριολογικού πράττειν από τον ίδιο τους τον εαυτό, της απόσπασης από το σώμα, της εσχατολογίας που διαβλέπει ανοίγματα.

Ο Φραντς Φανόν, στο ‘Μαύρο Δέρμα, Άσπρη Μάσκα’, τονίζει την δυνατότητα μίας σφαιρικής, εμπρόθετης πραγμοποίησης, ήτοι την πρόσληψη-εγκόλπωση μίας εκ νέου λευκότητας που δύναται να συνεχίσει αυτό που παρέμεινε στο μέσον, ‘ενδύοντας’ τον ΄μανδύα’ του ανολοκλήρωτου σωτηριολογικού αξιακού υποδείγματος..

Ο Καρλ Μαρξ, στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, αναφέρεται σε μία μορφή οικονομικής εμπράγματης δράσης στις αποικίες: «Εκεί που ο κεφαλαιοκράτης έχει πλάτες τη δύναμη της μητρόπολης, προσπαθεί να παραμερίσει με τη βία τον τρόπο παραγωγής και ιδιοποίησης που στηρίζεται στην προσωπική εργασία του παραγωγού».[4]

Όσο το ‘Μαύρο Δέρμα’ στερείται, η Λευκή Μάσκα εμμένει ως ίδιος καταγωγικός εαυτός,  ως εναλλαγή γνώσης, ως επικοινωνία, ως  κυριαρχική πειθαρχία, ως  κεφαλαιοκρατικός  τρόπος  παραγωγής. Όπως επισημαίνει η Πηνελόπη Παπαηλία: «Με άλλα λόγια, οι ιδιαίτερες φυλετικές και ταξικές συντεταγμένες μιας πατριωτικής ευρωπαϊκότητας δεν προϋπήρχαν της αποικιακής διακυβέρνησης, αλλά διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια της».[5]

Τροπικότητες διαχείρισης και πληθυσμιακού ελέγχου έλαβαν χώρα, ‘αποίκησαν’ το φαντασιακό, ‘εποίκησαν’ τον χώρο, μετατοπιζόμενες στα αστικά κέντρα των αποικιοκρατικών δυνάμεων,  επιστρέφοντας στην «παρθένα» γη, συνυφαίνοντας παράλληλα το πλαίσιο ή την δυναμική διαδικασία της αμφίδρομης δράσης, της αλληλοτροφοδότησης, της πρόσληψη του αποικιακού ως ιδέα και ως ιδεολογία του κυβερνάν που δύναται να «θεραπεύσει» τις «ασθένειες» που δομούν το πλέγμα του πολιτισμικά αδύναμου-καχεκτικού..

Ο Φραντς Φανόν εστιάζει στην πρακτική του αποικιοκράτη ο οποίος δεν παραλληλίζει απλά, ‘δομεί’ τον αποικιοκρατούμενο, επιδιώκοντας να τον ‘εντάξει’ και να τον ‘θεραπεύσει’ με τα ‘εργαλεία’ μίας θεολογίας της γνώσης, του ρητού λόγου..

Σε εποχές βαθιάς οικονομικής κρίσης, το αποικιοκρατικό προτσές ανακύπτει  υπό τους όρους μίας επιστημολογικής και θεσμικής-βίαιης  διαχείρισης πληθυσμών, προσφυγικών-μεταναστευτικών,  των βίαιων απολήξεων μίας ‘θεσμικής’ οντο-λογίας-οντο-πολιτικής (βλέπε διαχείριση οροθετικών γυναικών),  στη συγκρότηση ‘επικρατειών’ αποστέρησης, στους έκκεντρους ρατσισμούς,  στην τάση κανονικοποίησης του έκθετου των κοινωνικών τάξεων, της κρισιακής απόσπασης υπεραξίας. Η αποικιοκρατία διαφαίνεται στις ιδεολογίες που φέρουν πρόσημα, που γέρνουν μονοσήμαντα..

Και από την άλλη πλευρά, την εκδίπλωση ιμπεριαλιστικών πολέμων υπό το πρίσμα της ‘φιλανθρωποίησης’, στις πολιτικές της εκκαθάρισης & στον καθορισμό πεδίων διαβίωσης των έτερων πληθυσμών.

Σε μία έμφυλη διάσταση που αναπαράγει το γυναικείο υποκείμενο ως «βαθμίδα» που δύναται δικαιωματικά να συγκεντρώσει αδηφάγα βλέμματα-πρακτικές, να βιώσει την ταξική αλλοτρίωση-εκμετάλλευση, την ανεργία, και σε μία επιστροφή της θεολογίας της πρωτοφανέρωτης γνώσης, υποκείμενο-συλλογική ‘Εύα’,  που χρήζει ‘διαμοιρασμού’, ταυτοποίησης, προσδιορισμού, πειθάρχησης. Και σε αυτό το πλαίσιο, η εκβολή της σεξουαλικής ταυτότητας, ενός «απόκρυφου» σεξουαλικού υποκειμένου, ομοφυλόφιλου, σωματικά κανονικού  & σεξουαλικά ‘στρεβλού’, σχεδόν άφυλου στην ορατότητα-πρόσληψη του..

Η διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης, εκβάλλει στο μπλοκ των λαϊκών-υποτελών τάξεων, προσλαμβάνοντας τις όψεις της ιδεολογικής, συμβολικής όσο και πρακτικής ευθυγράμμισης με τον θεμιτό ευρωπαϊκό κανόνα, φέροντας το κεφάλαιο σε θέση πλοηγού και πρώιμου διαμορφωτή του 21ου αιώνα..

Ο Achilles Mbembe, τονίζει: «Νέες μορφές κοινωνικού απαρτχάιντ και δομική εξαθλίωση αντικατέστησαν τους παλιούς αποικιακούς διαχωρισμούς. Ως αποτέλεσμα των παγκόσμιων διαδικασιών συσσώρευσης μέσω της αποστέρησης, βαθιές ανισότητες περιχαρακώνονται από ένα όλο και πιο βάναυσο οικονομικό σύστημα. Για άλλη μια φορά δοκιμάζεται η ικανότητα πολλών να παραμείνουν κύριοι της ζωής τους. Δεν προκαλεί απορία λοιπόν που υπό αυτές τις συνθήκες πολλοί όχι μόνο έχουν το θάρρος να επικαλεστούν ξανά το αιρετικό όνομα του Φραντς Φανόν και την ηφαιστειακή, εκρηκτική  μορφή του,  αλλά και είναι διατεθειμένοι να εξεγερθούν και πάλι».[6]

Δύναται να κάνουμε λόγο για μία λειτουργική αντανάκλαση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.  O Φανόν περισσότερο αναπαριστά ένα υπόδειγμα που ‘ενσαρκώνεται’ και ως τραγωδία και ως φάρσα. Η αποικιοκρατία και οι πρακτικές της, (και το Μετά) ανάγονται σε μία ευρύτερη σχέση-ώσμωση.

Η Μίνα Καραβαντά διαλέγεται με την πολιτική των διερωτήσεων, με το ανοιχτό έργο του Φραντς Φανόν: «Ποιος διαλέγει; Ποια συμβάντα γίνονται ιστορικά γεγονότα και ποιος αφηγείται και για ποιον; Ποιες  αφηγήσεις γίνονται γνώσεις και λόγοι; Τι σημαίνει το «μετά» την αποικιοκρατία σε μια εποχή νεοαποικιοκρατικών μηχανισμών, νεοδουλεμπορίου και νεορατσισμού; Για ποιον τελειώνει η μετααποικιοκρατική αφήγηση και για ποιους λόγους; Και σπεύδει επιστημολογικά να ανασυνθέσει το αμάλγαμα της ιστορικής χρονικότητας, των έκτακτων διαρρήξεων, παραπέμποντας στο ποίημα ‘Η Αοιδός’  της Joan Anim Ado: «Σαν μια αρχαία υφάντρα με επιδέξια δάκτυλα που φτιάχνουν οράματα, αυτή πλέκει ένα μύθο τόσο άρτιο τόσο λυπηρό τόσο όμορφο στην αφήγηση αυτών των ανθρώπων με μια ιστορία τόσο αβάσταχτη που μόνο μέσα από τη διήγηση θα μπορούσε να ακουστεί· τόσο οδυνηρή που μόνο ένα τραγούδι θα την έλεγε χωρίς να πληγώνει αυτούς που την ακούν. Κι εκείνοι οι άνθρωποι με εκείνη την ιστορία που εσύ κι εγώ γνωρίζουμε και μας στοιχειώνει τόσο που οι πιο πολλοί από μας δεν τολμούμε να την ομολογήσουμε. Ακόμα και σήμερα, τώρα». [7] H αποικιοκρατία ή αποικιοποίηση συνιστά και μία διαδικασία επανεφεύρεσης του εαυτού..

[1] Βλέπε σχετικά, Mbembe Achilles, ‘Ο εφιάλτης του Φανόν έγινε πραγματικότητα’, Pass-World, 25/11/2015, pass-world.gr

[2] Σε αυτό το σημείο, στην περίπτωση της Αλγερίας κατά την διάρκεια και στο μετά της ανεξαρτησίας,  υπεισέρχεται στην πολιτική επιφάνεια, η συγκρότηση (ή η ανασυγκρότηση) της έννοιας της Αραβικότητας, της Αραβικής ταυτότητας που, εντός χώρου, γλώσσας, παραδοσιοκρατίας, θρησκείας που επικοινωνεί με τον Άραβα, αποκτά μία υλικότητα στον αστικό χώρο, συγκροτώντας τον δυϊσμό Αλγερινός Άραβας-Βέρβερος της ερήμου. Το ‘Μαύρο Δέρμα’ ή το πιο σκούρο, καθίσταται ανοιχτό στη μνήμη της αποικιοκρατίας..  Οι επάλληλες μεταβολές της Αλγερινής εθνικής ταυτότητας, (και της ταυτότητας του αστικού μπλοκ εξουσίας) προσιδιάζουν σε εκείνα τα όρια που συμπυκνώνουν το Γαλλικό μέσα στο Αλγερινό και ως γλώσσα, (η «παγκόσμια, διεθνική γλωσσική αγορά» όπως τονίζει η Πηνελόπη Παπαηλία),ν μετανάστευση, πολιτική.. Ο Αλγερινός μπορεί να θέλει να γίνει Γάλλος όσο ο Γάλλος δεν θέλει να γίνει ή να αισθανθεί Αλγερινός, σε έναν χώρο όπου οι συνθήκες της αποικιοκρατικής ‘τεχνικής’ μετατοπίζονται μέσα στα όρια της μητρόπολης, ΄συλλαμβάνοντας’ μία νέα «υλικότητα»-τοπικότητα: ζώντας στα προάστια του Παρισιού & άλλων αστικών κέντρων της χώρας ο Αλγερινός καθίσταται ο εκτοπίσιμος Άραβας, ο κάποτε επικίνδυνος Μουσουλμάνος, ο  μη-κανονικοποιημένος Γάλλος, που στη διαδικασία της «Γαλλοποίησης» επιφέρει τα διάκενα ή συναντά-συγκροτεί το ίδιο το διάκενο.. Που είναι Γάλλος δίχως τη Γαλλία. Η περίπτωση της Αλγερίας είναι χαρακτηριστική για το πως δομούνται οι σχέσεις, σύγχρονες και μη, της πολιτικής αποικιοκρατίας, ή με άλλα λόγια ειπωμένο, για το πως «θρυμματίζονται» δομικά και αναδομούνται υπό το πρίσμα της ταυτότητας, της πολιτικής διαπάλης-εξουσίας, της ‘πραγματολογικής’ βίας, των μορφών εκμετάλλευσης, της γνώσης που συναρθρώνει σώματα-κοινωνικά υποκείμενα σε ένα αμάλγαμα συνθέσεων-αντιθέσεων.

[3] Βλέπε σχετικά, Μπάτλερ Τζούντιθ & Αθανασίου Αθηνά, ‘Απ-αλλοτρίωση. Η επιτελεστικότητα στο πολιτικό’, Μετάφραση: Κιουπκιολής Αλέξανδρος, Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα, 2016, σελ. 117-118.

[4] Βλέπε σχετικά, Μαρξ Καρλ, ‘Το Κεφάλαιο’, Βιβλίο 1, ‘Το Προτσές Παραγωγής του Κεφαλαίου’, Μετάφραση: Μαυρομμάτης Παναγιώτης, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1978, σελ. 789. Ο Μαρξ επισημαίνει την αντίφαση μεταξύ προσωπικής εργασίας και επιδίωξης ιδιοποίησης της, εστιάζοντας σε μία σφαίρα παραγωγής που επιδιώκει να υπερβεί αυτήν την αντίφαση, δια της υφαρπαγής γης και μέσων.. Αν κάτι χαρακτηρίζει την οικονομία των αποικιοκρατούμενων χωρών, αυτό είναι η συμπύκνωση αντινομιών, η χρονική άρθρωση φεουδαλικού-κεφαλαιοκρατικού..

[5] Βλέπε σχετικά, Παπαηλία Πηνελόπη, ‘Ανθρωπολογία και Μετααποικιακές Σπουδές: Από τη μετααποικιακή κριτική της Ανθρωπολογίας στην Ανθρωπολογία της αποικιοκρατίας’, στο, Αθανασίου Αθηνά, (επιμ.), ‘Αποδομώντας την Αυτοκρατορία. Θεωρία και πολιτική της μετααποικιακής κριτικής’, Εκδόσεις Νήσος, Αθήνα, 2016, 49.

[6] Βλέπε σχετικά, Mbembe Achilles, ‘Ο εφιάλτης του Φανόν…ό.π.

[7] Βλέπε σχετικά, Καραβαντά Μίνα, ‘Η Μετααποικιακή Κριτική συναντά τη Λογοτεχνική Κριτική: Η ποιητική των συζεύξεων και των αντιστίξεων’, στο, Αθανασίου Αθηνά…ό.π, σελ. 120-121. Εκεί που, όπως γράφει η ίδια, το «παρελθόν συνεχίζει να στοιχειώνει το παρόν, επαναφέροντας στην ατομική και συλλογική μνήμη τις ανείπωτες αλήθειες των ερειπίων του». Η ιστορία είναι και αυτή που δεν έχει ειπωθεί, ή που αποκτά μορφές λαϊκής-προφορικής αναπαράστασης, αυτή που δεν έχει γραφεί ή δεν βρίσκεται εντός των επίσημων εγχειριδίων. Η ποίηση δύναται να της προσδώσει την «υλικότητα» του υπαρκτού. Η «εκτός των τειχών» ιστορία συνιστά μία ερευνητική-επιστημονική πρόκληση, ένα «πείραμα» με τις αφηγήσεις και τις προθέσεις..

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Σίμος Ανδρονίδης

Ο Σίμος Ανδρονίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες. Εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα σχετίζονται με τη θεωρία των πολιτικών κομμάτων, τη θεωρία του κράτους, τα εργατικά συνδικάτα, τη μελέτη του φασισμού-ναζισμού. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης και του Δικτύου Ανάλυσης Πολιτικού λόγου.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

six − four =

Simple Share Buttons