Συνέντευξη στους Χάρις Γεωργίου και Χρήστο Διαμάντη

Επιμέλεια Κειμένου: Χάρις Γεωργίου | Φωτογραφία: Χρήστος Διαμάντης

Η Μάρθα Φριντζήλα, είναι από τους αγαπημένους μας καλλιτέχνες, όχι μόνο για την εξαιρετική φωνή της, που την σύστησε στο ευρύ κοινό, όχι μόνο για την θεατρική της παρουσία, αλλά κυρίως, γιατί σε ότι έχει κάνει ως τώρα είναι αυθεντική.

Κυριακή απόγευμα, λοιπόν, κι εμείς κατευθυνόμαστε προς το Baumstrasse, για να συζητήσουμε μαζί της. Ανεβαίνουμε τις σκάλες και φτάνουμε στο χώρο που μας περιμένει, ένα ζεστό και φιλόξενο περιβάλλον, με έργα ζωγραφικής του Βασίλη Μαντζούκη, βιβλία και τις τρεις χνουδωτές τετράποδες αγάπες της.

Μίλησε μας για το Baumstrasse… πότε ξεκίνησε; τι γίνεται εδώ πέρα;

Από το 2010, αλλά πριν είχαμε τον Κρατήρα, τον πρώτο μας, ας το πούμε αυτοδιαχειριζόμενο χώρο, με την ομάδα χορού Sinequanon και την ομάδα ακροβατών «Κι όμως κινείται». Και κάποια στιγμή, λόγω στατικότητας του χώρου, έπρεπε να φύγουμε. Από το 2000 έως και το 2009 ήμασταν εκεί, μετά ψάχναμε χώρο, αλλά από τους Sinequanon, κάποιοι είχαν πάει Θεσσαλονίκη και δούλευαν εκεί, οι «Κι όμως κινείται» ήθελαν έναν χώρο που να έχει πολύ ύψος και πατώματα, οπότε κάναμε ο καθένας το χώρο του. Και κάπως έτσι, η δική μου ομάδα, η θεατρική, νοίκιασε αυτό.

Την βασική ιδέα την είχαμε από παλιά. Δε θέλαμε να κάνουμε ένα χώρο, μόνο για να κάνουμε πρόβες, αλλά πιο πολύ ένα χώρο εκπαίδευσης και για εμάς, αλλά και για κόσμο που μπορεί να ενδιαφέρεται, όχι μόνο για επαγγελματίες. Η βασική ιδέα ήταν να μπορεί να έρχεται όποιος αισθάνεται ότι θέλει να εκπαιδευτεί στην τέχνη, ανεξάρτητα με το επάγγελμα που ακολουθεί. Κρατήσαμε το επίπεδο των καθηγητών υψηλό και συνεχίζουμε, και τα μαθήματα ανοιχτά σε όλους – εκτός από κάποια, που είναι πιο στοχευμένα και απευθύνονται σε επαγγελματίες .

Εγώ κάνω ένα μάθημα για το δημοτικό τραγούδι και σεμινάρια που τα λέω «Η φωνή των ανθρώπων». Αυτά τα σεμινάρια εστιάζουν ναι μεν στη φωνή, αλλά σχετίζονται και με την έκθεση. Έχουν και θέατρο και μουσική, και ίσως θα μπορούσε να ειπωθεί σε πολλά εισαγωγικά πως έχουν ψυχαναλυτική βάση. Το σκεπτικό είναι πως δουλεύουμε όλα τα τεχνικά κομμάτια, δουλεύουμε σαν μάστορες. Τα καλλιτεχνικά προβλήματα δε λύνονται, για τα ψυχολογικά υπάρχουν επιστήμονες εξειδικευμένοι, όποτε εστιάζουμε στα τεχνικά.

Το μάθημα έχει ως βασικό στόχο να καταλάβουμε ότι δε χρειάζεται να αποδείξουμε σε κανέναν τίποτα. Και το μόνο που πρέπει να μάθουμε είναι να αγαπάμε αυτό που κάνουμε. Σε αυτό είμαστε όλοι ίδιοι. Και μετά σχετίζεται με την έκθεση, τι κάνεις όταν βγεις στη σκηνή, όταν έχεις να πεις μια ιστορία, γιατί το κάνεις, σε ποιον απευθύνεσαι, τα βασικά. Έπειτα, τι σημαίνει συγκεντρώνομαι, βρίσκω το κέντρο μου; Γιατί, οι άνθρωποι είναι σφιγμένοι; Πώς μπορούν -αν μπορούν- να χαλαρώσουν;

Παράλληλα, διδάσκουν ο Ανδρέας Σεγδίτσας, παραδοσιακούς χορούς, η Εμμανουέλα Κορκή σύγχρονο χορό και μπαλέτο, ο Γιώργος Πατεράκης, «τι είναι η μουσική» – που είναι ανοιχτό για αυτούς που ξέρουν ή δε ξέρουν μουσική – και έχει και ένα μάθημα χορωδίας που είναι για πιο προχωρημένους. Πρόσφατα, ξεκίνησαμε και μία συνεργασία με τον Άντη Σκορδή που θα κάνει ινδονησιακη πολυρρυθμία. Επίσης, συνεργαζόμαστε με τη Μαρία Κεχαγιόγλου, τους Κώστα Βασαρδάνη, Ακύλλα Καραζήση, Νίκο Χατζόπουλο. Μάνια Μαράτου και άλλους . Γενικά, υπάρχουν μαθήματα και σεμινάρια για θέατρο, μουσική, κίνηση. Κινηματογράφο διδάσκει ο Γιώργος Κόρρας.

Επίσης, έχουμε συνάψει μία συνεργασία με το Δήμο Ελευσίνας, τα τελευταία πέντε χρόνια, για το Αττικό Σχολείο Αρχαίου Δράματος. Ο στόχος όλων των εργαστηρίων αρχαίου δράματος στο Baumstrasse – λειτουργούν πέντε εργαστήρια όλη τη χρονιά – είναι να παρουσιάσουν τα αποτελέσματά τους, το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου, στην Ελευσίνα. Το πεδίο είναι τελείως ανοιχτό. Θέλει, ας πούμε, ένας ηθοποιος ή ένας σκηνοθέτης να κάνει έρευνα στο καμπαρέ. Ο μόνος περιορισμός είναι ότι πρέπει να πάρει ένα κείμενο δραματικό. Για παράδειγμα, έκανε ο Καμίλο comedia del arte την μία χρονια Αντιγόνη και την επόμενη Ορέστεια, με ξυλοπόδαρα και μάσκες. Παρουσιάζουμε, λοιπόν, εκεί τη δουλειά μας και παράλληλα όλο το δεκαήμερο κάνουμε εντατικά μαθήματα. Διδάσκουν η Σαβίνα Γιαννάτου, ο Καραζήσης, οι Rootlessroot, ο Μάνουελ Ρόντα, η Μάνια Μαράτου, ο Καμίλλο, ο Σίμος Κακάλας, η Ιωάννα Ρεμεδιάκη, ο Άθως Δανέλης που κάνει θέατρο σκιών και πολλοί άλλοι.

Πώς είναι η σκηνοθεσία;

Έχει πάρα πολλά επίπεδα. Το να μπορέσεις να κρατήσεις μία θέση εμψυχωτή, χωρίς να εξουσιάσεις ποτέ το σύνολο, είναι το πιο δύσκολο πράγμα και πάντα παλεύεις με αυτό. Εξίσου δύσκολο είναι το να μπορέσεις να μεταδώσεις τη λατρεία σου για ένα κείμενο και να δώσεις λόγο σε όλους, να θέλουν πάρα πολύ να το κάνουν.

Εγώ τη βλέπω περισσότερο σαν μια διαδικασία, όπου διαβάζω κάτι, μου αρέσει πολύ και θέλω να το μάθουν όλοι. Και ο τρόπος να το μάθουν είναι να τους το δείξεις. Το θέατρο αυτό είναι. Ωραία, τι λέει το κείμενο; Πώς είναι; Το «τι», είναι εκεί, το «πώς», το εξηγείς εσύ.

Πού μεγάλωσες;

Ελευσίνα.

Είναι και πολιτιστική πρωτεύουσα το 2021…

Εμείς θα συμμετέχουμε με το Αττικό Σχολείο. Ήδη κάνουμε δράσεις που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα της Euphoria.

Ερεθίσματα;

Πολλά. Τον άνθρωπο τον φτιάχνει και ο τόπος, όχι μόνο η οικογένεια. Για μένα, αυτή η θάλασσα, που δε πάει πουθενά – δεν είναι η θάλασσα που μπορείς να φύγεις – και αυτή η πόλη που έχει μια ιστορία τρομερή, που την βλέπεις, σκοντάφτεις πάνω της, ας πούμε, αλλά και μια σύγχρονη βιομηχανική ιστορία – ο κόσμος που έζησε στην Ελευσίνα, οι πρόσφυγες που κατέφυγαν εκεί – αποτέλεσαν πολύ σημαντικά ερεθίσματα. Ήταν προσφυγική πόλη και είναι ακόμα. Επίσης, σαν παιδί παρακολουθούσα τα Αισχύλεια, που μετρούν πάνω από 40 χρόνια.

Και έχει και τους σωστούς ανθρώπους. Κάνουν την προσπάθεια να πάρουν την πολιτιστική πρωτεύουσα και έχουν αποδείξει πόσο αγαπούν τον πολιτισμό, ότι έχουν λόγους για να αναδειχθούν σε πολιτιστική πρωτεύουσα.

Αν δεν είχα μεγαλώσει στην Ελευσίνα, μπορεί και να μην είχα ασχοληθεί με το θέατρο. Πολλές φορές, ο τόπος σε πηγαίνει κάπου, σε βοηθάει να ανακαλύψεις πράγματα που έχεις μέσα σου.

Πώς ήταν η κοινωνία εκεί; Πώς μεγάλωσες; Πρότυπα;

Υπάρχει η κλειστή κοινωνία της οικογένειας, που ήταν δύσκολη κατά κάποιο τρόπο μέχρι κάποια ηλικία και η οικογένεια του σχολείου, όπου εγώ ήμουν περίεργο παιδί και κάποιοι σωστοί δάσκαλοι μου έδωσαν ερεθίσματα. Ας πούμε, ο δάσκαλος που είχα στην Πέμπτη δημοτικού, ο κύριος Μπιτούλας, κατάλαβε ότι έχω ταλέντο στο να γράφω, με έβαλε να γράψω ένα θεατρικό έργο. Μετά στο Γυμνάσιο μία δασκάλα μουσικής, η Μαρίνα Τσουρέ, μου είπε θέλω να σου κάνω μαθήματα, χωρίς να πληρώσεις, απλά θέλω να σε προετοιμάσω για να δώσεις στο Ωδείο κλασικό τραγούδι. Περισσότερο μέσα από αυτούς τους ανθρώπους. Οι δάσκαλοί μου ήταν αυτοί που είδαν κάτι και προσπάθησαν να με προστατεύσουν από οποιοδήποτε εχθρικό περιβάλλον. Μετά βρέθηκα σε μια θεατρική ομάδα, όπου ο Κώστας Κινής, με έκανε να νιώσω πως εκεί είναι ο χώρος μου, εκεί ανήκω. Με βοήθησαν πάρα πολύ να πάρω την απόφαση να ασχοληθώ με αυτό.

Γι’ αυτό είσαι και τόσο ευαισθητοποιημένη με τη διδασκαλία…

Πάρα πολύ. Γιατί ένας δάσκαλος μπορεί να σε καταστρέψει. Ότι δε κατέστρεψε η μαμά ή ο μπαμπάς, μπορεί να το καταστρέψει ο δάσκαλος. Ο Ζαμπέτας το λέει ωραία αυτό: «Τι θα θυμόμαστε; Την μάνα μας, κάνα κορίτσι που αγαπήσαμε και κάνα δάσκαλο.» Και είναι έτσι. Και τελικά δεν είναι τόσο η ίδια η εκπαίδευση, όσο το όχημα. Όλοι αυτοί οι δάσκαλοι, κατάλαβαν ότι η τέχνη μπορεί να με πάει κάπου, να με θεραπεύσει, να με οδηγήσει. Με βοήθησαν να αναγνωρίσω το ποια είμαι, το ότι καλά κάνω που συγκινούμαι, που ασχολούμαι με αυτό. Με βοήθησαν να το προχωρήσω παραπέρα.

Οι γονείς σου σε ενθάρρυναν;

Ο πατέρας μου, πολύ. Όταν αποφάσισα μεγαλώνοντας ότι αυτό θέλω να κάνω και με τη βοήθεια των ανθρώπων που ανέφερα, πάντα μου έλεγε εσύ ξέρεις τι θα σε κάνει ευτυχισμένη. Ποτέ δε μου είπε να κοιτάξω τι θα με εξασφαλίσει οικονομικά. Πάντοτε με ενθάρρυνε. Δε με ρώτησε ποτέ πόσα παίρνω. Με ρωτούσε πάντα αν τα βγάζω πέρα, ή αν τον χρειάζομαι κάτι. Όταν είδε ότι είμαι χαρούμενη, δε τον ένοιαζε. Ήταν έτσι σαν άνθρωπος.

Και η εφηβεία μου έχει πολλές τέτοιες εικόνες. Κάποια στιγμή, ας πούμε, είχε φέρει μια οικογένεια Αλβανών στο σπίτι και μεγάλωσαν μαζί μας. Από τα δεκαέξι μέχρι τα δεκαοχτώ μου, ζούσαμε στο ίδιο σπίτι με μία μητέρα, ένα πατέρα και τα δυο παιδιά τους. Ήταν η οικογένειά μας κι ας μη τους ξέραμε. Δε μιλούσαν ελληνικά στην αρχή. Ο μπαμπάς μας ήταν ανοιχτός με τους ανθρώπους.

Και ήταν πάντοτε υποστηρικτικός, ποτέ δε μου αρνήθηκε τίποτα. Το ένιωθε και του άρεσε κιόλας. Μαζεύονταν με τους φίλους του, που ήταν λουστραδόροι και ταπετσέρηδες και στο τέλος τους έλεγε τώρα η κόρη μου θα πει ένα τραγούδι, γιατί τραγουδάει κιόλας.

Πάντως είναι σημαντικό, το γεγονός ότι είχες το σωστό περιβάλλον. Ας πούμε υπάρχουν παιδιά που συναντούν εμπόδια…

Στην τέχνη πιστεύω πως μας οδηγεί η ίδια η τέχνη, δηλαδή αυτή η αίσθηση που βλέπεις κάτι και σε στοιχειώνει. Θα σε πάρει από το χέρι ο Μόρισον να σε πάει, εμένα θα με πάρει ο Τομ Γουέιτς. Έχει να κάνει κυρίως με το πόσο πιστεύεις εσύ σε αυτό.

Η διαφορά του επαγγελματία είναι ότι συνεχίζει να το κάνει. Ότι δε σταματάει, δεν απογοητεύεται. Ξέρει το παιδί που θα το πάει.

Ακούσματα; Βιβλία; Διάβαζες ποίηση…;

Πάρα πολύ ποίηση. Από μικρή – θα ήμουν τρίτη-τετάρτη δημοτικού –  που παίρναμε ένα πενηντάρικο να πάμε στο πανηγύρι να πάρουμε ότι θέλουμε, εγώ πάντα έπαιρνα ένα βιβλίο. Μετά δε σταματούσα εκεί. Ήθελα να το ξέρω απ’ έξω, αποστήθιζα. Είχα αποστηθίσει, θυμάμαι, τον «Τάφο» του Παλαμά σαν παιδάκι, σε ένα ρομαντισμό εκτός εποχής.

Μετά μου άρεσαν τα δημοτικά τραγούδια και ξεκίνησα να τα μελετάω. Αργότερα, στην εφηβεία πέρασα στο Ρεμπώ, άρχισε η dark περίοδος. Εκεί έσκασε και ο Nick Cave από δίπλα, ήρθαν όλοι αυτοί οι σκοτεινοί τύποι. Και κάποια στιγμή ξημέρωσε με το Χατζιδάκι και είπα κάτι μου λέει αυτός ο κύριος, μου άρεσε πολύ και ξεκίνησα να μαθαίνω τραγούδια του. Έπειτα, η δασκάλα μου, του τραγουδιού, με μύησε στους κλασικούς, οπότε άρχισα να ακούω και κλασικά και να τα αγαπώ.

Και κάποια στιγμή προς το τέλος της εφηβείας, ανακάλυψα τα ρεμπέτικα. Τότε ξεκίνησα να παίζω ένα παιχνίδι με τον εαυτό μου, που το κρατάω μέχρι σήμερα. Κάθε εβδομάδα μαθαίνω το λιγότερο ένα τραγούδι. Στο μάθημα του τραγουδιού που διδάσκω, κάθε φορά τους μαθαίνω τέσσερα τραγούδια, εκ των οποίων το ένα είναι πάντα καινούριο και για μένα.

Αγαπημένοι συγγραφείς;

Κάθε φορά είναι αυτός που ασχολούμαι περισσότερο. Σίγουρα, είναι κάποιοι που θα υπάρχουν δίπλα στο κρεβάτι μου και κάθε φορά θα ανοίγω για να διαβάσω κάτι. Για παράδειγμα, ο Διονύσιος Σολωμός είναι κατά κάποιο τρόπο ο εξομολόγος μου. Θα μου πει πάντα αυτό που έχω ανάγκη να ακούσω.

Έπειτα, ένας θεατρικός συγγραφέας σε οδηγεί πάντοτε στην εποχή του, για να διαβάσεις οτιδήποτε γύρω από αυτόν – παραδείγματος χάριν, εγώ αγαπώ πολύ το ρομαντισμό. Αν ξεκινήσω να δουλεύω κάποιον συγγραφέα, θα με οδηγήσει στις επιρροές του και από εκεί στις επιρροές τους και πάει λέγοντας.

Η Αθήνα; Είχες παρέες εδώ;

Από την εφηβεία μου ακόμα, η Αθήνα ήταν το σινεμά μας. Τα σαββατοκύριακα εδώ ήμουν. Αλλά η σχολή ήταν ο χώρος μου. Το ‘93 τελείωσα τη σχολή, το ‘95 γνωρίζω τον Τσεβά και ξεκινάω να τραγουδάω στα ρεμπετάδικα. Το ‘96 γνωρίζω τον Βασίλη Μαντζούκη και έκτοτε, είκοσι χρόνια είμαστε μαζί.

Έψαχνα κάποιον να κάνει σκηνογραφία τότε σε μία ομάδα που είχα στο Πανεπιστήμιο, στον Πολιτιστικό Όμιλο φοιτητών. Και πάω στην Καλών Τεχνών και βγάζω ανακοίνωση. Ο Βασίλης σπούδαζε ζωγραφική με τον Ψυχοπαίδη και σκηνογραφία με το Ζιάκα. Όταν κάνω το κάλεσμα για την παράσταση, ήρθε, και έκτοτε είμαστε μαζί μέχρι σήμερα. Και κάπως έτσι, δημιουργήθηκε και η παρέα μου, μέσα από τη δουλειά μου.

Μίλησε μας για το Βασίλη…

Είναι τα πάντα. Είμαστε μαζί σε αυτή τη ζωή. Θέλω κράτημα θα με κρατήσει, θέλω σπρώξιμο, θα με σπρώξει. Και στο Baumstrasse, ο ένας συμπληρώνει τον άλλο.

Είναι εκπλητικός ο τρόπος που μιλάς για αυτόν… και είναι επίσης μοναδικό το να γνωρίζεσαι πραγματικά με τον άλλο, σε μία περίοδο που βλέπουμε ζευγάρια χρόνια μαζί χωρίς ουσιαστική επικοινωνία.

Νομίζω ότι το σημαντικό είναι ότι δε χάνεται ποτέ το ενδιαφέρον να μάθεις τον άλλο. Για μένα θεμέλιος λίθος μιας σχέσης είναι ο θαυμασμός. Θαυμάζω αυτό που κάνεις και το παραδέχομαι.  Όσο θα θαυμάζω και θα με εκπλήσει αυτό που κάνεις και όσο θα θαυμάζεις και θα σε εκπλήσει αυτό που κάνω, μπορούμε να κάνουμε ομηρικούς καβγάδες και να διαφωνούμε όσο θέλουμε, αλλά πάντοτε υπάρχει κάτι που θαυμάζεις και λες εγώ αυτό το κάτι, δε το θυσιάζω. Αυτό είναι τα πάντα. Ο θαυμασμός.

Ποιος πιστεύεις ότι πρέπει να είναι ο ρόλος του θεάτρου στην κοινωνία;

Πιστεύω ότι πρέπει να γίνει βασικό μάθημα στα σχολεία. Η ζωή είναι ένα θέατρο. Όλοι παίζουμε ένα ρόλο. Απλά είμαστε καλοί και κακοί ηθοποιοί. Για παράδειγμα, αν πάρεις – το πιο κλισέ – τους πολιτικούς, παίζουν ένα πολύ κακό θέατρο κι όμως επηρεάζουν πάρα πολύ κόσμο. Αυτό, αν έχεις εκπαιδευτεί στην «κουζίνα» του θεάτρου, το βλέπεις από άλλη οπτική. Δε θεωρείς τους ηθοποιούς καλοπερασάκηδες και τους πολιτικούς τίποτα πεφωτισμένα μυαλά. Τα φέρνεις στο επίπεδό τους και λες αυτός κάνει καλά τη δουλειά του, αυτός δε την κάνει καλά. Η τέχνη είναι η έκφραση, αλλά και το να επεξεργάζεσαι αυτά τα οποία βλέπεις.

Πιστεύω ότι το θέατρο, η μουσική ο χορός πρέπει να είναι στη βασική εκπαίδευση, γιατί δε σε βοηθούν μόνο στο να μάθεις να εκφράζεσαι, αλλά και να μάθεις να εκφράζεις τα συναισθήματα των άλλων. Και πολλές φορές πρέπει να βρεις τον τρόπο να εκφράσεις συναισθήματα, που μπορεί να μη συνάδουν με τα δικά σου.

Το σημαντικότερό με το θέατρο, είναι ίσως και αυτό, το ότι καλείσαι να βρεθείς στη θέση κάποιου άλλου. Και όχι μόνο να βρεθείς, αλλά να υποδυθείς το ρόλο του, με αποτέλεσμα να μπορείς να κατανοήσεις τους άλλους γύρω σου καλύτερα, τις συμπεριφορές τους, να βρεις, αν θες, πράγματα δικά σου μέσα σε αυτές τις συμπεριφορές.

Η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει την τέχνη στην Ελλάδα; Πώς το βιώνεις εσύ;

Εγώ πιστεύω ότι περνούν περιόδους οι άνθρωποι. Σίγουρα η ανάγκη για έναν ηθοποιό ή για έναν μουσικό να εκφραστεί μέσα από την τέχνη, δε σταματά. Επομένως, αντί να καθίσει και να περιμένει να πληρωθεί, θα βγει και θα το κάνει. Αυτή η επιθετική στάση, ο δυναμισμός των καλλιτεχνών και δη των νέων παιδιών, μου αρέσει.

Τώρα όσον αφορά το κοινό, θεωρώ πως αυτό που έχει συμβεί στον κόσμο, είναι πως έχει συνδυάσει την έξοδο με τα έξοδα, και δεν έχει πια την ψυχραιμία να παρακολουθήσει ή να μπει να ψάξει τι παίζει, με αποτέλεσμα να πηγαίνει σε ότι του γίνεται κλύσμα από την τηλεόραση, το οποίο σημαίνει ότι μπορεί να πας να δεις μια πολυδιαφημισμένη παράσταση και να μη σου αρέσει και δίπλα να είναι μία με μικρότερη διαφήμιση και να είναι πολύ καλύτερη. Αλλά και αυτό δεν είναι απόλυτο. Πάντα υπάρχουν και οι άνθρωποι που θα ασχοληθούν λίγο περισσότερο.

Και εκεί είναι και ο ρόλος των δημοσιογράφων…

Αυτό καλύτερα να μη το ανοίξουμε το θέμα. Είναι επικίνδυνο το παιχνίδι των δημοσιογράφων, επειδή αποφασίζουν πότε δε θα ακουστεί μία φωνή. Ζούμε σε μία εποχή λογοκρισίας μέσω της πολυφωνίας, όπου φωτίζονται οι πιο επικίνδυνοι, έτσι ώστε το σύστημα να τους φέρει κι αυτούς στα μέτρα του.

Η κατάσταση στην Ελλάδα σε αγχώνει;

Όχι δε με αγχώνει. Εγώ φτιάχνω τη δική μου χώρα, όσο μπορώ και ζω με τους δικούς μου κανόνες και με το δικό μου κύκλο, που γίνεται συνεχώς μεγαλύτερος. Και ο λόγος που φτιάξαμε το Baumstrasse είναι μεταξύ άλλων πολιτικός˙ η δημιουργία ενός εργαστηρίου, με σκοπό να κατασκευάσουμε τα αντίδοτα ή τους ιούς που θέλουμε, για να γιατρέψουμε τις ασθένειες ή να μολύνουμε τα υγιή πρότυπα. Γι’ αυτό και δεν είμαι ένας καλλιτέχνης καριέρας. Δε με ενδιαφέρει αυτό. Με ενδιαφέρει να έχω κάποιες στιγμές ευτυχίας στη ζωή μου. Και αυτές είναι όταν βλέπω έναν άνθρωπο να κάνει την επανάστασή του στο σπίτι του ακολουθώντας το όνειρό του, να γίνει χορευτής, ή ένα παιδί που το έχουν απορρίψει από τέσσερις οντισιόν, να αποφασίζει να κάνει κάτι μόνο του. Εννοείται πως θα μπούμε μέσα οικονομικά, αλλά αν θέλουμε κάτι, το κάνουμε. Και πάντοτε σκέφτομαι μεγάλα πράγματα, γι’ αυτό και είναι μεγάλος ο χώρος και έχει πολύ κόσμο.

Η απόφαση να ζεις έτσι τη ζωή σου είναι μια πολιτική πράξη, όπως και η αποφάση να κάνεις τέχνη με αυτό τον τρόπο.

Τι θεωρείς ότι κάνει κάποιον διαχρονικό; Υπάρχει αν θες συνταγή επιτυχίας;

Τα πράγματα τα δείχνει η ιστορία. Σε τι θα εξελιχθεί και τι θα μείνει από αυτό. Έχουμε δει πολλά πράγματα να γίνονται μόδα, όπως το swing, που θεωρώ πως έχει ημερομηνία λήξης. Αυτό γινόταν πάντα στην Ελλάδα.

Υπάρχουν, όμως, κάποιοι μουσικοί, όπως ο Θανάσης, που ποτέ δεν έφυγε από αυτό που αγαπάει. Δεν το έπαιξε ποτέ κάποιος άλλος. Δε το έπαιξε ποτέ λαϊκό παιδί, για να πιάσει το λαϊκό συναίσθημα. Όπως επίσης και ο Φοίβος Δεληβοριάς.

Οι καλλιτέχνες, οι οποίοι το χαλάνε, είναι αυτοί που προσποιούνται ότι είναι κάτι άλλο και λένε ψέματα για τον εαυτό τους. Αυτοί που προσαρμόζονται στα θέματα της επικαιρότητας – πρόσφυγες θες; φιλανθρωπία; βίγκαν; – ή που προσπαθούν να μιμηθούν αυτό που θαυμάζουν.

Ας πούμε, λαμβάνω αρκετά τραγούδια από νέα παιδιά. Υπάρχουν αρκετά που μου αρέσουν, αλλά εκείνο που παρατηρώ είναι ότι πολλά είναι επηρεασμένα από το Θανάση ή το Σωκράτη. Κι ενώ μπορεί να έχουν μεγάλο ταλέντο, τις περισσότερες φορές δεν ξεπερνούν τα όρια της μίμησης.

Πρέπει να βάλουμε σε μία τάξη τα πράγματα και να ορίσουμε το τι θεωρούμε πως είναι επιτυχημένος. Για μένα επιτυχημένος, είναι αυτός που κάνει τη δουλειά του, για να γίνει ευτυχισμένος. Μπορεί να μην είναι επιτυχημένος με τους όρους της αγοράς. Δηλαδή να μείνει φτωχός και να τον ξέρουν λίγοι. Για μένα η επιτυχία δε μεταφράζεται σε χρηματικές απολαβές, ούτε στο να σε παίζουν τα ραδιόφωνα.

Είναι πολύ περίεργο να επιμένεις σε αυτό που σου αρέσει και σε αυτό που έχεις επιλέξει. Είναι δύσκολο, αλλά μόνο οικονομικά. Δεν υπάρχει καμία άλλη δυσκολία. Εγώ έχω μόνο οικονομικά προβλήματα, όπως οι περισσότεροι Έλληνες.

Είσαι αισιόδοξη με τη νέα γενιά;

Κοίταξε, βλέπω όχι μόνο ταλαντούχους, αλλά και παιδιά δωσμένα και παθιασμένα. Αλλά επίσης, βλέπω ότι δεν έχουν καμία στήριξη από τους δημοσιογράφους ή από τα ραδιόφωνα. Αυτό μπορώ να το πω, ότι έχω βαρεθεί τους ίδιους και τους ίδιους. Γιατί δεν ακούμε αυτά τα νέα παιδιά; Ας πούμε, μου αρέσουν πολύ οι Usurum, οι Καλογεράκηδες, οι Lemonostifel, ο Πέτρος Μάλαμας… Εγώ θέλω να τα ακούσω, να τα ακούσει ο κόσμος, να τα δει. Αλλά πλέον, οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί δεν έχουν την υπομονή να ακούνε νέα παιδιά. Εμένα αυτό με στεναχωρεί, που με ρωτάς αν είμαι αισιόδοξη. Κι εγώ και ο Βασίλης αισθανόμαστε την ανάγκη να κάνουμε κάτι, για τη μουσική που μας αρέσει, την καινούρια. Γι’ αυτό κάναμε το Baumstrasse εκδοτική, με σκοπό να κάνουμε εδώ live και να βγάζουμε cd, με αυτά που μας αρέσουν. Και το προχωράμε. Δε μπορείς να πεις ότι θα μπεις στη μεγάλη αγορά. Από την άλλη λες θα φτιάξω πάλι το δικό μου κύκλο και σιγά σιγά θα τον ανοίγω. Όταν δε βιάζεσαι, όλα γίνονται.

Μίλησε μας και για την παράσταση που ετοιμάζετε με τον Ακύλλα…

Λέγεται «Μπαμπά χορεύεις;» και πραγματεύεται την απουσία του πατέρα. Είμαι εγώ και τρία αγόρια, ο Θάνος Τοκάκης, ο Θανάσης Ζερίτης και ο Κωνσταντίνος Πλεμμένος.. Δεν υπάρχει μπαμπάς. Και εν μέρει το φτιάχνουμε μόνοι μας το έργο στις πρόβες. Το πεδίο είναι ανοιχτό. Περιέχει πληροφορίες και υλικό από Σολωμό μέχρι Βίτγκενσταϊν, από Σούμπερτ μέχρι Καζαντζίδη. Αυτό θα γίνει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. 13 Μαρτίου ξεκινάμε.

Ενορχηστρωτής μας είναι ο Ακύλλας. Και δημιουργείται ένα τρελό πράγμα. Είναι μια fatherless society. Είναι αυτό που λένε οι ψυχολόγοι, ότι έχουμε φύγει από την εποχή του Οιδίποδα, που ο γιος ανταγωνίζεται τον πατέρα και έχουμε μπει στην εποχή του Τηλέμαχου, που ο μπαμπάς λείπει.

Αυτή η απουσία, αυτή η σιωπή του πατέρα, είναι πολύ περίεργο πράγμα. Ειδικά, στις κοινωνίες μας που είναι μονοθεϊστικές και ο πατέρας αντιμετωπίζεται ως Θεός. Και ειδικά στη σύγχρονη κοινωνία που αυξάνονται άρδην οι μονογονεϊκές οικογένειες.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ένθετο του Νόστιμον Ήμαρ στον Δρόμο της Αριστεράς, το Σάββατο 11.2.2017

Κάθε Σάββατο κυκλοφορεί στα περίπτερα το έντυπο Νόστιμον Ήμαρ ένθετο στον Δρόμο της Αριστεράς.

dromos-n

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

5 × 4 =

Simple Share Buttons