”Λουμίλ ο Υγρός Λόρδος και Τόποι Μακρινοί”, ένα παραμύθι για Μεγάλους- Μικρούς και Μικρούς- Μεγάλους!

0

Από τον Θανάση Ξένο

Μια φορά και έναν καιρό, στις όχθες της Ευωδιαστής Λίμνης απλωνόταν μια από τις πιο παλιές πόλεις του Πλανήτη Μπαλόνου. Η πόλη αυτή είχε ένα από τα πιο περίεργα ονόματα του κόσμου, την έλεγαν Μεγάλη Μικρή. Παράξενο όνομα κάποιος θα σκεφτεί μα το πιο παράξενο είναι ότι και Μικρή Μεγάλη να την πεις, το ίδιο κάνει.

Η Μικρή Μεγάλη είχε φτιαχτεί πριν πολλά πολλά χρόνια από τους Υγρούς Λόρδους και πήρε το όνομά της από μια απροσδόκητα όμορφη ασυμμετρία που χαρακτήριζε τον τόπο στον οποίο χτίστηκε. Μικρά και μεγάλα βράχια πλάι πλάι έστεκαν επιβλητικά λες και ήταν αγάλματα μυθικών ηρώων, παχιά και λεπτά λουλούδια αγκαλιάζονταν μεταξύ τους δημιουργώντας επίγεια ουράνια τόξα, ψηλά και κοντά δέντρα έστεκαν αντίκρυ το ένα στο άλλο σαν σε γιορτινό χορό. Όλα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, μα τόσο όμορφα βαλμένα μαζί!

Οι πρώτοι κάτοικοι της πόλης φρόντισαν λοιπόν να μη χαλάσουν αυτή την συμμετρική ασυμμετρία. Έτσι δίπλα στα κοντά δέντρα έφτιαξαν σπίτια χαμηλά για να μην τους κρύβουν το φως, στα λεπτά λουλούδια τοποθέτησαν γύρω γύρω βότσαλα να μην τα πατά πόδι κανένα και στα μεγάλα βράχια στήριξαν κτίσματα μεγάλα και σπουδαία για να στέκουν γερά και να μην να μη πέσουν ποτέ.

Με το πέρασμα του χρόνου η πόλη κατοικήθηκε από διάφορους πληθυσμούς. Μέχρι και σήμερα φιλοξενεί πλάσματα από όλες τις φυλές του Μπαλόνου. Σε μια πολιτεία  με τόσες διαφορές κανένας δεν ένιωθε ο ίδιος διαφορετικός, κανένας δε ένιωθε ψηλός η κοντός, μικροκαμωμένος ή μεγαλόσωμος. Ήταν ένας τόπος στον οποίο δε χωρούσαν διακρίσεις λόγω της εξωτερικής εμφάνισης. Πέραν δηλαδή των μικρών καθημερινών διαφωνιών,που ήταν λογικό να υπάρχουν μεταξύ των κατοίκων, η ζωή κυλούσε ήρεμα και ειρηνικά πότε με τις χαρές της, πότε με τις λύπες, μα πάντα σε πλήρη αρμονία μεταξύ των ηρώων μας και της φύσης.

Στην άκρη λοιπόν της Μεγάλης Μικρής -ή της Μικρής Μεγάλης πείτε την όπως σας αρέσει- λίγο πριν την Ευωδιαστή Λίμνη και κάτω από τον ίσκιο ενός μεγάλου Δεντρόδεντρου καθόταν ο Λουμίλ. Τα Δεντρόδεντρα ήταν δέντρα που ευδοκιμούσαν μονάχα γύρω από την Ευωδιαστή Λίμνη και αντί για κλωνάρια, πάνω τους φύτρωναν άλλα δέντρα πολλών ειδών, με καρπούς διαφόρων σχημάτων :στρογγυλούς, τετράγωνους, πυραμιδωτούς και άνθη με χρώματα αμέτρητα: κόκκινα, πράσινα, μπλε. Από μακριά σαν τα κοιτούσες, νόμιζες πως έβλεπες τον ουρανό να στολίζεται από πολύχρωμα ψηφιδωτά. Φυσικά και δε θα μπορούσαν να ταιριάζουν περισσότερο σε ένα τόπο που όλα ήταν διαφορετικά μεταξύ τους.

Ήταν ένα ήσυχο, δροσερό μεσημέρι άνοιξης και στα χέρια του ο Λουμίλ κρατούσε εκείνο το ρολόι τσέπης που του είχε αφήσει ο παππούς του, κληρονομιά μαζί με τις αναμνήσεις των παραμυθιών που του έλεγε όταν ήταν μικρός. Ένα παλιό κουρδιστό ρολόι που μέσα στην μεσημεριανή ησυχία μπορούσε να ακούσει τους χτύπους των δεικτών του φέρνοντας στον νου τις ιστορίες του παππού, ιστορίες πολεμιστών με φανταχτερές πανοπλίες και λαμπερά ξίφη. Τικ, έπεφτε το ξίφος του ενός στην ασπίδα του άλλου. Τακ, τα δυο ξίφη χτυπούσαν μεταξύ τους. Τικ, οι πανοπλίες η μία πάνω στην άλλη. Τακ, ξανά ξίφος με ξίφος. Τικ τακ, τικ τακ.
Λίγες μέρες πριν θα ορκιζόταν πως όλες αυτές οι ιστορίες ήταν πια πολύ μακρινές για εκείνον, ξεθωριασμένοι χαρακτήρες και μυθικά δρακόμορφα τέρατα, Άργουποι όπως τους έλεγε ο παππούς, που ο κόσμος έτρεμε και μόνο στο άκουσμά τους. Όλα όμως άλλαξαν αναπάντεχα στο τρίτο υπόγειο του σπιτιού του. Ψαχουλεύοντας στα κειμήλια και στα σκονισμένα ενθύμια της οικογένειάς του, ο Λουμίλ ο υγρός Λόρδος, σκόνταψε πάνω σε ένα παλιό τριγωνικό μπαούλο. Καθώς ήταν καταχωνιασμένο με περισσή επιμέλεια στην πιο σκοτεινή γωνιά του υπογείου, ήταν αδύνατον κάποιος να το δει παρά μόνο αν ήταν τυχερός και έπεφτε πάνω του. Αφού το τράβηξε με προσοχή προς το κέντρο του υπογείου για να μπορέσει να το ανοίξει, συνειδητοποίησε πως ήταν κλειδωμένο. Φέρνοντας όμως κοντά στο μπαούλο το φανάρι που βαστούσε, δεν άργησε να παρατηρήσει μια παράξενη οπή στην κυκλική κλειδαριά του. Αμέσως αναγνώρισε το σχήμα που για χρόνια στόλιζε το πίσω μέρος του ρολογιού που του είχε αφήσει ο παππούς του. Ήταν ένα υγρό σύμβολο, ένα μικρό ποτάμι.


Τοποθετώντας το ρολόι ώστε να ταιριάξει με την οπή στην κλειδαριά και γυρνώντας το προς τα δεξιά κατάφερε να ανοίξει το μπαούλο. Τα μάτια του έμειναν για ώρα ορθάνοιχτα και η αναπνοή του ίσα που ακουγόταν, όλες οι αισθήσεις του λειτουργούσαν στο κόκκινο. Και όλα αυτά γιατί μπροστά του είχε πια ανοίξει ένα χάρτη που καταγραφόντουσαν με τις ίδιες ακριβώς λεπτομέρειες εκείνα τα μέρη που διηγούταν ο παππούς του στα παραμύθια και τις ιστορίες του. Ξαφνικά ένιωσε πως από το μπαούλο ξεπετάγονταν μαχητές με πανοπλίες και πλάσματα άλλων κόσμων.

“Και αν αυτός ο χάρτης είναι αληθινός;” αναρωτήθηκε.
“Και αν είναι αληθινός λες να υπάρχουν Άργουποι;”
“Και αν υπάρχουν πώς θα τους βρω;”

Και ενώ οι μέρες περνούσαν χωρίς να ξέρει τι πρέπει να κάνει ξάφνου του ήρθε μια ιδέα. Πρόσεξε πως ο χάρτης που είχε βρει στο μπαούλο είχε κάποια κοινά στοιχεία με έναν πρόσφατο χάρτη του Πλανήτη Μπαλόνου που τον είχε κρεμασμένο στο δωμάτιο του. Βάζοντας λοιπόν τον έναν πάνω στον άλλο και στρέφοντας τους προς τον ήλιο βρέθηκε μπροστά σε μια τεράστια ανακάλυψη. Ο παλιός χάρτης του μπαούλου δε ήταν παρά ο πραγματικός χάρτης του Μπαλόνου πριν πολλά χρόνια. Αυτό τελικά ήταν και το κλειδί της αναζήτησης που θα ακολουθούσε.

Πίσω στον ίσκιο του Δεντρόδεντρου ο Λουμίλ καθόταν περιμένοντας να περάσει η ώρα για να πάει να συναντήσει τους φίλους του. Ήταν μόλις δυο μέρες πριν που είχαν όλοι συμφωνήσει να ξεκινήσουν ένα ταξίδι αναζητώντας τους τόπους των παραμυθιών που άκουγαν μικροί. Αυτό που δεν ήξεραν όμως, ήταν ότι θα ξεκινούσαν ένα ταξίδι γεμάτο απρόοπτα και περιπέτειες, γεμάτο και από προσωπικές αναζητήσεις που θα τους έφερνε αντιμέτωπους με τόπους και καταστάσεις πέραν κάθε φαντασίας.

Έχοντας φτάσει πλέον η ώρα και αφού έκρυψε το ρολόι πίσω στην τσέπη του σηκώθηκε και άρχισε το μακρύ δρόμο που είχε χαράξει περνώντας μέσα από τον κάμπο των Βεγγαλικών. Η περιπέτεια μόλις είχε ξεκινήσει!

 

Κείμενο-σύλληψη: Θανάσης Ξένος

Εικονογράφηση: Βάγια Παπαζήκου

Επιμέλεια: Μαρία Παρέντη

 

*Διαβάστε τις περιπέτειες του Λουμίλ σε συνέχειες, αποκλειστικά στο Νόστιμον ήμαρ

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

11 + twelve =

Simple Share Buttons