La La Land [κριτική]

2

 

του Νικήτα Φεσσά

Στη νέα του ταινία, ο σκηνοθέτης του επιτυχημένου Whiplash επιλέγει να μιλήσει πάλι για μουσική, αυτή τη φορά μέσα από το είδος του μιούζικαλ. Με ξεκάθαρα νοσταλγική ματιά, το La La Land κάνει αναφορές σε μερικά από τα πιο γνωστά κλασικά μιούζικαλ, από το Singing in the Rain, και το A Star is Born (στο ελληνικό κοντεξτ θα θυμίσει σε πολλούς Το Πιο Λαμπρό Αστέρι με Βουγιουκλάκη και Παπαμιχαήλ, το οποίο αποτελεί αντιγραφή της ταινίας με την Garland – που έχει γίνει και ριμέικ με την Streisand). Με τα ‘ενσωματωμένα’ (στην πλοκή) μουσικοχορευτικά νούμερα, και τα φανταχτερά κουστούμια, το La La Land σε αυτό το επίπεδο δεν καινοτομεί, αλλά ακολουθεί γνωστή και δοκιμασμένη συνταγή από την ‘Χρυσή’ περίοδο του Χόλιγουντ. Το μόνο που ελάχιστα αλλάζει είναι το (μόνο εν μέρει) updated σκηνικό και φόντο (το Los Angeles του σήμερα, αλλά και ένα α-χρονικό, μυθικό Los Angeles, διαμεσολαβημένο μέσα από ταινίες – που έχουν γυριστεί μέσα σε στούντιο). Η βασική, εάν όχι η μόνη καινοτομία είναι ότι το τελευταίο μέρος του φιλμ περιέχει ελάχιστα μουσικοχορευτικά νούμερα, και θυμίζει περισσότερο ταινίες όπως το Blue Valentine (πάλι με πρωταγωνιστή τον Gosling).

Η πολύ απλή, τετριμμένη ιστορία: αγόρι γνωρίζει κορίτσι, ερωτεύονται, και πρέπει να συμβιβάσουν τα όνειρά τους για να υπερβούν τα εμπόδια. Η κοπέλα είναι ηθοποιός που προσπαθεί να επιτύχει, ο νέος είναι μουσικός , ευαγγελιστής της τζαζ καθαρότητας. Το δεύτερο έχει μεγαλύτερη σημασία όσον αφορά την πολιτική της αναπαράστασης στο φιλμ, δεδομένου ότι πρόκειται για λευκό γαλανομάτη, ο οποίος παρουσιάζεται να είναι βασιλικότερος του βασιλέως σε σχέση με μια μουσική που, όπως και ο ίδιος τονίζει σε μια σκηνή, ξεκίνησε από μαύρους—οι οποίοι όμως ειρωνικά στην ταινία περιορίζονται κυρίως σε ρόλους κομπάρσων, και στερεοτυπικού ‘φόντου’ (ακόμα και στον ρόλο του ‘κακού’ που ξεπουλάει την τζαζ για τα φράγκα), καθώς ο Άριος πρωταγωνιστής περιπλανιέται με άνεση στους χώρους τους, και οικειοποιείται την κουλτούρα τους.

Γενικώς, ακόμα κι αν δεχτούμε το προφανές, το ότι δηλαδή το στούντιο θέλει να εξαργυρώσει το σουξέ και τη δοκιμασμένη χημεία των δύο σταρ του, δυο λευκοί, ξανθοί, και γαλανομάτηδες πρωταγωνιστές στην Αμερική της Εποχής Τραμπ δεν είναι εξαρχής και ό,τι πιο προοδευτικό. Τα προβλήματά τους (ανεργία, κλπ.) δίνονται με πολύ ‘ζαχαρωμένο’ και γυαλιστερό τρόπο για να τα πάρει κανείς σοβαρά, έστω και για τα στάνταρ του μιούζικαλ, όπου ο όποιος κοινωνικός προβληματισμός (και η πλοκή γενικώς) αποτελεί πάντα μια ισχνή δικαιολογία για να λυθούν όλα με μαγικό (τουτέστιν ιδεολογικό) τρόπο στα μουσικοχορευτικά νούμερα, σε έναν ου-τόπο (βλέπε τη σκηνή στο αστεροσκοπείο). Η νοσταλγία (για ένα μυθικό παρελθόν) δεν είναι απαραιτήτως πάντα αντιδραστική, αλλά εδώ δεν βοηθάει και το ετεροκανονικό σενάριο που δεν παρεκκλίνει ούτε στο ελάχιστο από τα γνωστά στερεότυπα: το αγόρι είναι μάτσο, το κορίτσι ανασφαλές. Το αγόρι κάνει jazz-plain, mansplain, και whitesplain, όλα ταυτόχρονα. Το κορίτσι κλαίει αρκετά, τόσο στα πλαίσια των ρόλων που παίζει, όσο και εκτός σκηνής.  Το αγόρι είναι εν πολλοίς ανέκφραστο και κουλ.

Στα συν, το τεχνικό κομμάτι, η κινηματογράφηση, τα κουστούμια, η χαρισματική πρωταγωνίστρια, οι μελωδίες που σου μένουν στο μυαλό, η γενικότερη αισθητική. Στα μείον, οι πρωταγωνιστές δεν είναι και οι καλύτεροι χορευτές, και οι φωνητικές τους δυνατότητες είναι απλά ικανοποιητικές (της Stone περισσότερο από ό,τι του Gosling). Εν κατακλείδι, το πείραμα να προσδώσει ο δημιουργός συναισθηματικό βάθος στους χαρακτήρες δεν είναι ιδιαίτερα επιτυχημένο όταν συνδυάζεται με την εγγενή ελαφρότητα του είδους του μιούζικαλ. Η δε απόδραση των πρωταγωνιστών στην Τέχνη τους, η οποία συμπίπτει με μια περίοδο όπου η Αμερική σείεται, έχει  κάτι από τον άκαιρο, προνομιούχο φιλελευθερισμό (liberalism) του πρόσφατου λογυδρίου της Μέριλ Στριπ κατά του Τραμπ (χωρίς να τον κατονομάζει). Για την ακρίβεια, το ότι το είδος του μιούζικαλ, στη νοσταλγική βερζιόν του, έστω και χωρίς [σπόιλερ αλέρτ] πραγματικό happy ending παρά μόνο στη συνειδητή φαντασίωση, επιστρέφει σε αυτή τη χρονική στιγμή, μπορεί να ιδωθεί ως σύμπτωμα αυτού που απωθείται, και ως ιδεολογία στην πιο καθαρή της μορφή.

Βαθμολογία 3,5/5

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Νικήτας Φεσσάς

Ο Νικήτας γεννήθηκε στην Αθήνα, τέλειωσε το Πάντειο, και άρχισε να γράφει (κυρίως) πολιτισμική κριτική για διάφορα έντυπα. Εσχάτως προσπαθεί να ολοκληρώσει και το διδακτορικό του πάνω στον ελληνικό κινηματογράφο.

2 Comments

  1. Αννα on

    Εντάξει , το αποθεωσαν κοινό και κριτικοί αλλα εμεις να την βγάλουμε την κουλτουρομαυρίλα μας και να τη θαψουμε την ταινία….
    Ειναι μια feel-good ταινιούλα με διχως διάθεση ουσιώδους κοινωνικού προβληματισμού και εξυπηρετει πολυ συγκεκριμενους σκοπους :
    1. Να κανει τους θεατες να νιωσουν τρυφερα και νοσταλγικά
    2. Να αποδωσει φορο τιμης στα παλαια μιουζικαλ-δε νομιζω να ισχυριστηκε κανεις απο τους δημιουργους το αντιθετο.
    3. Να κοψει εισητηρια.
    Δε χρειαζεται όλες οι ταινιες να ειναι στρατευμένες-καποιες χρειαζεται να ναι απλα υπερφιαλες και γλυκαναλατες. Η ανυπαρξία πολιτιστικής, φυλετικής ποικιλοχρωμίας δεν υποβαθμιζει επουδενι την αισθητική και καλλιτεχνική αξια της ταινιας.

    Και απο οσο θυμαμαι ο 32 χρονος σκηνοθετης δε νομιζω να ειχε δηλωσει ότι επιθυμει να φτιάξει το επομενο αριστουργημα της 7ης τεχνης, ουτε ενα βαρυγδουπο κοινωνικο μανιφέστο….

    • Νικήτας on

      μ αρέσει η λέξη ‘κουλτουρομαυρίλα’. Στη συγκεκριμένη περίπτωση βέβαια ήταν κουλτουροασπρίλα

Αφήστε Ένα Σχόλιο

two × two =

Simple Share Buttons