Βάλτε λίγο Κάφκα στην πατατόσουπα σας

1

kafka

Επαναστατική Κουζίνα

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Φίλες και φίλοι, καλώς ήρθατε για άλλη μια φορά στην κουζίνα μας.

Στην αποψινή μας εκπομπή θα μαγειρέψουμε τσέχικη πατατόσουπα. Μέχρι να γίνει το φαγητό μας θα ασχοληθούμε μ’ έναν άνθρωπο που έφερε την επανάσταση στη λογοτεχνία, αλλά πέθανε από ασιτία.

~~

Γιατί πατατόσουπα;

Οι πατάτες, από τη στιγμή που πέρασαν τον Ατλαντικό και ήρθαν στη γερασμένη ήπειρο, έγιναν το φαγητό των φτωχών και των κατατρεγμένων.

Οι Ιρλανδοί το ξέρουν καλά αυτό. Άλλωστε η Ιρλανδία αναφέρεται σκωπτικά και ως η “Δημοκρατία της Πατάτας”.

Μέχρι το 1845 οι Ιρλανδοί τρέφονταν αποκλειστικά με πατάτες. Τα υπόλοιπα τρόφιμα εξάγονταν στη “μητέρα” Βρετανία, για να χορτάσει η βασιλική οικογένεια. Εκείνη τη χρονιά ο περονόσπορος κατέστρεψε ολοσχερώς τη σοδειά πατάτας. Ενάμιση εκατομμύριο Ιρλανδοί πέθαναν από ασιτία. Άλλοι τόσοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Αμερική.

Ο λιμός ήταν η αφορμή της Επανάστασης της Πατάτας, η οποία καταστάλθηκε βίαια από τα Βρετανικά στρατεύματα (κάτι το οποίο οι Βρετανοί ήξεραν καλά να κάνουν).

Όμως εκείνη η πρώτη εξέγερση έγινε ο περονόσπορος που οδήγησε μετά από μερικά χρόνια στην ανεξαρτησία της Ιρλανδίας.

—{}—

Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις, λένε κάποιοι. Πόσο άραγε να αξίζει ένας πίνακας; Ειδικά αν είναι του Βαν Γκογκ;

“Οι πατατοφάγοι” του Βαν Γκογκ απεικονίζουν την πραγματικότητα των πληβείων της Ευρώπης,αρχείο λήψης (2) τον 19ο αιώνα.

Μια ολόκληρη οικογένεια μαζεμένη γύρω από μια πιατέλα με πατάτες.

Ο Βαν Γκογκ ήταν ένας καταραμένος επαναστάτης. Όσο ζούσε πάλευε με τη μανιοκατάθλιψη και τη φτώχεια. Μόλις έναν πίνακα κατάφερε να πουλήσει, τo “Κόκκινo Αμπέλι”.

Τώρα πια κάθε του πίνακας αξίζει εκατομμύρια. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους όλων των εποχών και τον γνωρίζουν ακόμα και τα παιδιά.

~~

Θα ήθελα να είχα μια μηχανή του χρόνου, να ταξιδέψω ως το δωματιάκι του στην Αρλ και να του πω ότι κάποια μέρα οι άνθρωποι θα συνωστίζονταν στο ΜοΜΑ για να δουν τον “Έναστρο Ουρανό” του.

Ίσως τότε να μην είχε αυτοπυροβοληθεί στο στήθος.

Ο Βαν Γκογκ ήταν ένας καταραμένος, γιατί πέθανε σαν τον Κιχώτη, μόνος, να αιμορραγεί για δυο μέρες, και ίσως να σκέφτεται ότι όλη του η ζωή πήγε στράφι, χαραμισμένη σε μια χίμαιρα, σ’ ένα μάταιο όνειρο.

—{}—

Το όνειρο μας οδηγεί στον άλλο καταραμένο, αυτόν που επηρέασε τη λογοτεχνία περισσότερο από δέκα νομπελίστες μαζί, αλλά δεν εξέδωσε ούτε ένα μυθιστόρημα πριν φθίσει, στα 41 του χρόνια.

~~

Και τώρα περνάμε από το requiem σε allegro για να δούμε τι υλικά θα χρειαστούμε για την τσέχικη πατατόσουπα μας.

Τσέχικη Πατατόσουπα:

Ένα κιλό πατάτες

Ένα κρεμμύδι

Μισό κιλό μανιτάρια

Λίγα καρότα

Ένα τέταρτο λάχανο (αυτό δεν υπάρχει στην αυθεντική συνταγή, αλλά στη μαγειρική, όπως και στην τέχνη, καλό είναι να αυτοσχεδιάζουμε).

Μισό κουταλάκι πάπρικα (το αγαπημένο μπαχαρικό της Κεντρικής Ευρώπης)

Ένα αυγό

Χυμός από λεμόνι

Ελαιόλαδο (οι Τσέχοι χρησιμοποιούν βούτυρο, αλλά η fusion κουζίνα είναι πάντα πιο εύκολη και απολαυστική).

Με αυτά μόνο τα υλικά (κόστος γύρω στα τρία πέντε ευρώ) θα φτιάξετε μια θρεπτική σούπα, που θα σας κρατάει ζεστούς όταν δεν θα έχετε θέρμανση.

Πριν την εκτέλεση ας ψάξουμε να βρούμε κατσαρίδες στην Πράγα.

~~{}~~

“Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωινό από κακό όνειρο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε γιγάντια κατσαρίδα.”

Αυτή είναι η καλύτερη αρχή βιβλίου που έχει γραφτεί ως σήμερα. Διαφωνείτε; Τότε προσπαθείστε να θυμηθείτε την αρχή ενός άλλου βιβλίου.

Αν ο Ντόκινς έχει δίκιο και τα “μιμίδια” είναι πολιτιστικές μονάδες που αναπαράγονται στον εγκέφαλο μας, τότε ο Κάφκα έφτιαξε ένα πολύ πετυχημένο μιμίδιο.

Αυτό το βιβλίο δεν θα αρκούσε για να μνημονεύουμε τον Κάφκα κάθε φορά που αναφερόμαστε στη μοντέρνα γραφή.

Ήταν δύο άλλα βιβλία που γλίτωσαν από τη φωτιά, παρά την αντίθετη γνώμη του δημιουργού τους, η “Δίκη” και ο “Πύργος”.

~~

Ο Κάφκα ήταν ένας βασανισμένος άνθρωπος. Πέρασε όλη του τη ζωή με φυματίωση και τελικά πέθανε από αυτή. Οι τελευταίες του μέρες ήταν αντιγραφή από τη “Μεταμόρφωση”.

Ο Κάφκα, όπως και ο ήρωας του, ο Σάμσα, πέθανε από ασιτία.

Όσο ζούσε ήταν υπάλληλος ασφαλιστικής εταιρείας. Έτρεμε τον πατέρα του και δεν κατάφερε να παντρευτεί τη γυναίκα που αγάπησε. Μόνη του ευχαρίστηση ήταν η συγγραφή, αλλά και σε αυτή ήταν ιδιαζόντως ψυχαναγκαστικός.

Δεν κατάφερε να ολοκληρώσει κανένα από τα μυθιστορήματα του. Τη “Δίκη” την ολοκλήρωσε ο καλύτερος του φίλος, ο Μαξ Μπροντ. Ο “Πύργος” είναι εμφανώς ημιτελής, αφού δεν έχει τέλος, και η “Αμερική” είναι μόνο η αρχή ενός μυθιστορήματος.

Όταν πέθαινε έδωσε εντολή στον Μαξ Μπροντ να κάψει όλα τα μυθιστορήματα, τα διηγήματα, τις επιστολές, τα ημερολόγια, τα σχεδιάσματα, ό,τι είχε γράψει.

Ο Μπροντ παράκουσε την τελευταία επιθυμία του Κάφκα. Επιμελήθηκε, διόρθωσε, συμπλήρωσε τα κείμενα και τα εξέδωσε.

Και έτσι, τόσο απλά, με τρία ημιτελή μυθιστορήματα που γλίτωσαν από το ολοκαύτωμα, άλλαξε η παγκόσμια λογοτεχνία.

“Πώς έγινε αυτό;” θα αναρωτιέστε.

Ας φτιάξουμε την πατατόσουπα μας.

~~{}~~

Εκτέλεση:

Κόβουμε τις πατάτες σε κύβους. Αφήνουμε μόνο μία ολόκληρη. Ψιλοκόβουμε το κρεμμύδι, τα μανιτάρια, τα καρότα και το λάχανο. Τα τσιγαρίζουμε όλα μαζί, προσέχοντας να μην κολλήσουν οι πατάτες. Λίγο πριν ρίξουμε νερό προσθέτουμε την πάπρικα.

Μισή ώρα μετά βγάζουμε την ολόκληρη πατάτα και την αλέθουμε στο μπλέντερ. Ρίχνουμε το χυλό στην κατσαρόλα, για να πήξει λιγάκι η σούπα μας.

Μετά αυγοκόβουμε. (Μην με ρωτήσετε πως κάνουμε αυγολέμονο, ρωτήστε τη μάνα σας).

Προειδοποίηση: Οι γυναίκες που έχουν περίοδο δεν πρέπει να φτιάχνουν αυγολέμονο, γιατί τους “κόβει”. Έτσι έλεγε η γιαγιά μου, κάτι ήξερε αυτή.

Η σούπα μας είναι έτοιμη.

Φτηνή, θρεπτική, απολαυστική και χορταστική. Τι άλλο θέλετε τους χαλεπούς καιρούς που ζούμε;

—{}—

Επιστροφή στον Κάφκα.

Ο Μαρκές, ο πατριάρχης της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας έλεγε ότι μόλις διάβασε Κάφκα κατάλαβε ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι να γραφτεί ένα μυθιστόρημα.

Ο Καμύ, ο Σαρτρ και ο Κορτάσαρ πατήσανε πάνω στους ώμους του Κάφκα.

Αλλά τι το ιδιαίτερο είχε αυτός ο ασφαλιστικός υπάλληλος;

Ο Βάργκας Μάριο Λιόσα πιστεύει ότι ο Τσέχος συγγραφέας υπερέβει, για πρώτη φορά, τα όρια ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό.

Στα περισσότερα κείμενα του φανταστικού είναι ευδιάκριτη η ρωγμή ανάμεσα σε αυτό που υπάρχει και σε αυτό που ανήκει στη φαντασία.

Στα τρία μυθιστορήματα του Κάφκα δεν μπορείς να καταλάβεις με ακρίβεια πότε ξεκινάει η υπέρβαση. Σε μια περίληψη του βιβλίου (όποιο από τα τρία διαλέξεις) δεν θα βρεις τίποτα το φανταστικό.

Όμως, καθώς τα διαβάζεις, κι ενώ όλα μοιάζουν φυσιολογικά, παρασύρεσαι σε μια κατάσταση που μόνο φυσιολογική δεν είναι.

Δεν υπάρχουν εξωγήινοι ή ξωτικά, μαγεία ή επιστημονική φαντασία.

Ένας απλός άνθρωπος προσπαθεί να πάει σε έναν Πύργο. Αλλά όλο κάτι συμβαίνει, κάτι συνηθισμένο, και ο άνθρωπος αυτός δεν φτάνει ποτέ στον Πύργο.

Δεν ξέρω πως θα τέλειωνε το μυθιστόρημα του ο Κάφκα, αν το τέλειωνε. Αλλά αυτή ακριβώς η… ημιτέλεια, είναι που το κάνει τέλειο: Ένας άνθρωπος προσπαθεί να τελειώσει ένα μυθιστόρημα, αλλά ποτέ δεν το τελειώνει.

~~{}~~

Αφήστε με να σας δώσω και τη δική μου ερμηνεία για τα κείμενα του Κάφκα.

Διάβασα την “Αμερική” πριν πολλά χρόνια. Τώρα πια θυμάμαι κάποιες σκηνές και δεν μπορώ να καταλάβω αν είναι αληθινές σκηνές από το βιβλίο ή αν τις ονειρεύτηκα.

Ο Κάφκα είναι ένας ονειρικός -κυριολεκτικά- συγγραφέας. Γράφει έτσι όπως ονειρευόμαστε. Κάθε εικόνα και κάθε κεφάλαιο, κάθε σκηνή, κάθε πρόσωπο, δεν έχουν καμιά σημασία από μόνα τους. Ο εγκέφαλος, για να δώσει νόημα σε αυτή την τυχαία επιλογή, φτιάχνει μια ιστορία.

Στο τέλος, ίσως και αφού περάσει λίγος καιρός από την ανάγνωση, το βιβλίο αγκιστρώνεται στο υποσυνείδητο σου.

Αναφερόμαστε συνήθως στον “καφκικό εφιάλτη”, αλλά στην ουσία δεν είναι εφιάλτης, είναι όνειρο, ένα όνειρο γραμμένο με λέξεις.

~~{}~~

Θα κλείσω την επαναστατική κουζίνα με μια προσωπική εμπειρία:

Πριν αρκετά χρόνια βρέθηκα στην Πράγα. Έφαγα πατατόσουπα και περπάτησα στα σοκάκια της πιο όμορφης τουριστοπαγίδας.

Κάθε δέκα μέτρα έβρισκες ένα μαγαζί που πουλούσε μπλουζάκια με το πρόσωπο του Κάφκα, του πιο διάσημου Πραγινού (ναι, υπάρχει κι ο Κούντερα).

Μαζί με κάθε μπλουζάκι έπαιρνες και μια πρόσκληση για στριπτιζάδικο.

“Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωινό από κακό όνειρο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε γιγάντια κατσαρίδα.”

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Γελωτοποιός http://sanejoker.info/

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Γελωτοποιός

Διαδικτυακό ψευδώνυμο ενός εγγονού της Πηνελόπης Δ. Μπλογοτέχνης και ελεύθερος στοχαστής, αυτοδίδακτος και άνεργος, αγνωστικιστής ένθεος, ανένταχτος και άνευ πεποιθήσεων. Πίνει μόνο κρασί.

1 Comment

  1. Stathis Tavridis on

    Franz Kafka and the metamorphoses
    Written by Thanasis Bades
    Free translation by Stathis Tavridis
    The literary value and influence of Kafka’s “Metamorphosis” is unquestionable. Kafka is being ranked among the leading literary authors of the 20th century, and “The Metamorphosis” along with “The Trial” are not only regarded as the best known, but also as the most characteristic samples of the Kafkaesque thought. The plot of the story is being revealed to us from the beginning. Gregor Samsa wakes up a random morning and finds out that he is a cockroach (even though some more modern translations want to see him as a beetle). Trapped in his new body, he comes up with the following logical thought: “What has happened to me?” and immediately after “How could I sleep a little more and forget these crazy things?”. He tries to turn on his side but such a movement proves to be impossible, since he is already turned upside down with his little legs moving aimlessly in the air. Poised on the verge of consciousness and unconsciousness, on the verge of being asleep and being awake, Gregor thinks: “Oh, my god, what a painful profession I chose! Day-and-night I travel. And all this work intensity is much greater than that which I would have to endure in my own shop….. Why don’t I let everything go to hell!” and a little later when he sees the alarm clock and he realizes that it’s six thirty and that he will be irredeemably late at his work, the only thing that dominates his thoughts is the fury of his boss and whether or not he could make it on time for the seven o clock train. His boss would show no understanding whatsoever: “he would come together with the company doctor, he would accuse him of being lazy, he would inform his parents of it, and then, with the assistance of the doctor, he would maintain that generally, all the people are healthy, but that they simply don’t want to work”.
    In a few words, we find ourselves in front of the outrageous, in front of the preposterous as a singular reality. We find ourselves in front of an impervious exaggeration which does not limit itself to the absurdity of the metamorphosis, but which rapidly evolves into a delirious maze of irrationalism, which, in its turn, ends up razing everything. Gregor has absolutely nothing to say on the essence of the unfolding tragedy which, from a conventional point of view, should of course be none other than his actual transformation into a cockroach. He seems to be completely indifferent to the helplessness of his own personal situation (that of being suddenly transformed into a cockroach) and much more concerned with his inability to fulfill his social obligations and above all, his working obligations. One would think that if he could carry on fulfilling his working duties, there would be no problem at all for him. The issue of his work, however, is not that simple, since it is linked to the maintenance of his family. After the bankruptcy of his father, Gregor undertook the full financial responsibility for the maintenance of the whole family. His father, his mother and his little sister are all literally depending on him for all their financial needs. The decent house of the family whose rent he pays, is the source of the greatest pride for him, or even –one could argue- the source of fulfillment itself for him. His promotion at work is beneficial, not only because it improves the finances of the family, but also because it confers social status upon it. And of course, here there isn’t the slightest hint to be found, concerning the family drama of exploitation, no hint about how the rest of the family lives at the expense of Gregor, how they selfishly deprive him of everything in order to greedily carry on enjoying their own various personal pleasures. Here we find the human relationships themselves being defined exclusively by the definition of the self, being defined by the most severe introversion. The relationships between the other members of the family and Gregor are being exclusively defined by Gregor himself and it is always he who must define the self, in order to define these relationships as well. What do we know about Gregor? What does Gregor know about himself? What does he desire? What would he like to buy with all the money he earned? The only thing we know with any certainty, the only thing we can take for granted is that he detests his work.
    In the peculiar case of Gregor Samsa, nothing really is like it seems. Gradually, the portrait of Gregor as a decent son, who sacrifices himself for his family, is being subverted and we slowly but surely, find ourselves in front of a ‘non-existent’ person. The work and the family which originally seemed to be the two most important factors by which we could possibly approach and understand who Gregor really is, turn out to be nothing more than mere pretexts for his own total self-sacrifice, his own self-annihilation as an independent free living and thinking subject. They turn out to be the two most important factors by which we come to understand who Gregor really isn’t, or perhaps better, understand why Gregor has actually ceased to be his own person, to approach and understand his own sad ‘non-existent’ nature which constantly obliges him to bow, subjugate and even assimilate himself to and into all and any established social or political power to be. Gregor has ceased to desire anything for himself because he has substituted duty for desire. But the denial of desire is the very negation of existence, it’s the ultimate guilt. And somewhere here we encounter the existential core of Kafka’s thought, which can only be expressed –it seems- by the darkness of the self-resigned existence. Because it is only self-resignation that can legitimize both the various insults which Gregor as a cockroach receives, and the fact that he, even though he fully understands all what is being said around him (to eavesdrop is, after all, his favorite way of passing time), never ever resents or revolts against all that insulting talk and insulting behavior around him. Instead of resenting or revolting against all this mistreatment, Gregor chooses to keep on acknowledging and assuming all blame and responsibility without a trace of self-pity. His only expressed desire: his dream of taking an initiative in order to help his sister register herself at the Conservatory dates back to the time that he was still a man, and it will of course remain unfulfilled. And here we do not refer again to Gregor’s self-denial, since once again his greatest joy is inextricably linked with the realization of someone else’s desire, nor do we refer to the absolutely human, selfless help-offer towards the sister.
    Here, we have a clear case of existence’s cowardice and procrastination, in the face of power, since for a long time, Gregor really wants to help his sister go to the Conservatory, but he keeps on stumbling on the father’s denial to send her, with which he is in fact unable to cope.
    Kafka, however, does not let his readers see and experience the metamorphosis only through the eyes and the mind of the transformed subject, but goes on offering us an all-round visual and mental perspective of the situation. The father, for example, scares him screaming, and injures him throwing apples at him. The mother wants to faint when she sees him. They isolate him in his room and demand that he never gets out of there. His sister is the only one who enters his room and brings him food daily. Despite their best efforts, however, the tenants (who the family was forced to allow settle in the house for financial reasons) finally catch a good glimpse of Gregor with total disaster as a result. The tenants begin to threaten now that they will leave without paying, the father becomes furious, the mother loses her breath, the sister announces: “We should definitely get rid of it. […] When one has to deal with so many other things, one cannot possibly have on one’s head this unrelenting tyranny as well. I can’t stead it anymore”, and finally the father cries out: “If only he could understand us”.
    These last few words of the father are not cried out in the spirit of ingratitude, of inhumane cruelty, or anything like that, but in the spirit of a sheer and utter human miscommunication and alienation, that is to say, in the spirit of a final and permanent denial of Gregor, who both as a man and as a cockroach, never sought anything more than the slightest hint of acceptance. That’s why he never did anything for himself. That’s why he always wanted to pass unnoticed. That’s why he never dared to bother anyone and always served the others without objections. That’s why he always lived with the constant fear of being rejected by his boss, by his father, by all and every authority or power to be. That’s why he lived full of guilt allowing time and time again, the will of others to be imposed on his.
    And he led his life like that because even the slightest claim on his part could bring about conflict and Gregor was too weak to withstand the complexity of human relationships “which are constantly changing without ever becoming cordial”. And that is precisely the essence of Kafka’s metamorphosis. It’s that mental transformation which leads to resignation from life itself. It‘s that timidity, acting as a paralyzing agent, as a mechanism of self-imposed paralysis. It’s that constant fear, dissolving the human free will. It’s that silence when faced with injustice and mistreatment, ensuring the preservation of the status quo. It’s that guilt, above all, freezing all initiative. It’s that duty, devouring desire. It’s that automatic submission to all authority, crashing irreparably, one after the other, all human qualities. It’s that state of supreme passivity, that state of mental paralysis which marks the sad process of transformation of human being into cockroach. Eventually, the transformation taking place in Kafka’s book surpasses all other transformations because it succeeds masterfully in realizing an unprecedented, dramatic and complete reversal: sooner or later, the reader becomes aware of the possibility that far from having been transformed into a cockroach that very fateful morning, Gregor has actually acquired, (or perhaps even regained) his normal, natural appearance!
    Given that appearances can never determine or guarantee who we really are, we can finally come to terms with, and understand that it’s perhaps more likely that the real transformation had already taken place long before that fateful first morning of Kafka’s book, that the true illusion, the result of the real metamorphosis was actually being witnessed when people were still seeing Gregor as a human being, when people were still failing to see the cockroach behind the human face of Gregor Samsa.
    The “man-cockroach” is a basic, recurring theme throughout the whole literary work of Franz Kafka. Time and time again, whether in “The Trial”, “The Castle” or in “America”, we encounter the same helpless “man-cockroach” who ends up being crushed over and over again, as he is invariably too afraid to live.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

9 + twelve =

Simple Share Buttons