Ήταν στη γη μία ακρογιαλιά

0

museum-girl

Από τον Γιάννη Δημογιάννη

«…Την αναγνώρισα πάραυτα στο φως της σελήνης, το γλυκό σαν μέλι.  Αυτό που αγκαλιάζει τριγύρω με ασήμι όλη την άπειρη οθόνη του γαληνεμένου πελάγους, και κάνει να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύματα… Ήταν πνοή, ίνδαλμα αφάνταστο, όνειρο που επιπλέει στο κύμα ∙ ήταν Νηρηίδα, νύφη, σειρήνα, που πλέει όπως πλέει ένα πλοίο μαγικό, το πλοίο των ονείρων». (Α. Παπαδιαμάντης, «Όνειρο στο κύμα»).

Το μαγικό πλοίο των ονείρων. Το απαστράπτον, ασημένιο Σεληνόφως ∙ αυτό που αγκαλιάζει σαν μέλι γλυκό, τον Ουράνιο θόλο, αντανακλώντας το χορό των κυμάτων!

Κάτω από τις ασημένιες αχτίδες του, η οθόνη του γαλήνιου πελάγους προβάλλει τους πόθους και τους καημούς των θνητών. Η πιο λαμπερή, λένε, πανσέληνος του έτους! Με το αεράκι ν’ αρχίζει να δροσίζει, ενώ στο κορμί σου παραμένουν, ακόμη, υγρές, οι μνήμες απ’ τα ερωτικά καλέσματα! Τα δύο πρόσωπα του χρόνου, οι δύο όψεις του ανθρώπου. Και ’συ, ένας «χωμάτινος» Οδυσσέας, όπως και ο καθένας.

«Πώς να γινόταν διαφορετικά;», το λες, το μουρμουρίζεις συνεχώς. Στις μυλόπετρες που σε συνθλίβουν ολημερίς, πώς θα μπορούσες ν’ ανακαλύψεις το μαγικό φίλτρο; Να κάνεις τη ντρίπλα σ’ όλα αυτά που θέλεις ν’ αποφύγεις, ν’ αλλάξεις. Να διεκδικήσεις, ν’ αντισταθείς, να δικαιώσεις και να δικαιωθείς.

Και οι εποχές σε προσπερνούν, και εσύ παραμένεις φθαρτός κι απορημένος. Με την πλάτη γυρισμένη στις ακρογιαλιές, την ίδια στιγμή που νιώθεις την οικεία φωνή να σε καλεί στο βίο σου τον επιούσιο: «Πρέπει. Πρέπει. Πρέπει. Δεν έχει άλλη διαφυγή». Και εσύ ενδίδεις. Γυρνάς την πλάτη στον Ουράνιο ψίθυρο, και παραδίνεσαι στις ώρες που κουβαλούν στο δέρμα τους, μίαν αύρα φθινοπωρινή.

18 Αυγούστου, και εγώ στημένος μπροστά απ’ το δελτίο των 9.00. Μηρυκάζοντας την τηλεοπτική ανακύκλωση, με διαπερνά ο γνώριμος, απαράλλαχτος, διαπεραστικός βόμβος. «Η Ελλάς παρελαύνει το Δεκαπενταύγουστο» ∙ παραμελημένοι Ολυμπιονίκες, ο Ένφια, στημένες φιέστες, προδομένα λάβαρα, και πολιτικά αλισβερίσια:

«Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα

Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις».

Το βουητό θα κρατούσε καλά, όταν αναπάντεχα σήμανε ανακωχή, στη γη των λωτοφάγων. «Κάτι σα μια θαμπή ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας», εικόνα λυτρωτική.

Πάνω στο χαλί που η πόλη κουλουριάζεται νωθρή, προβάλλει επί της οθόνης, η Ακρόπολη! Στιλπνή, φωσφορίζουσα, μαγική. Να σε καλεί ν’ αφεθείς στο φως της Σελήνης, το «αργυρό και μελιχρό». Ν’ αφουγκραστείς στην ενδοχώρα σου, την καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου. Να ψάξεις, και να μάθεις απ’ τους εκλεκτούς. Τους Πανάγιους ανθρώπους της ζωής σου. Σαν εκείνους που ο Παπαδιαμάντης ζωγράφιζε πάνω σε σχεδίες, ν’ αρμενίζουν στις ράχες των κυμάτων.

Κανένα απόμακρο «κάλλος» δεν ένιωσα να εκπέμπει η «Ιέρεια» της καλοκαιρινής σιωπής. Ούτε καν ο εξαίσιος εσωτερικός φωτισμός του μνημείου δεν πρόσθετε κάτι επιπλέον, όταν η Πανσέληνος άπλωνε στο στερέωμα, τέτοιο καμβά. Ολόλαμπρη, να αιωρείται σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια, πάνω από το βράχο, που διαγραφόταν εξ αιτίας της, πάμφωτος. Και κάτω, η Ακρόπολη, ο Παρθενώνας ∙ μαρμάρινη σάρκα, βγαλμένη από τα «άνθη» της πέτρας… Η γη που σπίτωσε κάποτε το «κέλυφος», την «καλύβα» κάποιας θεάς ή ενός άστεγου πια θεού.

Στην οθόνη, η είδηση γλιστρά σε σουπεράκι, με γραμματάκια που σε προσπερνούν βιαστικά: «Απόψε, οι αρχαιολογικοί χώροι παραμένουν ανοιχτοί, έως τα μεσάνυχτα.»

«Οποία ευεργεσία, εκ μέρους της ελληνικής πολιτείας», μόνον αυτό σάρκασα.

Σηκώθηκα από το κρεβάτι – δεν άντεξα άλλο η σκέψη μου να είναι «μία συνήθεια πιο προσιτή από την τύψη». Και βγήκα.

«Θα είναι, άραγε, ανοιχτό;» – η απορία, καθώς πλησίαζα, με έσφιγγε! Και όχι μόνο ήταν, αλλά ο χώρος στάθμευσης – τι όμορφη ανατροπή – ήταν σχεδόν πλήρης.

Αυτή τη φορά, στην επίσκεψη μου στο Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Πατρών, πορεύτηκα μόνος. Το είχα ανάγκη, και το ’κανα σαν τάμα. Σαν λύτρωση από τους δαίμονες του δικού μου καλοκαιριού. Από την ανάγκη μου να τους χωρέσω, να συμφιλιωθώ μαζί τους, να τους ξορκίσω.

Μπαίνοντας στην αίθουσα του «Ιδιωτικού βίου», οι ανθρώπινες παρουσίες αποδείχθηκαν πολλές. Δροσερές. Πολύχρωμες. Ανιούσες ή κατιούσες, μείζονες ή ελάσσονες. Κουρδισμένες, θαρρείς, με τα διαφορετικά πρόσωπα του χρόνου και των ανθρώπων. Όπως οι μουσικές κλίμακες, που – αν και συγκεκριμένες, στερεότυπες – εντούτοις σε διεγείρουν, όταν οι νότες διασταυρώνονται. Γιατί, και ένα Μουσείο, μία ολοζώντανη κλίμακα του χρόνου είναι, μία σκάλα που μάς βοηθά ν’ ανεβοκατεβαίνουμε τα σκαλοπάτια της γέννησης και της εξέλιξης.

Βγαίνοντας από το αυτοκίνητο – σύμπτωση, πες το, κάλεσμα ή νόστος – η Έλλη Πασπαλά ιχνηλατούσε πάνω στην άμμο, κάποια νωπά αποτυπώματα:

«Ήταν στη γη μια ακρογιαλιά

μόνο με γυμνά μάτια θα τη δεις

με τα γυμνά του ήλιου τα γυαλιά

μια ακρογιαλιά, πάνω της εμείς»

Κάθομαι σε κάποιο ξύλινο παγκάκι στην κεντρική αίθουσα «Του Ιδιωτικού βίου». Παρακολουθώ τις αργές κινήσεις των επισκεπτών, να περιφέρονται κάτω από τον εντυπωσιακά φωτισμένο οξυγώνιο «θόλο» του μοντέρνου κελύφους. Περπατούν ανάλαφρα, διακριτικά. Σταματούν σιωπηλά, με δέος μπροστά στα εκθέματα, λες και προσέρχονται σ’ ένα φθαρμένο τόπο προσευχών.

«Αχ, κοίτα, Μαρία» και σκούνταγε τη μεσήλικα φιλενάδα της, για να την συνεπάρει. Στολίστηκαν, βλέπεις, και οι δυο τους, για να έρθουν να λύσουν τις ελάχιστες, μα τόσο τρυφερές απορίες τους. Ανεβοκατέβαζαν ρυθμικά τα πρεσβυωπικά τους γυαλιά, στα ρυτιδιασμένα πρόσωπα, και ψηλαφούσαν το μυστηριακό άγγιγμα της αιωνιότητας:

«Καλέ, σε τι κομψοτεχνήματα, σε τι μινιατούρες μπουκαλάκια έβαζαν τ’ αρώματά τους;

– Για δες εδώ, Ειρήνη, για δες εδώ, κοσμήματα – λεπτοκοπιές.

– Πρόσεξε, Μαρία, πώς έδεναν τις πέτρες, με χρυσό – άσε τα σκαλίσματα τους, αληθινά κεντήματα! Κι ύστερα, λέμε εμείς, για τα δικά μας τα ατσούμπαλα…» Και προχωρούσαν παρακάτω, σχολιάζοντας έκπληκτες «το κάλλος των προγόνων».

18 Αυγούστου 2016, η νύχτα φεύγει. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης, προσέχω τις πολύχρωμες παρουσίες. Αφημένος στο πέρασμα τους, τα μάτια θολώνουν, όπως όταν αφήνεσαι στη δίνη μίας επίμονης σκέψης. Χαζεύω, άθελά μου, τα πόδια των επισκεπτών, τους βηματισμούς, την κίνηση, το ρυθμό. Όσο κράτησε η χαύνωση του νου, μπροστά μου πέρασαν και βερμούδες, και αέρινα φορέματα, και δωδεκάποντα – γιατί όχι – και πιτσιρίκια που περιφέρονταν στο χώρο, με διάσπαρτες απορίες: «Ρε μπαμπά, αυτή ήταν νεκρή!», και γούρλωνε τα μάτια μπροστά από την προθήκη, «με τις κατσαρόλες και τα σκουλαρίκια της, την θάψανε;»

Γιατί, κάπως έτσι διαγράφεται η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο χθες με το σήμερα. Με απορίες. Με όλες εκείνες τις ερωτήσεις που εξάπτουν, διεγείρουν το σύγχρονο άνθρωπο να υπερβεί τα όρια του, ν’ απελευθερωθεί από μία επικαιρότητα που δύσκολα πλέον «ανασχηματίζεται».

Η νύχτα ακτινοβολεί, τώρα, στο αποκορύφωμά της. Η Σελήνη καταυγάζει το σκότος.

Κάπου εκεί, «στην άπειρη οθόνη του γαληνιώντος πελάγους», η Πηνελόπη αγναντεύει στο βάθος του ορίζοντα! Την αφουγκράζομαι να δέεται «μυστηριακά καλέσματα», σε κάποια ακροθαλασσιά ή στο Ομηρικό παλάτι. Με διαπερνά η αναμονή της πολιορκημένης βασίλισσας. Ο πόθος του κορμιού που παρέμενε, λέει, ασυντρόφευτος για δέκα, ολόκληρα χρόνια.

Κι όμως, ο ίδιος αρχέγονος πόθος αλλάζει μορφές, ενσαρκώνεται μέσα μας, και μετουσιώνεται στο πιο πολύτιμο αντίδωρο, γιατί γεννά στις συνειδήσεις, εξαίσια όνειρα που θρέφουν αναρίθμητες άφθαρτες πυρκαγιές!

«Μπροστά εγώ και γύρω μου βουνά

Να μεγαλώνουν μέσα μου τ’ ηφαίστεια

Κι όταν ξεσπάσει όλη μου η φωτιά

Να μ’ αντικρίσεις πάλι στη στεριά

Με δυο μάτια ξαστεριά

Κοίτα με ξανά»

Από την επίσκεψή στο Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Πατρών κράτησα ένα ενθύμιο, μονάχα.

Τα δάχτυλα – ναι τα δάχτυλα των επισκεπτών – που υψώνονταν στον έναστρο, Ουράνιο θόλο, στην οθόνη της αιωνιότητας, αγγίζοντας τα ίχνη των ανθρώπων άλλων εποχών. Θυμήθηκα τον πίνακα του Μιχαήλ Άγγελου. Ο πρωτόπλαστος άνθρωπος… Απλώνει το χέρι στο στερέωμα, και τεντώνει το δάκτυλό ν’ ακουμπήσει το χέρι, το δάκτυλο κάποιου άλλου Θεανθρώπου.

«Έτσι γυμνοί

ήμασταν εμείς

ψέμα αν το πεις

θα ξανασυμβεί»

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Γιάννης Δημογιάννης

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Αφήστε Ένα Σχόλιο

two × three =

Simple Share Buttons