In Memoriam: Ένα αφιέρωμα στους σπουδαίους διωγμένους του Hollywood από τον Μακαρθισμό

0

blacklisted films

Στα πλαίσια της μεγάλης οικονομικής κρίσης / κραχ της δεκαετίας του ’30 στις Η.Π.Α. (Great Depression), ακόμα και στο λαμπερό Hollywood, υπήρξαν εστίες συνδικαλιστικής παρέμβασης. Μία τέτοια απετέλεσε η δημιουργία ενός συνδικάτου με την ονομασία Screen Writers Guild, στο οποίο δραστηριοποιούνταν σεναριογράφοι και συγγραφείς. Δύο μεγάλες απεργίες που κινητοποιήθηκαν από το συνδικάτο αυτό εντός Hollywood, δημιούργησαν το πρώτο μεγάλο ρήγμα μεταξύ εργαζομένων και μεγαλοπαραγωγών της κινηματογραφικής βιομηχανίας.

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, κοινός αντίπαλος ήταν ο Χίτλερ και οι Σοβιετικοί ήταν σύμμαχοι, οπότε υπήρξε μία ανακωχή, ενώ και ο Πρόεδρος Roosevelt ζήτησε από τον σκηνοθέτη Michael Curtiz το 1942 να γυρίσει μία ταινία προπαγάνδας υπέρ των συμμάχων. Όπερ και εγένετο (The Mission to Moscow, όπου πρωταγωνιστούσε ο πατέρας του σπουδαίου δημιουργού John Huston, Walter). Δύο χρόνια μετά κυκλοφόρησε και άλλη ‘’φιλοσοβιετική’’ ταινία για τα ανδραγαθήματα των Παρτιζάνων κατά τη ναζιστική εισβολή, το ‘’Days of Glory’’ του σκηνοθέτη Jacques Tourneur (γνωστού μεταξύ άλλων για τις ταινίες Cat People και Out of the past) με πρωταγωνιστή τον Gregory Peck.

Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου, η Αμερικανική Κυβέρνηση είχε πλέον απτά στοιχεία ριζοσπαστικοποίησης πολλών δημιουργών, όχι μόνο σε επίπεδο συνδικαλιστικής δράσης αλλά και στο περιεχόμενο και την εκφραζόμενη ιδεολογία τους μέσα από τα καλλιτεχνικά τους έργα.
Το 1947, μετά από αρκετά χρόνια όπου ονόματα σεναριογράφων, σκηνοθετών και ηθοποιών ακούγονταν ως ‘Μπαμπούλες’ κομμουνιστές (‘’reds’’), η ελεγχόμενη από τον Joseph McCarthy Eπιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων (HUAC) ξεκίνησε και επίσημα το ‘’κυνήγι μαγισσών’’. Το Αμερικανικό Κομμουνιστικό Κόμμα δεν βρισκόταν επίσημα στην παρανομία, αλλά είχε ήδη ξεκινήσει η σπίλωση και η συκοφάντηση προσωπικοτήτων που είχαν σχέση με το Κόμμα, ώστε να μην μπορούν να βρουν πια δουλειά.

Οι πρώτοι που προσφέρθηκαν να συνδράμουν στις εργασίες της, ήταν ο Walt Disney (γνωστός ως σπουδαίος δημιουργός cartoon, λιγότερο γνωστός ως αντισημίτης και ρατσιστής) και ο Ronald Reagan (τότε ηθοποιός και μετέπειτα Πρόεδρος των Η.Π.Α.). Έδωσαν πολλά ονόματα υπόπτων καλλιτεχνών ως κομμουνιστές και από όλα αυτά, η επιτροπή κατέληξε τελικώς σε 11. Εξ’ αυτών, μόνο ο Berthold Brecht δέχτηκε να παραστεί ενώπιον της επιτροπής και να απαντήσει στις ανακριτικές ερωτήσεις της. Οι υπόλοιποι 10 αρνήθηκαν, επικαλούμενοι την Πρώτη Τροπολογία του Αμερικανικού Συντάγματος (First Amendment), δηλαδή το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης.

Αυτοί απετέλεσαν τους Hollywood Ten, εκ των οποίων οι γνωστότεροι ήταν ο σεναριογράφος Dalton Trumbo αλλά και οι σκηνοθέτες Edward Dmytryk και Herbert Biberman.

Αντιπαραθετικά, μια ομάδα φιλελεύθερων ηθοποιών, με επικεφαλής τον Humphrey Bogart, ίδρυσαν μία επιτροπή αλληλεγγύης (Committee for the First Amendment) προς τους διωκόμενους και πήγαν για συμπαράσταση στην Ουάσινγκτον.

Οι ‘’10’’ κρίθηκαν ένοχοι με την κατηγορία της περιφρόνησης του ‘’θεσμού’’ και καταδικάστηκαν σε ένα χρόνο φυλάκισης. Όπως γινόταν πάντα σε αυτές τις καταστάσεις, κάποιοι λύγισαν και συνεργάστηκαν και κάποιοι δεν υποχώρησαν.

Ο Edward Dmytryk είναι περισσότερο γνωστός για τo πολύ αξιόλογο φιλμ νουάρ Murder, my sweet (1944). Μία κινηματογραφική μεταφορά του δεύτερου μυθιστορήματος του Raymond Chandler κλασικά με πρωταγωνιστή τον χαρακτήρα του ντετέκτιβ Μάρλοου (τον οποίον αργότερα ενσάρκωσαν και οι Humphrey Bogart και Robert Mitchum). Ο Dmytryk το 1950 έκανε δημόσια δήλωση μετανοίας: Ότι πράγματι ήταν μέλος του Κόμματος και ήταν στη διάθεση της επιτροπής να δώσει στοιχεία και για άλλα μέλη. Μετά από αυτό, η καριέρα του ξαναπήρε τα πάνω της, χωρίς ποτέ να ξαναπιάσει υψηλά καλλιτεχνικά standards.

Αντίθετα, ο Herbert Biberman μετά την αποφυλάκιση του όχι μόνο δεν συνεργάστηκε, αλλά θα λέγαμε ότι αντεπιτέθηκε καλλιτεχνικά, καθώς το 1954 σκηνοθέτησε το Salt of the Earth. Την μοναδική σημαντική ανεξάρτητη αμερικανική παραγωγή που γυρίστηκε από κομμουνιστές.

Στην ταινία Μεξικανοί και Αμερικανοί εργάτες ενωμένοι στα ορυχεία ψευδαργύρου απεργούν. Όπως δήλωσε αργότερα ο παραγωγός της ταινίας Paul Jarrico, οι δημιουργοί της ήθελαν να διαπράξουν ‘’ένα έγκλημα αντίστοιχο της ποινής’’. Η ταινία φυσικά απαγορεύτηκε στις Η.Π.Α. και διανεμήθηκε στους αμερικανικούς κινηματογράφους το 1965, αλλά προβλήθηκε και εκτιμήθηκε πολύ στην Ευρώπη.

Όσον αφορά τον Dalton Trumbo, μέλος του Κόμματος από το 1943 έως το 1948, είχε σημειώσει τεράστια επιτυχία με το αντιπολεμικό βιβλίο του ‘’Ο Τζόνι πήρε τ’ όπλο του’’ (1939), το οποίο πολύ αργότερα, το 1971, γύρισε και σε ταινία. Μετά την αποφυλάκιση του, έζησε στο Μεξικό, όπου και έγραψε 30 σενάρια ταινιών, όλα με ψευδώνυμα. Ανάμεσα τους, το πολύ καλό γκανγκστερικό Gun Crazy (1950), το βραβευμένο με όσκαρ για την ερμηνεία της Audrey Hepburn ‘’Διακοπές στη Ρώμη’’(1953) (για την οποία βραβεύτηκε και ο ίδιος στα όσκαρ του 1993), το ‘’The Brave One’’ (1956) για το οποίο πήρε όσκαρ σεναρίου με το ψευδώνυμο Robert Rich και φυσικά τον εμβληματικό ‘’Σπάρτακο’’(1960).

Ο ‘’Σπάρτακος’’ μάλιστα, απετέλεσε στην ουσία το τέλος εκείνης της σκοτεινής περιόδου, όταν ο παραγωγός και πρωταγωνιστής Kirk Douglas δήλωσε οτι ο σεναριογράφος αυτής της πολύ αγαπημένης επικής ταινίας με θέμα την εξέγερση των σκλάβων της Αρχαίας Ρώμης ήταν ο Trumbo, βγάζοντας τον πια επίσημα από την ανυποληψία και το κρυφτό. Το 1973 ο Trumbo έγραψε το σενάριο για τον ‘’Πεταλούδα’’ (Papillon), έναν ύμνο στην ελευθερία με πρωταγωνιστές τον Steve McQueen και τον Dustin Hoffman.

Ολόκληρη εκείνη τη δεκαετία του ’50, πληθώρα σεναριογράφων, σκηνοθετών και ηθοποιών υπέστησαν διώξεις, οι οποίες ανάγκασαν άλλους να εξοριστούν, άλλους να υποκύψουν και τους περισσότερους να σιγήσουν καλλιτεχνικά και γενικότερα.

Ο Jules Dassin, μέλος του Αμερικανικού Κομμουνιστικού Κόμματος από το 1930, είχε μία αξιόλογη φιλμογραφία ως σκηνοθέτης την δεκαετία του ’40, με αποκορύφωμα την τριλογία των φιλμ νουάρ: The naked city (1948), Thieves Highway(1949) και Night and the city (1950). Τα επόμενα χρόνια τον βρήκαν στην Γαλλία, όπου και το 1955 κυκλοφόρησε το αριστούργημα του, το ‘’Ριφιφί’’.

Αν θυμάμαι για κάτι αυτήν την ταινία, είναι για τα περίπου 30 λεπτά της σκηνής της ληστείας, όπου δεν μιλάει κανένας ηθοποιός και ο θεατής μένει κολλημένος στο κάθισμα του, με το σασπένς να κυριαρχεί. Με αφορμή την ταινία και τη βράβευση της, ο Ντασέν γνώρισε την ίδια χρονιά στο Φεστιβάλ Καννών την Μελίνα Μερκούρη και αργότερα την ακολούθησε στην Ελλάδα (και στη συνείδηση πολλών και στο Πασόκ).

Ο σκηνοθέτης Joseph Losey είχε ταξιδέψει το 1935 στην Σοβιετική Ένωση για να μελετήσει το ρωσικό θέατρο. Το 1946 έγινε μέλος του κόμματος ενώ το 1948 γύρισε την πρώτη του ταινία ‘’The Boy with the Green Hair’’, μία αλληγορία κατά της δαιμονοποίησης του διαφορετικού και της πάσης φύσεως mass hysteria. Αυτά ήταν αρκετά για να μπει στην μαύρη λίστα και να φύγει στην Ευρώπη, αρχικά στην Ιταλία και αργότερα στην Αγγλία. Εκεί, το 1963 σκηνοθέτησε την ταινία ‘’The Servant’’ σε σενάριο Harold Pinter.

Στην υπόθεση της ταινίας, ο φτωχός υπηρέτης Dirk Bogarde προσλαμβάνεται από τον πλούσιο νεαρό Wendy Craig και η κατάσταση θα ξωκείλει εκτός ελέγχου. Οι ταξικές αντιθέσεις και τα απωθημένα θα βγουν με μανία στο προσκήνιο, παγιδεύοντας έτσι τους 2 πρωταγωνιστές. Η σκηνοθεσία του Losey και τα μαγευτικά αυτά ασπρόμαυρα πλάνα καθώς και το περιφρονητικό μα και καταπιεσμένα θυμωμένο ύφος του Bogarde, σε στοιχειώνουν άπαξ δια παντός. Αναστάτωση και ταραχή.

Ο Charlie Chaplin χωρίς να είναι ο ίδιος οργανωμένος σε κάποιο κόμμα, έπεσε και αυτός θύμα της αντικομμουνιστικής υστερίας της εποχής. Η ταινία του ‘’Ο Κύριος Βερντού’’ (1947 – βασισμένη σε μία ιδέα του δηλωμένου Αριστερού Orson Welles, ο οποίος από το 1948 έως το 1956 βρισκόταν στην Ευρώπη) ήταν η αφορμή για να δεχτεί αρνητικές κριτικές και εμπορική αποτυχία. Σε αυτήν σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε στον ομώνυμο ρόλο ενός ξεπεσμένου μεγαλοαστού, ο οποίος απολύεται από την εργασία του στην τράπεζα και κάνει επάγγελμα του το να παντρεύεται και να δολοφονεί πλούσιες χήρες. Όταν φτάνει στο δικαστήριο, στην υπεράσπιση του λέει ότι ‘’ο ιδιωτικός φόνος καταδικάζεται αλλά οι δημόσιοι σκοτωμοί με τη μορφή των πολέμων εξυμνούνται’’. Αυτό του το αντι-ιμπεριαλιστικό κρεσέντο απετέλεσε την αιτία που τελικά τον ανάγκασε να εγκαταλείψει της Η.Π.Α. λίγα χρόνια αργότερα.

Το κυνήγι μαγισσών είχε σαν αποτέλεσμα σε όλο το φάσμα του αμερικανικού κινηματογράφου της εποχής να ψάχνουν για εννοούμενα και υπονοούμενα. Για παράδειγμα, το γουέστερν High Noon του Fred Zinnemann (1952) με πρωταγωνιστή τον δεξιότατο Gary Cooper, αγαπημένη ταινία πολλών Αμερικανών Προέδρων (Eisenhower, Reagan, Clinton), θεωρήθηκε από την Αμερικανική Αριστερά ως μία έξυπνη αλληγορία για αυτούς που υποχώρησαν στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων.

Το Invasion of the Bodysnatchers (1956) του Don Siegel (ο οποίος σκηνοθέτησε το συντηρητικότατο Dirty Harry με τονClint Eastwood – ‘’Make my day punk’’ – μα και σενάρια Αριστερών σεναριογράφων όπως του Abraham Polonsky) ήταν μία ταινία τρόμου / επιστημονικής φαντασίας για την απειλή της κανονικότητας από ‘’εξωτερικούς εχθρούς’’ και συγχρόνως θεωρήθηκε ως μία αλληγορία για την παράνοια του ψυχρού πολέμου και την καχυποψία για το πάσης φύσεως διαφορετικό.

Στην ταινία ‘’The Manchurian Candidate’’ (1962) του λάτρη των θεωριών συνωμοσίας John Frankenheimer, ο Frank Sinatra δέχεται πλύση εγκεφάλου από Κινέζους κομμουνιστές και σατιρίζεται με οξύ τρόπο η εθνικιστική ηλιθιότητα που είχε συνεπάρει τότε την αμερικανική ψυχροπολεμική κοινωνία αλλά και οι τακτικές του Μακαρθισμού. [Η τραγική ειρωνία: 2 χρόνια μετά συνέβη η δολοφονία του Κένεντι με πολλές ομοιότητες συγκριτικά με την υπόθεση της ταινίας. Ο Σινάτρα αγόρασε τα δικαιώματα της ταινίας και την απέσυρε από την κυκλοφορία, φοβούμενος την σπέκουλα που θα τον κατέστρεφε επαγγελματικά.)

Ο προαναφερθείς Abraham Polonsky ήταν ακόμα μια περίπτωση ελπιδοφόρου σκηνοθέτη, του οποίου η καλλιτεχνική καριέρα διακόπηκε και ουσιαστικά καταστράφηκε από τον Μακαρθισμό, επειδή αρνήθηκε να συνεργαστεί. Ρωσοεβραϊκής καταγωγής, μαρξιστής, μέλος του κομμουνιστικού κόμματος και εκδότης αριστερής εφημερίδας, συγκέντρωνε πάνω του όλα τα χαρακτηριστικά για να διωχθεί. Η πρώτη του ταινία, το Force of evil (1948), κατατάσσεται πια στα σημαντικότερα φιλμ νουάρ όλων των εποχών με θέμα την σχέση ανάμεσα σε δύο αδέρφια στο φόντο ενός διεφθαρμένου καπιταλιστικού συστήματος με τις τράπεζες να έχουν το ρόλο της μαφίας. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο ήταν o πρόωρα χαμένος (σε ηλικία 39 ετών) John Garfield (‘’O Tαχυδρόμος χτυπάει πάντα 2 φορές’’ – 1946), ο οποίος αρνήθηκε και αυτός να δώσει ονόματα. Ειδικά σε αυτήν την ταινία, φαίνεται κρυστάλλινα η ερμηνεία με τον τρόπο του Method Acting για πρώτη φορά, 3 χρόνια πριν τον Marlon Brando στο ‘’Λεωφορείον ο Πόθος’’, πέρα από τις πρωτοπόρες σκηνοθετικά πινελιές του Polonsky.

Ο Πολόνσκι επέστρεψε πολύ αργότερα, το 1969, με την ταινία του ‘’Ο Δραπέτης’’ και πρωταγωνιστή τον Robert Redford. Έναν ελεγειακό ύμνο στην αξιοπρέπεια, ένα χτύπημα σε κάθε λογής ρατσισμό και προπαγάνδα.

Αξιοσημείωτη είναι και η στάση του θεατρικού συγγραφέα Arthur Miller, που το 1956 παρουσιάστηκε ενώπιον της επιτροπής (συνοδευόμενος από τη Marilyn Monroe, με την οποία είχε τότε δεσμό) και αρνήθηκε να δώσει ονόματα, με αποτέλεσμα και την δική του κάθειρξη για 30 μέρες και φυσικά να μπει και αυτός στην λίστα των ‘’απαγορευμένων’’.

Αντίθετα, ο στενός φίλος του Άρθουρ Μίλερ, ελληνικής καταγωγής σκηνοθέτης Elia Kazan, μέλος του κομμουνιστικού κόμματος από το 1934 έως το 1936, ‘συνεμορφώθη’ και το 1952 έδωσε ονόματα παλαιών συντρόφων του στην επιτροπή. Αυτό του έδωσε την ευκαιρία να σώσει την καριέρα του, αλλά του στοίχισε την απώλεια φίλων του όπως ο Μίλερ και φυσικά δημιούργησε μία γκρίζα ζώνη γύρω από το όνομα του. Ενδεικτικό είναι το γεγονός στην απονομή των Όσκαρ το 1999, όπου κατά τη διάρκεια της τιμητικής βράβευσης του Καζάν, ο μισός κόσμος της αίθουσας δεν σηκώθηκε να χειροκροτήσει αλλά έμειναν παγωμένοι στις καρέκλες τους.

Για πολλούς κριτικούς και αναλυτές, το ‘’Λιμάνι της Αγωνίας’’ (1954 – 8 όσκαρ) του Καζάν αποτελεί μία δημόσια συγγνώμη απέναντι σε αυτούς που πρόδωσε. Στην ταινία, ο Marlon Brando είναι το πρωτοπαλίκαρο ενός διεφθαρμένου εργατοπατέρα (στον ρόλο ο Lee J. Cobb που και αυτός αρνήθηκε αρχικά να συνεργαστεί, αλλά τελικώς έδωσε 20 ονόματα) και το οποίο βιώνει τις συνέπειες των επιλογών του, καθώς και τις ενοχές του.

Μία απ’ τα ίδια και με τον Robert Rossen, γνωστό ως σκηνοθέτη της ταινίας ‘’The Hustler’’ (1961) με τον Paul Newman στο ρόλο ενός τζογαδόρου που σκορπάει το ταλέντο και τη ζωή του στο μπιλιάρδο και τα σφαιριστήρια. Νωρίτερα, το 1947 είχε γυρίσει το ‘’Body and Soul’’ σε σενάριο του Abraham Polonsky με τον John Garfield στον ρόλο του πυγμάχου που χάνει τις αξίες του στην αναζήτηση της επιτυχίας και του πλουτισμού. Ο Rossen αρχικά αρνήθηκε να συνεργαστεί, αλλά το 1953 έδωσε 57 ονόματα στην επιτροπή, με αποτέλεσμα να καθαρίσει το όνομα του σε αυτήν, αλλά να το βεβηλώσει για πολλούς σινεφίλ.

Γενικώς, οι ενοχές αυτών που κατέδωσαν ονόματα και κατέστρεψαν καριέρες και υπολήψεις, τους ακολούθησαν για όλη τους τη ζωή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ηθοποιός Sterling Hayden, πρωταγωνιστής σε πολύ αξιόλογες ταινίες όπως το Asphalt Jungle (1950 – John Huston), The Killing (1956 – Stanley Kubrick) και αργότερα το Long Goodbye (1973 – Robert Altman). To 1963, μετανιωμένος, δήλωσε ότι υπήρξε χαφιές και ότι κατέστρεψε ζωές δικών του ανθρώπων. Αλλά ακόμα μεγαλύτερη αξία από αυτήν του την παραδοχή, είχε ο σχετικά μικρός του ρόλος ένα χρόνο μετά στην εκπληκτική σάτιρα του Κιούμπρικ, Dr Strangelove, όπου ως παρανοϊκός αμερικανός στρατηγός καταδιώκεται από έμμονες ιδέες μήπως οι Ρώσοι εισβάλουν στις ΗΠΑ και οι αγνές Αμερικανίδες αναγκαστούν να ενώσουν τα … υγρά τους με τα μολυσμένα υγρά των Σοβιέτ.

Υ.Γ. Αφορμή γι αυτή τη μελέτη και το κείμενο που ακολούθησε, ήταν η ταινία ‘’The Front’’ (1976) με πρωταγωνιστή τον Woody Allen, την οποία παρακολούθησα πριν λίγες μέρες. Όχι τίποτα ανεπανάληπτο, απλώς εδώ ο Γούντι υποδύεται ένα ρεμάλι που αποφασίζει να βοηθήσει απαγορευμένους από την Επιτροπή συγγραφείς με το αζημίωτο. Εκείνος είναι η βιτρίνα που υποτίθεται ότι γράφει τα σενάρια, αλλά στην πορεία καταλαβαίνει ότι πρόκειται για ένα πολύ πιο σοβαρό ζήτημα απ’οτι το νόμιζε και φυσικά εκεί κάπου μπλέκει η φιλία και ο έρωτας: Έρχεται κοντά με έναν ηλικιωμένο ηθοποιό, τον οποίο θέλουν να ξαποστείλουν λόγω φρονημάτων και ερωτεύεται μια νεαρή εργαζόμενη στο κανάλι, η οποία αηδιάζει από τις τακτικές του Μακαρθισμού και όταν αποκαλύπτεται η ταυτότητα του, αυτός πρέπει να διαλέξει: Τους φίλους και τo κορίτσι ή την προδοσία και τα λεφτά. Χωρίς ο ίδιος να είναι κομμουνιστής, τελικώς αρνείται να δώσει ονόματα.

Στους τίτλους τέλους ήρθε η συγκινητική έκπληξη, αφού οι συντελεστές της ταινίας ήταν άνθρωποι που είχαν διωχθεί 25 χρόνια πριν και συγκεντρώθηκαν ξανά για να αφήσουν ένα όμορφο έργο και τέχνης, μα κυρίως μνήμης.

Πρώτη Δημοσίευση: Ya Basta

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Johnny Brokovich

Μόνιμα αγανακτισμένος, σπάνια ψύχραιμος. Πρώτα πληκτρολογώ και μετά σκέφτομαι. Πασχίζω να ενθουσιαστώ, καταπιέζομαι να μην λογομαχήσω. Θέλω να με διαβάζουν, δεν με απασχολεί να συμφωνούν. Στα σινεμά ξεχνιέμαι.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

11 − nine =

Simple Share Buttons