Η ταξική δομή της ελληνικής κοινωνίας

0

labour-class

Από τον Σίμο Ανδρονίδη

Το Ινστιτούτο Εργασίας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ), κυκλοφόρησε μία πολύ σημαντική μελέτη με τίτλο ‘’Η ταξική διάρθρωση και η θέση της εργατικής τάξης στην ελληνική κοινωνία’’.[1] Σε αυτή τη μελέτη, λαμβάνει χώρα μία προσπάθεια χαρτογράφησης της ταξικής δομής του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού με βασικούς μαρξιστικούς όρους. Η σημαντικότητα της παραπάνω μελέτης-έρευνας έγκειται στο ότι ‘παρακολουθεί’ τις εξελίξεις στο χώρο και στο ‘χρόνο’, ήτοι τις εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα εντός της θεμελιώδους  κεφαλαιοκρατικής δομής.

Εντός του όλου της οικονομικής-κεφαλαιοκρατικής κρίσης, οι κοινωνικές τάξεις και μερίδες τάξεων αναδιατάσσονται και «ανασυγκροτούνται», ως απόρροια μίας διαχείρισης-εγκάρσιας ρήξης η οποία και επενεργεί στο εσωτερικό του συγκεκριμένου κεφαλαιοκρατικού σχηματισμού.

Πραγματικά, εντός του πλαισίου της ιδιαίτερης όσο και συγκεκριμένης χωροχρονικής «μήτρας» επιτελούνται δομικές μεταβολές που προσδιορίζουν εκ νέου, με έναν διττό τρόπο (αλυσιτελή & ολοκληρωμένο), κοινωνικές τάξεις, που αναπαράγουν με έναν έντονο τρόπο μορφές και πλέγματα του ταξικού ‘είναι’, μεταβολές που δεν «εδαφικοποιούν» απλά  εγκάρσιες ρηγματώσεις,  αλλά μετασχηματίζονται οι ίδιες σε υπέργεια ρηγμάτωση: ρηγμάτωση που μας δίνει το περίγραμμα του σύγχρονου  ελληνικού καπιταλισμού, που ως «ασθενής» δύναται να «περάσει» στο στάδιο της διαρκούς «ίασης».[2]

Οι συγγραφείς του τόμου επισημαίνουν ότι:

«Η μαζικότερη, με όρους ποσοστού στη συνολική απασχόληση κοινωνική τάξη, είναι η παραδοσιακή μικροαστική τάξη, η οποία μάλιστα εμφανίζει αυξημένο ποσοστό στη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου: από 21,36% το 2006 σε 24,77% το 2014. Ακολουθούν με μικρές διαφορές ως ποσοστά στη συνολική απασχόληση κατά τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζεται (σ.: 2006-2014), η νέα μικροαστική τάξη (του ΚΤΠ και του κρατικού μηχανισμού και η εργατική τάξη (που συγκροτείται είτε στις ιδιωτικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις είτε στις κρατικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις). Η καπιταλιστική τάξη ως σύνολο επίσης μειώνεται στην υπό εξέταση περίοδο ως ποσοστό στη συνολική απασχόληση: από 1,32% το 2006 έπεσε στο 0,94% το 2014. Τέλος, η ανώτερη κρατική γραφειοκρατία είναι η μικρότερη κοινωνική τάξη, ως προς το ποσοστό της επί της συνολικής απασχόλησης, το οποίο και φθίνει ελαφρώς την εξεταζόμενη περίοδο: από 0,28% το 2006 μειώθηκε στο 0,27% το 2014».[3]

Οι συγγραφείς επίσης αναφέρονται και στην ύπαρξη μίας «νόθας» εργατικής τάξης, που, αποτελεί μία ιδιαίτερη εκφορά ενός ‘Υβριδικού Τρόπου Παραγωγής (ΥΤΠ), μία ιστορική «μήτρα» που εγκολπώνεται στο πλαίσιο του αμιγούς Καπιταλιστικού Τρόπου Παραγωγής (ΚΤΠ).[4]

Όμως, θεωρούμε πως αυτό που αποκαλείται «νόθα εργατική τάξη», δύναται να επικοινωνήσει με την καθαυτό εργατική τάξη, στο βαθμό που αφενός μεν που το ιστορικό υβρίδιο-τομή καθορίζεται σε σχέση και υπό τον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής (κεφαλαιοκρατικό), αφετέρου δε από τη κεντρική διαδικασία μετατροπής του «υβριδικού» κεφαλαίου σε αξία χρήσης, σε εμπόρευμα, σε απόσπαση κέρδους. Αυτές οι τάξεις δεν αποτελούν μία ενιαία δομή, αλλά μια πολλαπλότητα διαφορετικών οντοτήτων.

Την ιστορική περίοδο που διανύουμε, παρατηρείται η πολιτική-κομματική σύγκλιση στο πεδίο της κυβερνησιμότητας-διαχειρισιμότητας: πολιτικά κόμματα συγκλίνουν «ανασυγκροτούνται ως ‘φορείς στην κυβέρνηση’, (και με συγκεκριμένες αποκλίσεις), επανεγγράφουν στα χαρακτηριστικά τους: από τη μία πλευρά  τον ‘δομικό ευρωπαϊσμό’, που, σε αυτή την περίπτωση ορίζεται ως πρόσδεση, ως σωτηριολογική λύση, (το περίφημο τέλος της ιστορίας αναβάλλεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και της Οικονομική & Νομισματικής Ένωσης), ως περαιτέρω ενσωμάτωση στον ευρωπαϊκό καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας. Από την άλλη πλευρά, ένας ‘βαθύς’ μεταρρυθμισμός τίθεται στην προμετωπίδα του πολιτικού-ιδεολογικού λόγου και της δράσης των πολιτικών κομμάτων: η ελληνική οικονομία χρειάζεται δομικές μεταρρυθμίσεις (structural reforms), μεταρρυθμίσεις ‘αναγκαίες’, μεταρρυθμίσεις που συμπυκνώνουν την ίδια την έννοια της κρίσης: και εντός αλλά και εκτός κρίσης-ύφεσης, η ελληνική οικονομία χρειαζόταν μεταρρυθμίσεις άρσης των δομικών της στρεβλώσεων που την καθιστούσαν το τελευταίο «οχυρό» της οπισθοδρόμησης στην Ευρώπη. Επρόκειτο για μία άρθρωση της «κοινής μας μοίρας»: ακόμη και αν δεν υπήρχε, το μνημόνιο θα έπρεπε να εφευρεθεί ως τομή, ως μεταβολή των θεμελιωδών στοιχείων του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού.

Η διαχείριση της οικονομικής κρίση εν  Ελλάδι[5] άπτεται της ίδιας της διαδικασίας κοινωνικής-ταξικής αναπαραγωγής, επιφέροντας αναδιαρθρώσεις και μεταβολές, μία ‘συνέχεια’, ή μία διαμόρφωση του πλαισίου για την απόσπαση (με βάση κλάδο παραγωγής) απόλυτης υπεραξίας. Ο καπιταλισμός, μέσα από ρήξεις και κρίσεις, μέσα από το μπλοκάρισμα της παραγωγής δύναται να εξελίσσεται με έναν τρόπο που αναδύει στη «σκηνή» «νέα» παραγωγικά υποκείμενα που διαθέτουν συγκεκριμένη ισχύ, εκεί όπου πλέον χάσματα (ακόμη και εσωτερικό των κοινωνικών τάξεων) διευρύνονται με ρυθμούς που προσδιορίζει η ρύθμιση της κυκλοφορίας του κεφαλαίου, η διαδικασία-λειτουργία της συσσώρευσης.

«Το κεφαλαιοκρατικό προτσές παραγωγής, εξεταζόμενο στη συνάρτηση του ή σαν προτσές αναπαραγωγής, παράγει επομένως όχι μονάχα εμπόρευμα, όχι μονάχα υπεραξία, παράγει και αναπαράγει την ίδια τη σχέση του κεφαλαίου, από τη μια μεριά τον κεφαλαιοκράτη και από την άλλη τον μισθωτό εργάτη».[6]

Το πεδίο παραμένει το ίδιο, ο χρόνος πυκνώνει, εξελίσσεται, τα συλλογικά υποκείμενα βιώνουν. Σαν τη λογοτεχνία που μετρά τον χρόνο με λέξεις-νοήματα, ο καπιταλισμός ρυθμίζει την ίδια την έννοια του χρόνου, προσδίδει έρμα στις συλλογικότητες που αναπτύσσουν τη δράση τους, είναι τρόπος παραγωγής που νοείται ως «Μορφή της ζωής».[7]

Η πάλη των τάξεων συνεχίζεται. Είναι αυτό που λέει ο ποιητής (Διονύσιος Σολωμός): «Κρυφαναβρύζει τρίσβαθο κι εχόρταινε τη χτίση»,[8] τον κόσμο-δομή ως μονάδα και ως ολότητα, από την βύθιση στην απελπισία στη θέσπιση του στόχου, στην πάλη για τη δομική μεταβολή. Η ιστορία, το ιστορικό προτσές ανακύκλησης προσώπων και παραγόντων δεν ακολουθεί μία γραμμική, μεταφυσική, αέναη και δίχως κύκλους και ρήξεις, πορεία.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ το θέτει ως εξής: «Όμως η ιστορία δεν αναμένει υπομονετικά μέχρι οι πιο καθυστερημένες χώρες και στρώματα να φτάσουν τα πιο προχωρημένα, έτσι που να μπορούν όλοι να κινηθούν μαζί σε συμμετρικούς σχηματισμούς και σφιχτοδεμένες φάλαγγες».[9] Το τέρμα του δρόμου και η πορεία προς αυτό δύνανται να αλλάξουν.

 

[1] Ολόκληρη η μελέτη διαθέσιμη στο: ineobservatory.gr

[2] Μπαίνουμε στον πειρασμό να μιλήσουμε με όρους μίας αισθητής «ιατρικοποίησης» του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι. Η εγκάρσια τομή στο πάσχον σώμα, είναι η ίδια η τομή-ρήξη στο status, στις συνθήκες αναπαραγωγής, στο «σώμα» του συλλογικού εργαζόμενου.

[3] Βλέπε σχετικά τη μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ με τίτλο ‘’Η ταξική διάρθρωση και η θέση της εργατικής τάξης στην ελληνική κοινωνία’’, σελ. 173-176. Η συγκρότηση και η αναπαραγωγή της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης διαθλάται στο εσωτερικό ενός συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής (κεφαλαιοκρατικού): λόγω θέσης, κοινωνικής ιεράρχησης και ιδεολογικών προσλαβανουσών, η παραδοσιακή μικροαστική τάξη ‘υπερπροσδιορίζεται’ και ‘υποπροσδιορίζεται’ συνάμα προς και σε συσχέτιση με τις δύο θεμελιώδεις τάξεις της καπιταλιστικής ιστορικής «μήτρας»: την αστική και την εργατική τάξη. Τα ειδικά της ‘κρόσσια’, το πλαίσιο της περιλαμβάνει μηνύματα-τάσεις: η κίνηση της καθορίζεται από την αναπαραγωγή του τρόπου παραγωγής, τις κρίσεις του, από το πως αντανακλάται η ιδεολογική διαπάλη στο εσωτερικό της, από το πως «ρίχνεται», αποκρυσταλλώνεται στην πολιτική σκηνή. Είναι ο «ωκεανός της μικρής παραγωγής» του Λένιν, η τάξη-στήριγμα (τάξεις-στηρίγματα) του Νίκου Πουλαντζά. Αναφέρει  ο Νίκος Πουλαντζάς: «Το Κράτος, μέσο μιας σύνθετης ιδεολογικής διαδικασίας, επωφελείται απ’ την ανικανότητα πολιτικής επιβεβαίωσης αυτών των τάξεων (των τάξεων-στηριγμάτων), εξ αιτίας της θέσης τους μέσα στην παραγωγική διαδικασία- αντίθετα με την εργατική τάξη, για την οποία συντελείται η κοινωνικοποίηση της διαδικασίας της εργασίας: το Κράτος εμφανίζεται συχνά άμεσα σαν ο πολιτικός αντιπρόσωπος των συμφερόντων της μικρής παραγωγής». Βλέπε σχετικά, Πουλαντζάς Νίκος, ‘Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις’, Τόμος Β’, γ’ έκδοση, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1982, σελ. 155. Θα έπρεπε να υπάρξει μία περισσότερο εκτενής αναφορά στον ποιοτικό ρόλο της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης καθώς και στις μεταβολές που έχουν επέλθει στο εσωτερικό της στο προτσές του χρόνου-κρίσης-πολιτικής.

[4] Η ύπαρξη «πεπαλαιωμένων» τρόπων παραγωγής στο εσωτερικό ενός κυρίαρχου τρόπου παραγωγής ισοδυναμεί και με την ιδιότυπη λειτουργία αυτού που θα αναφέρουμε ως «κτήση του καθρέπτη»: η λειτουργία του ‘μέγακαπιταλιστή’, αντανακλά κοινωνικά και ιδεολογικά στο ‘μικροκαπιταλιστή’, ο οποίος βλέπει δυνητικά τον εαυτό του ως ‘μεγάλο’, και, (μέσω και της διαμεσολάβησης των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους), ως ‘ισχυρό’. Η ιδεολογία, η ιδέα της αέναης προόδου χαρακτηρίζει τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής.

[5] Ένα σημαντικό στοιχείο: «Στην Ελλάδα, το 1% συγκεντρώνει το 56,1% του εγχώριου πλούτου». Βλέπε σχετικά, ‘Το 1% των Ελλήνων κατέχει το 56% του πλούτου της χώρας’, TVXS, 16/10/2014, tvxs.gr/news. H ανισοκατανομή του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου αποτελεί έναν δείκτη των εντεινόμενων ταξικών αναδιαρθρώσεων. Ισούται με τις διεργασίες που συντελούνται στο εσωτερικό των κοινωνικών τάξεων, με τις εκκαθαρίσεις και αποστοιχίσεις  να γίνονται τόπος πρόσληψης του νοήματος της κρίσης. Δεν επρόκειτο για έναν τούρμπο-καπιταλισμό αλλά για έναν καπιταλισμό εν συνόλω, που διαμορφώνει τους όρους για την ανάδυση και την αποκρυστάλλωση πολλαπλών χώρων επισφάλειας. Δεν είναι η εικόνα του μέλλοντος, είναι η εικόνα του τώρα, που διαβλέπει στους πρόσφυγες τα «απομεινάρια» ενός ανατολίτικου δεσποτισμού.

[6] Βλέπε σχετικά, Μαρξ Καρλ, ‘Το Κεφάλαιο’, Τόμος Πρώτος, Μετάφραση: Μαυρομμάτης Παναγιώτης, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1978, σελ. 599.

[7] Βλέπε σχετικά, Μιχαήλ Σάββας, ‘HOMO POETICUS’, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2006, σελ. 10.

[8] Αναφέρεται στο Μιχαήλ Σάββας, ‘HOMO POETICUS…ό.π., σελ. 109.

[9] Βλέπε σχετικά, Λούξεμπουργκ Ρόζα, ‘Μαζική Απεργία, κόμμα, Συνδικάτα,’ Εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Μετάφραση: Πίττας Γιώργος, Αθήνα, 2014, σελ. 100.

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Σίμος Ανδρονίδης

Ο Σίμος Ανδρονίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες. Εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα σχετίζονται με τη θεωρία των πολιτικών κομμάτων, τη θεωρία του κράτους, τα εργατικά συνδικάτα, τη μελέτη του φασισμού-ναζισμού. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης και του Δικτύου Ανάλυσης Πολιτικού λόγου.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

nine − 6 =

Simple Share Buttons