Η Μακρόνησος όπως την έζησε ο Μενέλαος Λουντέμης

0

λουν

Όποιος δεν έχει διαβάσει  την τριλογία «Σαρκοφάγοι» (Το κρασί των δειλών, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, Ο άγγελος με τα γύψινα φτερά), να το κάνει ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ! Κι όποιος την διάβασε, να την ξαναδιαβάσει και να την ξαναδιαβάσει και να την ξαναδιαβάσει…! Είναι από τα συγκλονιστικά εκείνα βιβλία εκείνα που σε σημαδεύουν για πάντα και σου αλλάζουν την ζωή…

…………………………………………..

(Θα ζήσω να τα φωνάξω όλα αυτά;  Θα ζήσω για να πω… κι αν ζήσω θα μπορέσω να ιστορήσω τα ανιστόρητα;).

[…]

1.

Η επέλαση υπήρξε κι εδώ απότομη, φουρτουνιασμένη. Τα ουρλιαχτά ξεκίνησαν απ’ όλα μαζί τα σημεία του ορίζοντα. Φαίνεται ότι είμασταν περικυκλωμένοι από νωρίς πριν ακόμη δοθεί το σύνθημα. Και δεν το καταλάβαμε.

Η ορμή τους όμως ήταν ατιθάσευτη. Δεν θα αντέχαμε κι αν είμασταν πέτρινοι. Δεν είχαμε κι από πού να φυλαχτούμε. Κεφάλια, κόκκαλα, έτριζαν σπάζοντας… Κραυγές ανακατώνονταν με ουρλιαχτά. Μέσα στην παραζάλη χαθήκαμε μεταξύ μας. Ένα ρόπαλο σφύριξε δίπλα μου, βρήκε το γερο-πατέρα. Ώσπου να τρέξω να τον στηρίξω ένοιωσα στη ράχη μου δυό χτυπήματα τόσο βαρειά που νόμισα πως έπεσαν απάνω μου ολόκληρα σπίτια… «Παιδί… παιδί…» άκουσα μόνο να παραδέρνει μέσα στη θύελλα η φωνή του μπάρμπα-Γιακείμη. «Μην πέφτετε! ξεφώνιζε κάποιος σαν τρελλός. Μην πέφτετε… Θα σας σπάσουν τα κεφάλια με τις αρβύλες!!» Δοκίμασα να σηκωθώ… Κάποιος μούδινε ένα χέρι. Κατόπι ένοιωσα να το χάνω. Είχε πέσει. Δοκίμασα να τον σηκώσω. Έπεσα κι εγώ. Τα ουρλιαχτά γύρω μου κορυφώνονταν. Από πού έπνεε αυτό το μίσος; «Θα πεθάνετε όλοι! Όλοι!… Όλοι!… Όλοι!Πραγματικά τώρα πια η μόνη μας ελπίδα ήταν να πεθάνουμε…

[…]

2.

Δυό αξιωματικοί παρήλασαν απ’ τη φάλαγγα ρωτώντας ένα όνομα. Τάκουσα ξεκάθαρα. Ήταν το δικό μου. Ο διπλανός μου πήγε να πει «εδώ είναι». Τούκλεισα το στόμα. Ξαναπέρασαν άλλη μια φορά, ξαναρώτησαν πιο επίμονα.

Δεν απάντησε κανείς.

-Δεν είναι ούτε δω… είπε ένας απ’ τους δυο. Θα είναι παραπίσω. Πάμε. «Φάλαγξ!! Εμπρός μαρς!»

Αλήθεια… Τι με ήθελαν; Δεν ήταν ούτ’ ένας απ’ αυτούς τους συμπονετικούς που μούπαν τα παιδιά. Αυτοί τώρα κάτου θα τρελαίνονται ή θα κλαίνε. Ήταν από κείνους που είχαν το γενικό πρόσταγμα της βραδυάς.

-Σε γύρευαν απ’ την αρχή της βραδυάς… άκουσα να μου λέει ο διπλανός μου. Εγώ νόμιζα ότι σε βρήκαν.

-Ποιο είναι τόνομά σου φίλε μου, τον ρωτώ.

-Μήπως θα ζήσουμε για να το θυμάσαι; Ντίνου, δάσκαλος, απ’ την Ήπειρο.

Τώρα πια έγινε φανερό. Ώστε με ζητούσαν απ’ την αρχή. Όλα ήταν καθαρά: Δεν ήθελαν να δ ω. Ίσως και να μη σκοτωθώ, και τους βάλω σε μπελάδες. Και κατηγορηθούν μετά για «δολοφόνοι». Σάματι οι δήμιοι είναι άγγελοι και μόνο σαν σκοτώνουν συγγραφείς είναι δολοφόνοι. Αργότερα διαπίστωσα ότι η εξαίρεση δεν αφορούσε μόνο εμένα. Ήταν γενική για όλους της κατηγορίας μου. Εγώ «παρεισέφρησα». Ίσως από λάθος τους, ίσως από πείσμα μου απέτυχαν.

[…]

3.

Μας ρίξανε μέσα με κλωτσιές. Ο διάδρομος ήταν σκοτεινός. Σταματήσαμε μπρος σε μιαν άλλη πόρτα. Ένας απ’ τους συνοδούς χτύπησε με τη μαγγούρα. Τα δυο θυρόφυλλα άνοιξαν με πάταγο… Ένα δυνατό άσπρο φως μας έλουσε. Το σκηνικό ήταν λιτό, σκληρό.  Από πάνω δυο χοντρά δοκάρια απ’  όπου κρέμουνταν μερικά θύματα γεμάτα αιματώματα. Ένα καζάνι κρύο νερό ήταν έτοιμο για το ξελυγοθίμισμα. Πιο πέρα ένα καζάνι με βραστό νερό για τα ξεφλουδίσματα. Και γύρω-γύρω οι μισόγυμνοι δήμιοι με λυσσασμένα χαρακτηριστικά παίζανε ασταμάτητα με κάτι συρματόσκοινα. Στα δεξιά ένας μακρόστενος μπάγκος με ένα μπρίκι για καφέ και πέντε στίβες με «δηλώσεις μετανοίας».

Μόλις εμφανίσθηκε η δεκάδα μας έδωσε αμέσως διαταγή να μας υποδεχθούν με τιμητικά μαστιγώματα. Αλλά πού; Πάνω στα ανυπεράσπιστα κορμιά των κρεμασμένων!

Αυτό πούνοιωσα ξαφνικά ήταν πιο δυνατό απ’ τη ζωή μου… Και γι’ αυτό την ξέχασα. Κοίταξα πρώτα τα θύματα, ύστερα τους δημίους, όλην αυτή την κολασμένη ορχήστρα… Και το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι μου. Με μια φωνή που μόλις ξεχώρισα πως ήταν δική μου εξακόντισα καταπάνω στο «μαέστρο» της βραδυάς όλα τα επίθετα που μου ήρθαν στο στόμα. Όλους τους χαρακτηρισμούς που μάζευα απ’ την αρχή των παθών.

Ο μισοτρίβος  Αρχιδήμιος απόμεινε σα να κεραυνοβολήθηκε. Πρασίνισε… Άφρισε… Έψαξε για πιστόλι.. Ύστερα τάφησε κι έψαξε για λόγια. Δεν έβρισκε. Τότε άρχισε να βαδίζει, να βαδίζει… να βαδίζει. Τέλος κάτι άρχισε να αρθρώνει.

-Σε δυο λεπτά… είπε χλωμός ψελλίζοντας… σε δυο λεπτά θα πάψεις να μιλάς.

-Δε θα χρειαστεί κανένα λεπτό. Και η περιφρόνησή μου πάει πολύ. Τι περισσότερο μπορείς να μου κάνεις; Λέγε! Πέρα απ’ το να με σκοτώσεις, τι άλλο μπορείς να μου κάνεις;

Άρπαξε να καταξεσκίσει το ρούχο του.

-Ποιος είν’ αυτός; ξεφώνισε ουρλιάζοντας. Ποιος είν’ αυτός που τόλμησε; Ποιος; Τόνομά του! Γρήγορα τόνομά του!

Ένας λοχίας το είπε.

Ο αρχηγός δεν τον άφησε να τελειώσει.

-Αα… Ώστε ήρθες, ε; Ήρθες να δεις! Να καταγράψεις! Ε;

-Ήρθα να πεθάνω.

-Να πεθάνεις; Καλά πέθ… θα πεθ… Ώστε ήρθες για να…

-Είπα: Για να πεθάνω. Τι κατάντημα είν’ αυτό για ένα δήμιο να μην μπορεί να προφέρει μια «επαγγελματική» λέξη!

Στους προλόγους κ. Συγγραφέα! Στους προλόγους! Μάταια ελπίζεις στον επίλογο. Θα κάνω ό, τι οφείλω. Αλλά πρώτα θα κάνω ό, τι επιθυμώ! Πρώτα θα σου αποδείξω την ασημαντότητά σου. Ναι. Θα αποδείξω ενώπιον όλων ότι είσαι ασήμαντος. Ότι σε αγνοούν! Όλοι!!

Στράφηκε στου δήμιους του:

-Ε, σεις! Απαντήστε του! Εσύ λοχαγέ Μακρυγιάννη!… Κι εσείς οι άλλοι αξιωματικοί… Είσθε όλοι αξιωματικοί μορφωμένοι. Τον ξ έ ρ ε τ ε τον κύριο αυτόν;  Άκουσε κανείς ποτέ αυτό τόνομα;

-Μπρρρ!… κάνανε περιφρονητικά όλοι.

-Ορίστε!… ξεφώνησε θριαμβευτικά. Απ’ όλους μόνο ένας, μόνον εγώ σε ξέρω.

-Θα ήταν αφύσικο να με γνωρίζουν αυτοί, του λέω.

-Και ποιοι τάχα θα πρέπει να σε γνωρίζουν;

-Οι ά ν θ ρ ω π ο ι!…

Άρχισε ξανά να πηγαίνει νευρικά απ’ τη μια άκρη του πάγκου στην άλλη. Το κορμί του όλο κλονίζονταν από σπασμούς.

-Καφέ!… ούρλιαξε σε κάποιον σα να τον έβριζε. Ε συ!… ρωτά τον γιατρό. Εσύ, τον γνωρίζεις; Στάσου. Και πρώτον πώς ονομάζεσαι;

-Νηφόρος Δημήτριος.

Τον γνωρίζεις;

-Και τον τιμώ.

-Λιανίστε τον!

Ως δέκα πέσανε απάνω του. Μετά στράφηκε στο δάσκαλο.

-Κι εσύ; Τον ξέρεις;

-Και τον διδάσκω στα παιδιά μας.

-Πάρτε τον κι αυτόν. Πάρτε τον να τον θάψετε έξω! Ακόμη κείνος ο καφές;

-Έτοιμος κ. λοχαγἐ…

Τον πήρε, τον ρούφηξε, κάηκε, τον πέταξε…

Κατόπιν στράφηκε στους υπόλοιπους της δεκάδας μας και τους άρχισε ένα λογίδριο σαχλό, λυρικό, με κάτι νερόβραστα βιμπράτα.

-Ακούστε, τους λέει. Εσάς εγώ σας συμπαθώ… Όλους. Αλλά πέραν αυτού και σας λυπάμαι. Ναι σας συμπονώ. Σας συμπονώ διά την άχαρη τύχη να είσθε στην ίδια φάλαγγα με έναν φαρμακευτή. Η στωμυλία του θα πληρωθεί με αιώνια σιωπή… Εσάς… όμως, εσάς δεν σας εκάλεσα εδώ για να σας τιμωρήσω. Όχι. Σας εκάλεσα διά να σας αμείψω. Διότι είσθε θύματα, θύματά του. Έντιμοι χειρωνάκτες και είλωτες των αγρών. Πώς να υψώσω χέρι κατεπάνω σας; Από σας να ζητήσουμε δηλώσεις; Εμείς; Όχι. Θα φύγετε από εδώ τιμημένοι. Αλλά αφού πρώτα επιτελέσετε ένα ιερό χρέος. Το χρέος που έχετε απέναντι στον ίδιο σας τον εαυτό! Να φτύσετε καταπρόσωπο αυτόν τον άνθρωπο. Προσέκτε. Αν αρνηθήτε… Ιδού τι σας περιμένουν. Τα μαρτύρια. Αλλά είμαι πεπεισμένος ότι δε θα λάβετε. Δεν θα με υποχρεώσετε να σας τα δώσω. Λοιπόν ένας-ένας να περνά, να τον φτύνει, και κατόπιν να προχωρεί και να ανεβαίνει εις το πλοίον για το σπίτι του. Χωρίς δηλώσεις, χωρίς ταπεινώσεις, χωρίς διασυρμούς. Μια φτυσιά προς τιμήν σας και προς ατίμωσίν του. Και τώρα εμπρός! Πέρασε συ ο πρώτος. Άφησε τη δήλωση κ. Μακρυγιάννη. Δεν θα κηλιδώσουμε το ιερό χέρι ενός εργάτη. Πέρασε αγαπητέ μου. Έτσι. Φτύσε. Πλήρωσε και φύγε!

Έσυραν έναν αδύνατο, τυραγνισμένον άνθρωπο. Τον φέρανε μπροστά μου πρόσωπο με πρόσωπο.

-Έλα, του φώναξε ο Ξηρουχάκης.

Έκλεισα τα μάτια… Όλη η ζωή μου πήγαινε χαμένη. Αφού δεν μπόρεσα να κερδίσω την ψυχή αυτουνού, που για χάρη του τάφησα όλα.

-Φτύστον! ξανάπε ο Ξηρουχάκης πιο αυστηρά.

(Τι αξία είχε μια φτυσιά μπροστά στη ζωή που του δίνουν πίσω; Μπροστά στη λευτεριά που του χαρίζουν;).

-Φτύστον είπα! ξαναφώναξε ο Αρχηγός.

Κοίταξα άλλη μια φορά τον άνθρωπο που έσυραν μπροστά μου.

-Σε συγχωρώ… του λέω.

Ο άνθρωπος μ’ ένα ξαφνικό ξέσπασμα στράφηκε κατά τον αρχιβασανιστή χωρίς παράπονο, χωρίς επίπληξη, ήμερα.

-Σκοτώστε με… του λέει. Δεν το κάνω.

Ο Ξηρουχάκης ζαλίστηκε. Είπε με πάνινα χείλη:

-Ο άλλος…

-Σκότωσέ με! είπε κι ο άλλος. Δεν το κάνω.

-Εσύ;

-Σκότωσέ με.

Ο Ξηρουχάκης δάγκασε τα χείλη του ως το μάτωμα. Ύστερα στράφηκε κατά τους σμπίρους του:

-Να κατασπαραχθούν όλοι! φώναξε. Κατόπι δείχνοντας εμένα! Θα του μάθω εγώ και ρητορεία και γυμναστική που θα την θυμάται ως την λίγη ώρα που έχει ακόμα να ζήσει.

Τόλεγε μ’ ένα ύφος που θα διάβαζες απάνω του τον οίκτο… ένα βαθύ οίκτο για τον εαυτό του. Μια αμηχανία, ένα θλιβερό κατάντημα.

[…]

4.

Η πόρτα μας ξαφνικά σκοτείνιασε. Ένας όμιλος από παράταιρους ανθρώπους… Δημοσιογράφοι, εκφωνητές, απεσταλμένοι του ξένου τύπου, αντιπρόσωποι του ΟΗΕ.

Έγινε φως! Να ποια έννοια είχαν οι γαλιφιές, οι τσαλαπετεινισμοί, και τα μειδιάματα.

Οι ξένοι μας έδωσαν με πόνο το χέρι. Κάτι κυρίες που ήταν μαζί έβγαλαν τα μαντηλάκια τους. Πραγματικά. Η θέα μας ήταν τρομακτική… Σκιές ντυμένες με χωματόχρωμα ταλαιπωρημένα ρούχα… Ο «Παρθενώνας» τους έγινε Μπούχεμβάλντ.

-Διετάχθην να σας χρησιμεύσω ως Διερμηνέας, μας λέει γλυκά ο συνοδός μας-αξιωματικός.

-Ευχαριστούμε. Εξυπηρετούμεθα μόνοι μας.

Ένας απ’ τους ξένους φαίνεται ότι κάτι μυρίστηκε.

-Είναι με την έγκρισή σας ο κύριος εδώ; μας ρωτά γαλλικά.

-Χωρίς την έγκρισή μας.

-Παρακαλούμε να αποσυρθεί, λέει ευγενικά.

-Είμαι ο Διερμηνέας τους.

-Οι κύριοι μιλούν γαλλικά.

-Τότε να μείνω για τα αγγλικά.

-Τα μιλά ο κ. Φωτιάδης , επεμβαίνω εγώ.

Όπως βλέπετε… η παρουσία σας, κύριε, είναι περιττή, του λέει ο ξένος και με γαλατικήν αβρότητα του δείχνει την πόρτα.

Δεν ήταν πιο περίλυπος ο Αδάμ την ώρα που τον εξώσανε απ’ τον παράδεισο απ’ τον συνοδό-αξιωματικό μας. Σε λίγο άρχισε η «ανάκριση». Η καλοπροαίρετη, χωρίς παγίδες και στρεψόδικα κλωθογυρίσματα. Μας είπαν, στην αρχή, πως ήρθαν προσκεκλημένοι απ’ τον ανώτερο Διοικητή για να παρακολουθήσουν τη διεξαγωγή των εκλογών. Αλλά στο περιθώριο της δραστηριότητάς τους ζήτησαν νάχουν μια συνάντηση μαζί μας πρώτα για να δουν ό, τι γίνεται και δεύτερο να πάρουν από πρώτο χέρι μια εικόνα της ογδόης Δεκεμβρίου.

Τους δώσαμε την εικόνα. Ακριβώς με τα χρώματα που την ζήσαμε. Αλλά εσύ καλέ μου αναγνώστη την ξέρεις, την έζησες μαζί μου και δεν χρειάζεται να την διαβάσεις. Εξάλλου βιάζομαι. Βιάζομαι να φύγω απ’ αυτή τη μέρα, απ’ αυτόν τον τόπο. Βιάζομαι να ξαναγυρίσω στη ζωή. Αν υπάρχει πια για μένα ζωή, κι αν θα με γνωρίσει, αν θα με δεχθεί ανάμεσά της, ή θα με ξεπεράσει και θα φύγει.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Ο άγγελος με τα γύψινα φτερά (Σαρκοφάγοι ΙΙΙ)

……………………………………

Στην παραπάνω φωτογραφία, όπου εικονίζεται κάτω αριστερά ο Μενέλαος Λουντέμης, είναι από εδώ:

 

Πηγή

 

 

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

13 + nine =

Simple Share Buttons