Από την Ελένη Μαυρομάτη

Το γεγονός ότι η σύγκρουση ‘‘Βενιζελισμός-Αντιβενιζελισμός’‘, άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμα της στην ελληνική πολιτική ζωή, αποτελεί κοινή παραδοχή. Τα δύο στρατόπεδα που μονοπώλησαν το πολιτικό και κοινωνικό πεδίο τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, διαμόρφωσαν τον προσανατολισμό τους, γύρω από τον ‘‘διαφορετικό’‘ σεβασμό στον βασιλιά-με την έννοια της διαφορετικής βλέψης όσον αφορά τον ρόλο του-και τη βασιλική λατρεία, το Έθνος και το Κράτος.

Η δεκαετία του ’30, ήταν αυτή των μεγάλων αλλαγών. Η μεγάλη οικονομική κρίση του ’29, σε συνδυασμό με την εκλογική άνοδο του ΚΚΕ, τις διεκδικήσεις των εργατών, την κυβερνητική αστάθεια και τα διάφορα στρατιωτικά πραξικοπήματα σε εσωτερικό και εξωτερικό, ώθησαν σε συσπείρωση τον αστικό κόσμο και σταδιακά βενιζελικές και αντιβενιζελικές μερίδες, άρχισαν να αποκτούν κοινή πορεία πλεύσης, ενώ ο ελληνικός συντηρητισμός ωρίμαζε. Αυτό που έλειπε ήταν ο κοινός εχθρός. Ο κομμουνισμός φαινόταν να προσφέρεται για το ρόλο αυτό. Την περίοδο αυτή, γίνεται η χρήση του όρου ‘‘Εθνικοφροσύνη’‘, προκειμένου να δηλωθεί η αντικομουνιστική και αστική συνείδηση των Ελλήνων, ανεξάρτητα από την κομματική τοποθέτηση[1].

Η ‘‘Εθνικοφροσύνη’‘ που εμφανίζεται στον Μεσοπόλεμο και αργότερα στη μεταπολεμική και μετεμφυλιακή Ελλάδα, ως πλήρως συγκροτημένη ιδεολογία, λαμβάνει χώρο σαν επίσημη ιδεολογία του κράτους, αποτελεί την πιο ακραία έκφανση του αντικομουνισμού και χάρις αυτήν, για 30 ολόκληρα χρόνια ο ελληνικός πληθυσμός, ήταν διαιρεμένος σε ‘‘εθνικόφρονες’‘ και ‘‘αντεθνικώς δρώντες’‘. Πώς όμως η ιδεολογία της εθνικοφροσύνης αναπτύχθηκε, οριοθετώντας μια κοινότητα ‘‘υγιώς σκεπτόμενων ελλήνων’‘; Ποιες ήταν οι κοινωνικές της βάσεις και ποια τα ιδεολογικά της χαρακτηριστικά;

Όπως προαναφέρθηκε, η εθνικοφροσύνη έχει ως πυρήνα σύστασης της τον ακραίο αντικομουνισμό και ως σκοπό την εξάλειψη του ‘‘εθνοκτόνου-κακοποιού μείγματος’‘ που αυτός φέρει. Ο αντικομουνισμός στην Ελλάδα, υπάρχει από τότε που ιδρύεται το ΚΚΕ. Ωστόσο, επισημοποιείται και αποκτά θεσμική έκφανση το 1929, όταν ο αρχηγός των Φιλελευθέρων Ελευθέριος Βενιζέλος εισάγει στη Βουλή το νόμο ‘‘περί ιδιωνύμου αδικήματος’‘, για την ποινικοποίηση των ‘‘ανατρεπτικών ιδεών’‘ και τη δίωξη των κομμουνιστών[2]. Ο νόμος έθεσε την αρχή για τους μετέπειτα βασανισμούς, εξορίες και φυλακίσεις των αριστερών. Επιπλέον, με την ενέργεια αυτή, φαίνεται ότι το ζήτημα του κομμουνισμού κατά τον Μεσοπόλεμο, αντιμετωπίζονταν ως ζήτημα ασφαλείας, ενώ η ίδια η ιδεολογία ήταν συνυφασμένη με το έγκλημα, αφού οι κομμουνιστές κατηγοριοποιούνταν μαζί με τους ζωοκλέφτες και τους ληστές[3]. Αργότερα το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου 1936, εντείνει περισσότερο τις αντικομουνιστικές πρακτικές, που ήταν θεσμικά γνωστές τα προηγούμενα χρόνια, διαπνεόμενες φυσικά από τον απαραίτητο αντικοινοβουλευτικό και αντιφιλελεύθερο χαρακτήρα που απαιτούνταν.

Ο Απρίλης του 1941, εγκαινιάζει για την Ελλάδα, την περίοδο της ‘‘τριπλής κατοχής’‘, όπου κάθε οικονομική και πολιτική δομή διαλύεται. Οι διορισμένες από τους κατακτητές κατοχικές κυβερνήσεις, ορκίζονται πίστη στις αιμοσταγείς δυνάμεις του Άξονα, οδηγώντας την χώρα στην οικονομική εξαθλίωση και στο έλεος της πείνας. Ο λαός μέσα στο δυσμενές περιβάλλον που αρχίζει να διαμορφώνεται, είναι και πολιτικά αβοήθητος, αφού μεγάλο μέρος από τον παλαιό πολιτικό κόσμο διαφεύγει στη Μέση Ανατολή, με τη βοήθεια των Βρετανών, ενώ άλλοι εκπρόσωποι του αστικού κόσμου, όχι μόνο δε δείχνουν σημάδια συμμετοχής στον Αγώνα, αλλά ούτε δρουν για να στηρίξουν τους κατακτημένους.

Μέσα σ’ αυτήν την απάνθρωπη κατάσταση, το αντιστασιακό κίνημα αρχίζει να γεννιέται, όπως είδαμε και τελικά το Σεπτέμβρη του ’41, ιδρύεται το Ε.Α.Μ, ενώ νωρίτερα είχε ιδρυθεί από βενιζελικούς αξιωματούχους ο ΕΔΕΣ. Μέσα από τον ΕΔΕΣ, οι Βρετανοί, ευελπιστούσαν να εξασφαλίσουν τα οικονομικοπολιτικά τους συμφέροντα στη χώρα, μεταπολεμικά, ενώ οι προσπάθειες τους για ενδυνάμωση της εν λόγω οργάνωσης με οπλισμό και υλικά μέσα, εντάθηκε όταν η κοινωνική δύναμη του Ε.Α.Μ, άρχισε να ξεχωρίζει. Το ’43 το στρατιωτικό σκέλος του Ε.Α.Μ, ο ΕΛΑΣ σημειώνει μια αλματώδη ενδυνάμωση, χάρης τον αφοπλισμό της μεραρχίας Πινερόλο, ως συνέπεια της συνθηκολόγησης της Ιταλίας και τη μετατόπιση της στο πλευρό των συμμάχων. Η εξέλιξη αυτή έδωσε την ώθηση στο γνήσιο αντιστασιακό τμήμα να καλύψει μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας και να δώσει τις υπηρεσίες του σε περισσότερους. Έτσι, το Ε.Α.Μ σταδιακά, οικοδομεί ένα ολόκληρο ‘‘Λαϊκό Κράτος’‘, διαπνεόμενο με της αρχές της δημοκρατίας και ως σκοπό την Εθνική Ανεξαρτησία.

Ο αστικό κόσμος από την άλλη, μένει ανενεργός, παρά τις έντονες προσπάθειες των Βρετανών για επαγρύπνηση, μέχρι τις αρχές του ’42, που πραγματοποιούνται κινήσεις συσπείρωσης. Στο πλαίσιο αυτό, ιδρύονται διάφορες οργανώσεις από εκπροσώπους του αστικού κόσμου, όπως ο ΠΑΣ (Πανελλήνιος Απελευθερωτικός Συνασπισμός), η ΡΑΝ(Ρωμυλία – Αυλών – Νήσοι), προκειμένου να δημιουργηθεί ένα εθνικό μέτωπο, αναχαίτισης του Ε.Α.Μ. Είναι η εποχή που στο προσκήνιο έρχεται σιγά-σιγά η ιδεολογία της ‘‘Εθνικοφροσύνης’‘, για να ζυμωθεί με καινούργια υλικά και κατά κάποιο τρόπο να μεστώσει πάνω σε μια ιδεολογική πλατφόρμα, πιο συγκροτημένη αυτή τη φορά.

Η αντι-εαμική τομή, θα συγκροτηθεί το ’43, όταν θα αρχίσουν οι συγκρούσεις του ΕΔΕΣ με τον ΕΛΑΣ, αλλα η εθνικοφροσύνη, ακόμα δεν έχει προσλάβει τον τελικό της χαρακτήρα[4]. Οι αστικές δυνάμεις που βλέπουν την προαναφερόμενη άνοδο και επιρροή του ΕΛΑΣ, θεωρούν ότι η ίδια η οργάνωση έχει ανοίξει μέτωπο με τις υπόλοιπες αντιστασιακές οργανώσεις που έχουν ριχτεί στον ‘‘ΕΘΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ’‘, γεγονός που τους επιτρέπει να θεωρήσουν την πορεία αυτή, προδοτική και ενάντια προς τα εθνικά συμφέροντα. Στην πραγματικότητα φυσικά, το αντικομουνιστικό μένος και η διαφύλαξη των βρετανικών συμφερόντων, είναι η πηγή έκφρασης των ιδεών αυτών. Έτσι, βλέπουμε δειλά-δειλά να καταργούνται οι όποιες διαχωριστικές γραμμές μεταξύ παραδοσιακού πολιτικού κόσμου, εθνικών αντιστασιακών οργανώσεων, ταγμάτων ασφαλείας, δοσιλογικών συμμοριών και οργανώσεων και όλες μαζί οι δυνάμεις να ρίχνονται στη μάχη ενάντια στους εκφραστές του κομμουνισμού στην Ελλάδα. Επιδιώκεται δηλαδή, μια συγκροτημένη αποδυνάμωση του Ε.Α.Μ, η οποία στηρίζεται στην ανάγκη να πειστούν όλοι πως πρέπει να συγκροτηθεί ένα καθαρά εθνικόφρων μέτωπο, που να αντιτίθεται στις αντεθνικές επιδιώξεις των κομμουνιστών.

Μετά τα αιματικά συμβάντα των Δεκεμβριανών, την υπογραφή της Συφωνίας της Βάρκιζας και την Λευκή Τρομοκρατία, , εθνικοφροσύνη είναι η επίσημη ιδεολογία του Κράτους. Τον Οκτώβρη του ’46, αρχίζει ο Εμφύλιος Πόλεμος. Οι Βρετανοί και ο αστικός συνασπισμός τα κατάφεραν. Διαμέλισαν την Ελλάδα σε δύο στρατόπεδα. Αυτό των ‘‘Ελλήνων’‘ και το άλλο των ‘‘μη Ελλήνων’‘. Εισήγαγαν την έννοια του αποκλεισμού, ως τρόπο αναγέννησης του αστικού κόσμου και ως μέσο για την εξασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων τους.

Όταν το 1947, η Βρετανία κατάλαβε ότι δεν μπορούσε πλέον να αντέξει το οικονομικό βάρος των επιχειρήσεων της, τον λόγο πήραν οι Η.Π.Α, οι οποίες με τις πολιτικές του προέδρου Τρούμαν, εμπλούτισαν περισσότερο την ιδεολογία της εθνικοφροσύνης, άλλα και τις πρακτικές της αντικομμουνιστικής αποστολής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, θεωρούσαν τον εαυτό τους ‘‘θεματοφύλακα της Ελευθερίας’‘ και αυτό διακήρυτταν. Θέλησαν να προβάλουν την φύση τους ως ‘‘πολιτισμό’‘ σε αντίθεση με την βαρβαρότητα του σοβιετικού ολοκληρωτισμού. Εφοδίασαν έλληνες εθνικόφρονες με εξελιγμένα όπλα και μέσα προκειμένου να σκοτώνουν έλληνες που το κακοποιό μικρόβιο του κομμουνισμού είχε κατακτήσει το νου τους, είχε οπλίσει τα χέρια και τη θέληση τους. Πώς όμως να χωρέσει η ηθική στην πολιτική των συμφερόντων;

Μετά την απαγόρευση του ΚΚΕ το ’47, επανήλθαν σε ισχύ νόμοι του μεταξικού καθεστώτος, όπως ο περίφημος νόμος 509 και το ψήφισμα γ’, όπου ποινικοποιούσαν οποιαδήποτε πράξη ήταν ενάντια στα θέλω των ξένων, ενώ παράλληλα έδιναν την δυνατότητα στην ‘‘ακαθάριστη’‘ από φασίζοντα υποκείμενα ασφάλεια να δρα ανεξέλεγκτα, εφαρμόζοντας το νόμο ανάλογα με τη διάθεση της. Εισήχθησαν οι όροι των κοινωνικών φρονημάτων, προκειμένου να διαβεβαιωθεί ο ελεύθερος κόσμος, πως η αποικία ‘‘Ελλάδα, σκέπτεται υγιώς’‘. Ο κοινωνικός ιστός κατακρεουργήθηκε και κάθε αξία, βούλιαξε στο βούρκο. Η μετεμφυλιακή εποχή ήταν ακόμα πιο δύσκολη, καθώς οι όροι από την ‘‘υπερατλαντική προστάτιδα’‘, γινόταν ακόμα πιο στενοί. Το ’49 η νίκη των ‘‘ελλήνων’‘, θεωρήθηκε ως νίκη του ελεύθερου κόσμου, αφου τα ανθρώπινα ιδανικά και οι φιλελεύθεροι θεσμοί, που γι αυτά αγωνίζονταν, ήρθαν από το ‘‘καθαρό ελληνικό πνεύμα’‘. Εντάθηκαν περισσότερο οι καταγγελίες φίλων συναδέλφων, κατάσταση που έφερε την προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, με όρκους νομιμοφροσύνης και αποχρωματισμού και απόδοση χαρακτηρισμών, όπως ‘‘προδότης’‘. Πως η κατάσταση αυτή να μη θεωρηθεί κοινωνική, πολιτική και οικονομική πόλωση;

Στο σημείο αυτό, ίσως είναι χρήσιμο, να δούμε τις διαφορές στον αξιακό χάρτη κάθε μιας από τις δύο αντιμαχόμενες μερίδες. Των ‘‘εθνικοφρόνων’‘ και των ‘‘αντεθνικών’‘. Αρχικά το πρώτο που πρέπει να γίνει σαφές, είναι για ποια μορφή του πολιτειακού ζητήματος μάχονταν κάθε πλευρά. Για την δεξιά, επιδίωξη ήταν η αποκατάσταση της μοναρχίας, αν και δεν έτρεφε καμία συμπάθεια στο πρόσωπο του Γεωργίου. Εντούτοις, θεωρούσε ότι η μοναρχία ήταν αυτή που θα λειτουργούσε σαν ανάχωμα στον κομμουνιστικό κίνδυνο, αφού προέβαλε τις συντηρητικές ιδέες. Επιπλέον, και οι ξένες δυνάμεις ήταν της άποψης ότι η παλινόρθωση της μοναρχίας θα έφερνε την σταθερότητα, εξ ου και η εύνοια στους αντιβενιζελικούς πολιτικούς του Λαϊκού Κόμματος[5]. Από την άλλη η αριστερά, οραματίζονταν μια κοινωνία, με κέντρο βάρους το λαό και τις αποφάσεις αυτού. Βασική της επιδίωξη λοιπόν, ήταν η λαοκρατία που συγκρούονταν με τον συντηρητισμό των εθνικοφρόνων.

Βασικά όργανα και υποστηρικτές της δεξιάς, ήταν οι αστοί, ο στρατός και η αστυνομία, που φυσικά στους κόλπους τους κρύβονταν δωσίλογοι της κατοχής, μαυραγορίτες και άλλου είδους γερμανοτσολιάδες. Το μίσος τους για τον κομμουνισμό. Τους οδηγούσε στο να ενδιαφέρονται περισσότερο για την δίωξη αριστερών, παρά των προδοτών της κατοχής, με την αφελή δικαιολογία, ότι η συνεργασία με τον κατακτητή οφείλονταν στον αντικομμουνισμό που τους διακατείχε[6]. Οι σοσιαλιστικές δυνάμεις, είχαν ως κέντρο αναφοράς το Ε.Α.Μ και καθοδηγητή το ΚΚΕ. Επικαλούνταν τις λαϊκές μάζες, δηλαδή αγρότες, μικροεπιχειρηματίες, εργάτες και από αυτούς αντλούσαν νομιμοποίηση αν και ήταν παράνομο για σχεδόν 30 χρόνια[7]. Όμως εκτός από τις εργατικές μάζες,  το αριστερό φάσμα, προσέλκυε και πολίτες με προβληματισμούς για την προπολεμική κοινωνία, ι οποίοι οραματίζονταν κυβερνήσεις συνεργασίας για την οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία των λαών[8]

Πίσω από τη δεξιά και τις δυνάμεις που τη συγκροτούσαν, κρύβονταν ταξικά συμφέροντα επιχειρηματιών, οι οποίοι αγόραζαν στην κατοχή περιουσίες με αντάλλαγμα τρόφιμα και φοβούνταν οποιαδήποτε κυβέρνηση θα αύξανε την άμεση φορολογία[9]. Επιπλέον, μικρές ομάδες επιχειρηματιών ευνοούνταν σε βάρος του υπόλοιπου λαού, αφού η ιδέα για δικαιότερη κατανομή πλούτου, αντιμετωπίζονταν ως απόδειξη κομμουνιστικής διάθεσης[10]. Την ίδια στιγμή, οι αριστεροί υιοθετούσαν μια αντιπλουτοκρατική τάση, με προτάγματα όπως η κρατική παρέμβαση, για το τέλος της κερδοσκοπίας των επιχειρήσεων έναντι των καταναλωτών, κράτος πρόνοιας, έμφαση στην ανοικοδόμηση της βαριάς βιομηχανίας ώστε η χώρα να είναι ανεξάρτητη από τις ανεπτυγμένες βιομηχανικές χώρες[11]. Άλλη σημαντική επιδίωξη ήταν τα δικαιώματα για τις γυναίκες, που ήδη από την Κυβέρνηση του Βουνού (ΠΕΕΑ) είχε δοθεί το δικαίωμα ψήφου.

Την περίοδο του εμφυλίου, έγινε ακόμα σαφέστερη η σύγκρουση μεταξύ της εαμικής αντίληψης του λαού και της δεξιάς-συντηρητικής του έθνους. Έτσι, η ονομασία του στρατού της εθνικόφρονος παράταξης ως ‘‘Εθνικός Στρατός’‘, δείχνει ότι το κέντρο βάρους έπεφτε στο έθνος. Από την άλλη, οι δημοκρατικές δυνάμεις, με τον ‘‘Δημοκρατικό Στρατό’‘, έδειχναν ότι πάλευαν μαζί και για το λαό, πέρα από διακρίσεις εις βάρος εθνοτικών και άλλων θρησκευτικών μειονοτήτων[12]   Οι αριστερές δυνάμεις, υιοθέτησαν την τακτική του ανταρτοπόλεμου, τόσο στην κύρια φάση του πολέμου, όσο και στην περίοδο της Λευκής Τρομοκρατίας. Από την άλλη η δεξιά, επέλεξε να δρα συντονισμένα με ενέργειες μέσα από την Εθνοφυλακή αρχικά, η οποία όπως αναφέρθηκε απαρτίζονταν από δοσίλογους και εξοπλίζονταν από τους Βρετανούς μεταξύ ’45-’47. Αυτή αργότερα, αντικαταστάθηκε από την Χωροφυλακή, η οποία στελεχώνονταν από μοναρχικούς παλαίμαχους της δικτατορίας του Μεταξά [13].Σύμμαχος ήταν επιπλέον και η εκκλησία, που ήταν υπεύθυνη για την διασφάλιση της πολιτικής νομιμοφροσύνης με αποστολή τον διαχρονικό αντικομμουνισμό, ενάντια στους άθεους. Το γεγονός βέβαια αυτό, δεν σήμαινε οτι πολλοί ιερείς τάκτικαν με την πλευρά της αριστεράς και διώχθηκαν γι αυτό, αφού η επίσημη γραμμή του κόμματος δεν ήταν αντικληρικαλιστική[14]. Άλλοι ανεπίσημοι σύμμαχοι του ‘‘κράτους της δεξιάς’‘, ήταν το λεγόμενο παρακράτος, κυρίως στην ύπαιθρο.

Στην ουσία το κράτος ήταν Δεξιό από το 1933 (μέχρι το 1981), όταν το Λαικό κόμμα κέρδισε τις εκλογές του Μαρτίου και εγκαταστάθηκε στο μηχανισμό, με παραλλαγές ανα περιόδους[15]. Μια τέτοια παραλλαγή ήταν ο χαρακτήρας που προσέλαβε μετα τη Συμφωνία της Βάρκιζας, όπου και μετατράπηκε σύμφωνα με τις μεθόδους και την επίσημη ιδεολογία της εθνικοφροσύνης, σε ‘‘αντικομουνιστικό’‘. Ο πυρήνας που συγκροτεί το εγκαθιδρυμένο πλέον αντικομουνιστικό κράτος, είναι η ένωση του αστικού χώρου και η οριοθέτηση του εαμικού στρατοπέδου μέσω της τρομοκράτησης. Μετά τον εμφύλιο (αλλα και πρίν) το κράτος και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του, ήταν οι διαμορφωτές του ιδεολογικού προσανατολισμού, με τη συμμαχία φυσικά τόσο της εκκλησίας και του στρατού, όσο και των εκπαιδευτικών καθοδηγητών, προς μια κατεύθυνση. Την διαστρέβλωση των εαμικών διεκδικήσεων[16]. Η διαίρεση που παγιώθηκε την περίοδο αυτή, ήταν αποτέλεσμα, οπωσδήποτε, μιας ‘‘καθαρής πάλης των τάξεων’‘, με αξιακό περιεχόμενο[17], που σταδιακά διαμόρφωσε σαφείς πολιτικές ταυτότητες. Το δίδαγμα ήταν το εξής: ‘‘ όποιος δεν είναι εθνικόφρον τάσσονταν αυτομάτως στην πλευρά του εχθρού του Έθνους’‘. Η εξαπόλυση αυτή της ιδεολογικής βίας, από την άρχουσα τάξη και τους ‘‘νικητές’‘, μετα το τέλος του εμφυλίου, συμπλήρωνε στο αντικομουνιστικό κράτος, τα χαρακτηριστικά της αστυνομοκρατίας και του ημι-ολοκληρωτισμού. Οι τακτικές που υιοθετήθηκαν από την πλευρά των επικρατούντων, ωστόσο, δεν συμπλήρωναν μια σίγουρη δικτατορία, λόγω της μακράς ελληνικής παράδοσης στην ολιγαρχική λατρεία, αλλα μια ‘‘Καχεκτική Δημοκρατία’‘[18]. Την κατάσταση αυτή ήρθε κάπως να εξομαλύνει, η Κεντρώα διακυβέρνηση των ετών ’50-’52, με δεσμεύσεις για ελαφρύνσεις προς τους παράνομους, αλλα και προσωρινές παύσεις εκτάκτων εμφυλιακών νόμων (509-Ψήφισμα Γ’).

Η εθνικόφρονα παράταξη, χρησιμοποιήθηκε σαν συνώνυμο της δεξιάς μετά την εκλογική νίκη του 1952, των πολιτικών δυνάμεων της δεξιάς, που συσπειρώθηκαν γύρω από τον Ελληνικό Συναγερμό. Ο Παπάγος, ενσωμάτωσε την εθνικοφροσύνη καθιστώντας την εναλλακτική έννοια της εχθρότητας προς τους ‘‘διεθνείς ανατροπείς’‘, έτσι η δεξιά έγινε ταυτόσημο της εθνικοφροσύνης[19]. Επιπλέον με τις ενέργειές του ο Παπάγος, ολοκλήρωσε την τριετία 1952-1955 την ανασυγκρότηση της αστικής τάξης, αφού η οργάνωση της στηρίχθηκε αφενός στην σύζευξη στρατού (ΙΔΕΑ) και Πρωθυπουργού και αφετέρου στην διατήρηση του μοναρχικού θεσμού, με τις ευλογίες φυσικά των Η.Π.Α[20].

Για τον ηττημένο εαμικό μετεμφυλιακό χώρο, η εκπροσώπηση, αφού το ΚΚΕ ήταν παράνομο από το ’47, ήρθε από δυνάμεις του Κέντρου, ΕΠΕΚ(Πλαστήρας) και από την Αριστερά, ΕΔΑ. Κατά την περίοδο ’52-’61, η ΕΔΑ, μέσα από την οποία δρούσε το ΚΚΕ, είχε τον ηγεμονικό ρόλο στην εκπροσώπηση των εαμιτών[21]. Το 1961, η εμφάνιση της Ένωσης Κέντρου, αποδυνάμωσε την ΕΔΑ. Η Ένωση Κέντρου, φάνηκε στα μάτια των εαμιτών, ως περισσότερο φερέγγυος δύναμη, για τον αντιδεξιό αγώνα. Η αμυντική στάση της ΕΔΑ, είναι μια από τις αιτίες για την περιθωριοποίηση που υπέστη, ώστε τα έτη ’61-’67 το Κέντρο και όχι η Αριστερά, εκπροσωπούσε τους ‘‘πρώην’‘ αγωνιστές[22]. Ωστόσο, αφού γίνεται λόγος για τις πολιτικέ δυνάμεις που εκπροσωπούσαν τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα του εμφυλίου, είναι θαρρώ χρήσιμο να γίνει αναφορά και στην Ε.Ρ.Ε, υπο την αρχηγία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, μιας προσωπικότητας που θεωρητικά, αν και εγκατέλειψε την δικτατοριοκρατούμενη Ελλάδα, θεωρήθηκε ο πατέρας της μεταπολιτευτικής Δημοκρατίας… Το κόμμα της Ε.Ρ.Ε, ήταν ένα άκρως προσωποπαγές κατασκεύασμα. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά την αποχώρηση του ηγέτη του, διαλύθηκε. Αν θέλαμε να το τοποθετήσουμε στο πολιτικό φάσμα(αν και τα στρατόπεδα είναι δύο την εποχή αυτή), φυσικά θα επιλέγαμε την δεξιά πλευρά. Ο Καραμανλής, αγαπημένος των ανακτόρων, ανέλαβε την διακυβέρνηση κατά τα έτη ’56 , ’58 και ’61(εκλογές χαρακτηρισμένες ως ‘‘βίας και νοθείας’‘). Αγαπημένος επίσης του Παπάγου και το κόμμα προκάτοχος του Ελληνικού Συναγερμού, δε μας αφήνει αμφιβολίες για την εθνικόφρονα ταύτιση του. Σταδιακά αποκαλύφθηκαν συνεργασίες του κόμματος με παρακρατικές-φιλοφασιστικές οργανώσεις, ενώ και η δολοφονία του Λαμπράκη το ’63, βαραίνει την ιστορία του κόμματος.

Είδαμε λοιπόν, ότι η εθνικοφροσύνη που ως βασικό της στοιχείο έχει τον αντικομουνισμό, εμφανίστηκε στο Μεσοπόλεμο με εκφραστές τον αστικό κόσμο και στην αντίπερα όχθη, φυσικά τους κομμουνιστές. Στην περίοδο της κατοχής παρακολουθήσαμε πως άρχισε να αποκτά σάρκα και οστά, ενώ στην μεταπολεμική Ελλάδα το πώς στάθηκε στα πόδια της για να κυριεύσει την μετεμφυλιακή εποχή. Ο λόγος της εμποτισμένος με το σκεπτικό της εγκληματικής δράσης από την αριστερά και την εθνοσωτηρία από τους εθνικόφρονες , απομόνωσε μεγάλο μέρος της κοινωνίας, υποστηρικτές του Ε.Α.Μ, που προέρχονταν από τις λαϊκές μάζες και τα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Στον περί εθνικοφροσύνης λόγο, ο κομμουνιστικός μύθος ή συχνότερα η σλαβική συνομωσία, εμφανίζει τρανταχτές αναλογίες με  την αντικομουνιστική θεωρία στις Η.Π.Α, που εκφράστηκε λυσσαλέα την περίοδο του μακαρθισμού. Η Αμερική ως εκφραστής της ελευθερίας, θέλησε να εφαρμόσει τη δική της τακτική στο ‘‘δυτικό κόσμο’‘.  Και τα κατάφερε με τη βοήθεια των ‘‘προσκυνημένων’‘ της αστικής μερίδας. Η ιδεολογία της εθνικοφροσύνης κατάλαβε το μυαλό των ανθρώπων μέχρι το ’74, αφού σκέπασε πάλι τη χώρα με το ‘‘λοιμό’‘ της δικτατορίας του ’67. Με την κατάρρευση του δικτατορικού ξεπεσμού, καταρρέει και το εμφυλιακό και μετεμφυλιακό εποικοδόμημα. Ωστόσο ο εσωστρεφής αντικομμουνισμός στον πυρήνα της αστικής ιδεολογίας, εξακολουθεί να υπάρχει σε μικρότερη ένταση[23].

Οι έλληνες αντικομμουνιστές , μαζί με τους φίλους δυτικούς, σημείωσαν αξιόλογες επιτυχίες ου οπωσδήποτε ικανοποίησαν τα εθνικά του ‘‘αισθήματα’‘. Επανέφεραν τη βασιλεία και οικοδόμησαν την πιο αντιδραστική Δεξιά. Δεν εγκαθίδρυσαν μια σίγουρη δικτατορία, ωστόσο οι Έλληνες αριστεροί, κρίνονταν πλέον με το μεταξικό νομικό πλαίσιο, σαν ξεχωριστοί μέσα στον ελλαδικό χώρο. Το Ε.Α.Μ και η γενικότερη εμφύλια σύγκρουση με ότι ακολούθησε πέρα από ότι εξυπηρέτησε τα ξένα συμφέροντα, Βρετανικά και Αμερικανικά, ήταν και το ξέσπασμα των κοινωνικών αντιθέσεων που είχαν ξεκινήσει δύο δεκαετίες, πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Μια δήλωση του Γιώργου Παπανδρέου τον Ιούνιο του 1950, συμπυκνώνει όλη την θεωρία της πόλωσης και του αποκλεισμού.

‘‘Εις την ανωτέραν σφαίραν διακρίσεως υπάρχουν Έλληνες και προδόται της Ελλάδος. Και προδόται της Ελλάδος είναι το ΚΚΕ και οι συνοδοιπόροι του. Αυτοί είναι η πρώτη διάκρισις, εθνικά και μη εθνικα κόμματα(…). Πέραν όμως της εθνικής διακρίσεως υπάρχει η πολιτική διάκρισις. Εντός της εθνικής παρατάξεως υπάρχει δεξιά, κέντρον και αριστερά (…). Εκτός της εθνικής παρατάξεως είναι το ΚΚΕ. Και ποιοι άλλοι; Και οι συνοδοιπόροι του. Και ποιοι πρέπει να θεωρηθούν συνοδοιπόροι του; Όσοι αρνούνται ότι το ΚΚΕ είναι κόμμα προδοσίας και εγκλήματος ‘‘ (Νικολακόπουλος, 2001 : 102)

 

‘‘ Και καθώς μπαίναμε στη σκηνή της διαλογής, ακούγονταν οιμωγές και φωνές, γεμάτες τρόμο και αγωνία. Προετοιμαζόμασταν ψυχικά γι αυτό που επρόκειτο να αντιμετωπίσουμε. Τι είναι αυτό;  -Κάνεις δήλωση;  -Όχι, δεν κάνω δήλωση. –Φώναξε ‘‘Ζήτω η Μεγάλη Ελλάδα!’‘ –Δε φωνάζω. –Δεν είσαι για τη Μεγάλη Ελλάδα; – Όχι δεν είμαι για την Μεγάλη Ελλάδα, όπως εσείς την εννοείται… Έπεφτε η νύχτα, άκουγες ουρλιαχτά και έβλεπες ομάδες σαν να ήταν αγέλες λύκων, που χύνονταν μέσα στα αντίσκηνα, βαράγανε όπου ήταν δυνατό να βαρέσουνε, άφηναν αλαφιασμένους ανθρώπους, ξανάφευγαν και σε λίγο ξανάρχονταν πάλι. Το μακρονήσι ήταν μια εφιαλτική δοκιμασία. Δεν ξέρω μήπως ήταν και ένα παγκόσμιο πείραμα, για τα όρια της αντοχής, της ανθρώπινης συνείδησης. Να έχεις μπροστά σου 3.000 ανθρώπους και αυτούς τους 3.000 ανθρώπους να τους μετατρέψεις από ανθρώπους μιας ορισμένης αντίληψης και να τους κάνεις να γίνουνε θηρία, να γίνουνε λύκοι…’‘

(Λεωνίδας Κύρκος, απόσπασμα από συνέντευξη στην εκπομπή ‘‘Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα’‘) 

 

[1] Παπαδημητρίου Ι. Δέσποινα, Από τον λαό των νομιμοφρόνων στο έθνος των εθνικοφρόνων: η            συντηρητική σκέψη στην Ελλάδα 1922-1967, Αθήνα, Εκδόσεις Σαββάλας, 2006, σελ 15

[2] Κατηφόρης Γιώργης,  Η νομοθεσία των Βαρβάρων: Δοκίμια, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, σελ 64, 65

[3] Παπαδημητρίου Ι. Δέσποινα, Από τον λαό των νομιμοφρόνων στο έθνος των εθνικοφρόνων: η            συντηρητική σκέψη στην Ελλάδα 1922-1967, Αθήνα, Εκδόσεις Σαββάλας, 2006, σελ 207

[4] Παπαδημητρίου Ι. Δέσποινα, Από τον λαό των νομιμοφρόνων στο έθνος των εθνικοφρόνων: η            συντηρητική σκέψη στην Ελλάδα 1922-1967, Αθήνα, Εκδόσεις Σαββάλας, 2006, σελ 209

[5]  Close, David, Ελλάδα 1945-2004: πολιτική, κοινωνία, οικονομία, Θεσσαλονίκη, Θύραθεν, 2006, σελ 54

[6]  CloseDavid, Ελλάδα1945-2004: πολιτική, κοινωνία, οικονομία, Θεσσαλονίκη, Θύραθεν, 2006, σελ 50

[7] Close, David, Ελλάδα 1945-2004: πολιτική, κοινωνία, οικονομία, Θεσσαλονίκη, Θύραθεν, 2006, σελ 48, 55

[8] Close, David, Ελλάδα 1945-2004: πολιτική, κοινωνία, οικονομία, Θεσσαλονίκη, Θύραθεν, 2006, σελ 57

[9] Close, David, Ελλάδα 1945-2004: πολιτική, κοινωνία, οικονομία, Θεσσαλονίκη, Θύραθεν, 2006, σελ 52

[10] Close, David, Ελλάδα 1945-2004: πολιτική, κοινωνία, οικονομία, Θεσσαλονίκη, Θύραθεν, 2006, σελ 62

[11] Close, David, Ελλάδα 1945-2004: πολιτική, κοινωνία, οικονομία, Θεσσαλονίκη, Θύραθεν, 2006, σελ 55

[12]  Close, David, Ελλάδα 1945-2004: πολιτική, κοινωνία, οικονομία, Θεσσαλονίκη, Θύραθεν, 2006, σελ 56

[13] Close, David, Ελλάδα 1945-2004: πολιτική, κοινωνία, οικονομία, Θεσσαλονίκη, Θύραθεν, 2006, σελ 50, 51

[14]  Close, David, Ελλάδα 1945-2004: πολιτική, κοινωνία, οικονομία, Θεσσαλονίκη, Θύραθεν, 2006, σελ 58

[15] Μελετόπουλος Η. Μελέτης, Δεξιό Κράτος 1949-1967, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, σελ 13

[16] Βερναρδάκης  Χ. – Μαύρης  Γ., Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα, Αθήνα, Εξάντας, Ανατύπωση, 2012, σελ 171-172

[17] Βερναρδάκης  Χ. – Μαύρης  Γ., Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα, Αθήνα, Εξάντας, Ανατύπωση, 2012, σελ 173

[18] Μελετόπουλος Η. Μελέτης, Δεξιό Κράτος 1949-1967, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, σελ 11-12

[19] Παπαδημητρίου Ι. Δέσποινα, Από τον λαό των νομιμοφρόνων στο έθνος των εθνικοφρόνων: η            συντηρητική σκέψη στην Ελλάδα 1922-1967, Αθήνα, Εκδόσεις Σαββάλας, 2006, σελ 233

[20] Βερναρδάκης  Χ. – Μαύρης  Γ., Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα, Αθήνα, Εξάντας, Ανατύπωση, 2012, σελ 169

[21] Βερναρδάκης  Χ. – Μαύρης  Γ., Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα, Αθήνα, Εξάντας, Ανατύπωση, 2012, σελ 183

[22] Βερναρδάκης  Χ. – Μαύρης  Γ., Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα, Αθήνα, Εξάντας, Ανατύπωση, 2012, σελ 184, 185

[23] Βερναρδάκης  Χ. – Μαύρης  Γ., Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα, Αθήνα, Εξάντας, Ανατύπωση, 2012, σελ 354

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

13 + 16 =

Simple Share Buttons