Η Αλικόμη κι ο Δακτύλιός της

0

Aπό το Πρόβατο όχι Αρνί

Το ζευγάρι

-Αφού ξέρεις, ποτέ δε φορούσα δαχτυλίδια. Δεν είναι μόνο ότι δεν τα αντέχει το δέρμα μου, είναι αυτή η αίσθηση φυλακής που μου δημιουργεί το σφίξιμό τους. Είναι στο μυαλό μου, ναι μπορεί, αλλά με περιορίζουν, διαρκώς μου θυμίζουν κάτι που έστω ένα κομμάτι μου, το κλείνουν μέσα τους. Με εσένα έκανα την εξαίρεσή μου. Ήθελα να δοκιμάσω, ήθελα να δω μήπως και… Όχι όμως. Πια είμαι σίγουρη: δεν μπορώ τα δαχτυλίδια. Ακόμη και τα πιο όμορφα.

-Δε σ’ άγγιζα. Επίτηδες. Μην χαράξω τα τρυφερά σου, μην ταράξω τα ευαίσθητά σου. Στο χορό σου απλά να γυρίζω μαζί σου ήθελα. Κοινή την κυκλοθυμία στις εποχές σου να ‘χαμε. Και στα τηλεσκόπιά τους να σε αναγνωρίζουν με βεβαιότητα απ’ την παρουσία μου. Αυτά. Αλλά είπες όχι, είπες τέλος. Φεύγω.

Οι αστρονόμοι

 

-Βλέπεις κάτι, βρήκες κάτι;

-Όχι, τόσον καιρό τώρα έχουμε σαρώσει τόσες φορές όλο το ηλιακό σύστημα, δεν είναι πουθενά. Ακόμη και τα σκάφη μας εκεί έξω που μας στέλνουν χιλιάδες φωτογραφίες, δεν τον εντόπισαν κάπου. Δεν υπάρχει μαύρη τρύπα τριγύρω άρα πρέπει να το πάρουμε απόφαση και να βγούμε να το ανακοινώσουμε. Έφυγε απ’ τα σύνορά μας.

-Μα τι λες τώρα; Έτσι εύκολα το ανακοινώνεις; Αστρονόμοι είμαστε, όχι ερασιτέχνες παρατηρητές. Πώς να εμφανιστούμε να πούμε ότι χωρίς γνωστό λόγο, χωρίς επιστημονική εξήγηση, ο Δακτύλιος της Αλικόμης εξαφανίστηκε; Ότι ένα βράδυ βγήκε χωρίς να την αγγίξει και έξω από τροχιά χάθηκε κάπου στο σύμπαν; Πού είναι αυτό το κάπου; Και γιατί έφυγε; Όχι, δεν μπορώ να το δεχτώ. Ξεκινάμε πάλι. Γειτονιά-γειτονιά, πλανήτη-πλανήτη, όλα θα τα ψάξουμε ξανά. Όσο κι αν χρειαστεί. Και κυρίως εκεί που δεν έχουμε καλή εικόνα. Ας εστιάσουμε εκεί που αποκλείσαμε αρχικά, εκεί που απευχόμαστε: στη Ζώνη των Αστεροειδών.

-Στη Ζώνη των Αστεροειδών; Κάθε φορά που περνάει το μάτι του τηλεσκοπίου από εκεί τρέμω μήπως και τον δω μπροστά μου. Δε θέλω. Είναι αυτοκτονία γαμώτο…

Δυο πλανήτες, οι κουτσομπόλες της γειτονιάς

 

-Δηλαδή τώρα έτσι θα συνεχίζει; Σαν να μην έχει συμβεί τίποτα; Σαν να ‘ταν μια παρένθεση και αφαιρώντας την η πρότασή της είναι όπως πριν; Δεν άλλαξε τροχιά, στον ίδιο ακριβώς διάδρομο αιωρείται, γύρω απ’ τον ίδιο ήλιο, φορώντας τα ίδια ρούχα, έχοντας το ίδιο χρώμα στην κόμη. Όλα ίδια εκτός απ’ αυτόν. Ο Δακτύλιός της έφυγε. Τους άκουσες εκείνο το βράδυ;

-Εσύ τι λες; Υπήρξε κανείς στην γειτονιά να μην τους ακούσει; Την ανάσα μας κρατούσαμε. Το δικό της πνίξιμο, οι δικές του απαντήσεις, το δικό του παράπονο, οι δικές της απαντήσεις. Δεν κρυφακούγαμε, δεν κρύφτηκαν, δεν ψιθύρισαν. Στο ανοιχτό διάστημα έβγαλαν την οργή τους κι έβγαλαν τα κλάματά τους. Κι εμείς θεατές κι ακροατές στην τραγωδία του κλεισίματος μιας άφταστης ερωτικής παράστασης.

-Παράστασης; Δεν είναι κάπως άδικο αυτό; Άδικο για τον πόνο που βιώνει τώρα ο καθένας τους λέω.

-Μα δεν κρίνω τον πόνο και δεν κρίνω από μέσα. Τι είδα, τι άκουσα και τι έμεινε μέσα σε εμένα λέω. Και ναι, καταλαβαίνω τι λες. Όλοι μας το καταλαβαίνουμε. Απ’ το δικό της, κι ας είναι δήθεν ίδια κι ανέμελη, ακανόνιστο και άτακτο πολλές φορές πια, της περιστροφής της. Και βέβαια… απ’ τη δικιά του εξαφάνιση. Αλήθεια, έμαθες τίποτα;

-Τι να μάθω; Μυστήριο είναι. Στη Γη οι επιστήμονες δεν έχουν απάντηση. Και με τους υπόλοιπους πλανήτες και τα φεγγάρια τους που μίλησα χτες, τα ίδια ακριβώς. Κανείς δεν τον είδε, πίσω από κανενός τη σκοτεινιά δεν κρύβεται. Πού πάει ένας Δακτύλιος μόνος; Πλανήτη ψάχνει; Σιγά. Αυτού η περιφέρεια ήταν για τη δικιά της διάμετρο, αυτού τα κυρτά για τα δικά της κοίλα. Εγώ λέω έφυγε απ’ τα σύνορά μας, βγήκε απ’ το ηλιακό μας σύστημα, γι’ αυτό και δεν τον βλέπουμε.

-Έτσι λες, ε; Γιατί ακούστηκε, ξέρεις… φήμες βέβαια αλλά όλο και φουντώνουν. Ακούστηκε για… τη Ζώνη των Αστεροειδών.

Δυο διαστημικά σκουπίδια, έξω από τροχιά που πετάνε χαμένα στο διάστημα

 

-Τον είδες; Τι κάνει εδώ πέρα αυτός; Της Αλικόμης ο Δακτύλιος δεν είναι;

-Ναι τον είδα, σίγουρα αυτός ήταν. Τους χάζεψα τόσες φορές μαζί όσο ήμουν στον διαστημικό σταθμό που δε γίνεται να τον μπερδέψω με κανέναν. Αυτός ήταν αλλά σκοτεινός και αγνώριστος. Παράδερνε. Σαν και να ‘χε σκοπό να πάρει στο διάβα του κομμάτια βράχων για λάφυρα. Ξεκάθαρα προσηλωμένος σε τελικό προορισμό αλλά κι άλλο τόσο ξεκάθαρα αφημένος σε κάποιου τύπου αυτόματο πιλότο.

-Αλήθεια αυτό. Σίγουρα δε μας είδε. Θα μπορούσε να πέσει πάνω μας, να μας κάνει κομμάτι του ή να μας αλλάξει πορεία ποιος ξέρει για πού…

-Αυτό κρατάω εγώ: το «ποιος ξέρει για πού». Το στοχεύω σε εκείνον όμως. Πού πήγαινε από εδώ; Δεν έχει πλανήτη να ταιριάξει. Μόνο… άσε, δεν το λέω. Άσε γιατί φοβάμαι μην κι εμείς καταλήξουμε εκεί έτσι που δεν μπορούμε να ορίσουμε το δρόμο μας.

Το ζευγάρι

 

-Τι θα πει φεύγεις; Δε ζήτησα αυτό. Είπα δεν μπορούμε να είμαστε μαζί όπως ήμασταν. Δεν κυλάει, δεν το βλέπεις; Άλλα θέλω κι άλλα θέλεις. Κι ερωτικά… ερωτικά δε βγαίνει. Μου αρέσεις, μου αρέσει η όψη σου ως τρίτος παρατηρητής, μου αρέσει το ιδιόμορφο της αέριας μάζας σου και το χρώμα που παίρνεις στα τηλεσκόπια αλλά αυτό απέχει απ’ το να μου αρέσεις για ‘μένα. Δεν είπα όμως ποτέ να φύγεις. Να πας πού; Κι εμένα γιατί δε με σκέφτεσαι; Δεν ήρθαμε απλά κοντά εμείς, ταυτιστήκαμε. Ένα όνομα έχουμε στα βιβλία τους, ένα στις κουβέντες τους, ένα στον ουρανό τους. Να φύγεις δηλαδή και να μη μιλάμε; Να φύγεις και να μη βλεπόμαστε; Να μην γυρνάμε τον κόσμο μαζί; Τι λες τώρα; Δε γίνεται αυτό. Βγάλ’ το απ’ το μυαλό σου.

-Δεν είναι θέμα μυαλού. Κι εκεί μέσα μπορεί να τρελαίνομαι αλλά αλλού είναι που σκοτώνομαι. Αλλού είναι ο πόνος που με πεθαίνει. Θα είμαι εδώ και θα κάνουμε τι; Θα μιλάμε για την Άρκτο και τις Πλειάδες; Θα μου λες για το πόσο όμορφος είναι ο Ωρίωνας κι ότι θες να τον γνωρίσεις κι εγώ θα χαμογελάω και θα σου λέω «ναι, να το κάνεις, θα τα βρείτε»; Δεν μπορώ. Σε θέλω απ’ τους παγωμένους ωκεανούς σου ως τα βουνά σιδήρου σου, απ’ τους κρατήρες σου ως τα κανάλια σου. Σε θέλω όσο τίποτα κι όσο κανείς. Δε θα μείνω όμως με κάτι λιγότερο απ ‘τα πάντα σου. Κι εντελώς εγωιστικά να το πω: δε μου αξίζει. Δε μου αξίζει όλος αυτός ο πόνος. Φεύγω. Κι επειδή δακτύλιος του κενού δεν υπάρχει, θα χαθώ κι από όσους έστω κι από συνήθεια, έστω κι από τακτ θα ρωτήσουν ή θα αναρωτηθούν τι κάνω, πώς περνάω, αν τα καταφέρνω.

Οι αστρονόμοι 

-Δες την! Μάλλον κάποια καταιγίδα ανασκαλεύει την επιφάνειά της. Ο σίδηρος μετακινείται σε ποτάμια. Δες την ομορφιά! Πόσα σχήματα, πόσες μορφές ξεχωρίζει ένας άνθρωπος με λίγη έστω φαντασία… Κι όλα σε κόκκινο χρώμα! Δε θα ‘θελα να ‘μουν στη θέση της όμως. Καταδικασμένη απ’ τη βαρύτητα να κινείται όπως πριν κι ας έχασε το σημαντικότερο κομμάτι της. Καταδικασμένη να μην μπορεί να σταματήσει για λίγο, να κρυφτεί, να εξαφανιστεί. Θα διέλυε όλη την αρμονία του ηλιακού συστήματος. Οτιδήποτε έξω απ’ τη νόρμα θα ήταν μοιραίο και για εμάς και για όλη τη γειτονία. Ευτυχώς αναλώνεται σε εκρήξεις και σεισμικές δονήσεις. Το «ευτυχώς» μας βέβαια, είναι η τραγωδία της..

-Έλα, μη γίνεσαι τόσο συναισθηματικός. Ξέρω, απ’ το πανεπιστήμιο έχεις που αφιερώθηκες στην Αλικόμη αλλά δεν παύει να είναι ένας πλανήτης. Όπως κι εκείνος δεν έπαυε να είναι ένας δακτύλιος. Τελικά πάντως, ο κόσμος το πήρε χαλαρά. Τους κατανοώ. Έχουν τόσα να σκεφτούν εδώ κάτω, έχουν τόσα να σώσουν αν ακόμη σώζονται που τους φαίνονται μακρινά τα δράματα του διαστήματος. Πού να συνειδητοποιούσαν βέβαια ότι μια μικρή βαρυτική ανωμαλία να προκαλέσει η τρέλα του… φευγάτου, θα μας στείλει μια κι έξω όλους στο βασίλειο του τίποτα, της διαστημικής σκόνης. Ας ευχηθούμε να βγει σώος από εκεί.

Δυο πλανήτες, οι κουτσομπόλες της γειτονιάς

 

-Ναι, όπως τα λέγανε είναι. Στη Ζώνη των Αστεροειδών έχει πάει. Και δεν κρύβεται πια. Λένε πως κινείται ασταμάτητα και προκαλεί κάθε πέτρα που πετάει. Δεν καταφέρνει καμιά να τον αγγίξει όμως. Είναι γρήγορος κι όπως λένε και κάτι κομήτες που πέρασαν από εκεί «έχει την όψη του αήττητου της τρέλας». Βάζουν στοίχημα ότι πρώτα θα γίνει ο Ήλιος μας νάνος και μετά θα χαθεί αυτός.

-Υπερβολές. Κανείς δεν γλίτωσε εκεί μέσα. Κι αυτή… αυτή τη βλέπεις πώς φωτίζεται τα βράδια; Αντανακλά στους ωκεανούς της φως του άστρου και γεμίζει τον τόπο χάσκοντες θαυμαστές. Τους θέλει όμως; Κουβέντα δεν έχει βγάλει, κουβέντα δεν της έχουμε πάρει να μάθουμε…

Δυο διαστημικά σκουπίδια, έξω από τροχιά που πετάνε χαμένα στο διάστημα

 

-Θυμάσαι που χαιρόμασταν ότι δε μας χτύπησε στο πέρασμά του;

-Ε, ναι, δεν ξεκούτιανα. Θυμάμαι όμως που λέγαμε ότι ίσως αν μας πετύχαινε να μας έπαιρνε μαζί του. Τώρα θα ψάχνανε κι εμάς με τα τηλεσκόπιά τους. Άσε που περνώντας τόσο κοντά μας κατάφερε να μας αλλάξει ρότα. Ποιος ξέρει που πάμε τώρα;

-Εγώ. Αναγνωρίζω αυτή τη σκοτεινιά εκεί στο βάθος. Και το κρύο που κάνει όσο περνάνε οι μήνες είναι που απομακρυνόμαστε απ’ το κέντρο. Ουφ… Εκτός βγαίνουμε, στο λέω να προετοιμάζεσαι!

-Τι εννοείς εκτός; Έξω απ’ το ηλιακό σύστημα; Όχι! Αυτό δε θα ‘χει γυρισμό.

-Καλά, κι αν ακολουθούσαμε αυτόν νομίζεις θα ‘χε;

Ένα χρόνο μετά

 

Οι αστρονόμοι

-Πάμε για ένα κρασί απόψε; Δε μπορεί να τη βγάζουμε κάθε βράδυ εδώ μέσα. Η Αλικόμη ηρέμησε, καιρό έχουμε να δούμε καταιγίδα στην επιφάνειά της. Δεν ξέρουμε βέβαια τι γίνεται μέσα της, στα έγκατά της αλλά όσα βλέπουμε είναι καλά σημάδια.

-Άντε, πάμε. Εκείνος πια όλο και λιγότερο είναι ορατός. Όλο και πιο βαθιά μπαίνει στη Ζώνη. Πάμε να πιούμε στην υγειά της Αλικόμης. Τουλάχιστον αυτή δε μας στερεί την ομορφιά της.

-Την κόκκινη ομορφιά της. Σαν το κρασί που θα πιούμε, ε;

 

 

Δυο πλανήτες, οι κουτσομπόλες της γειτονιάς

-Μη μου πεις ξανά για τις εκρήξεις στον ήλιο. Ναι το ξέρω, τις είδα. Ε, κάποιος τον τσάντισε πάλι, αφού είναι έτσι ο χαρακτήρας του, τώρα θα αλλάξει; Βαρέθηκα όμως όλο τα ίδια και τα ίδια. Φυσική, φυσική, φυσική… νόμοι, νόμοι, νόμοι… Βαρέθηκα ένα σύμπαν που δεν το τρελαίνει, δεν το κινεί, δεν το αλλάζει ο έρωτας. Πόσος καιρός πάει από τότε που λέγαμε για την Αλικόμη και τον Δακτύλιό της; Σαν ένα Big Bang μακριά μου μοιάζει.

-Δίκιο έχεις. Άντε, κάθε μέρα οι κουβέντες μας για έναν κομήτη που πέρασε, για έναν ωκεανό που πάγωσε, για ένα φεγγάρι που ξαναφάνηκε μπροστά απ’ τον πλανήτη του. Μου λείπουν αυτά τα δυο χαζά. Μου λείπουν απ’ τον ουρανό μου, απ’ την όρασή μου. Θέλω να κάνω μια ξαφνική περιστροφή και να τους ξαναδώ να γυρίζουν μαζί, αξεχώριστα μαζί.

 

 

Δυο διαστημικά σκουπίδια, έξω από τροχιά που πετάνε χαμένα στο διάστημα

 

-Βγαίνουμε;

-Ναι, νομίζω ότι εκεί είναι η γραμμή, βγαίνουμε.

-Κρύο έχει εδώ πέρα. Δε θέλω.

-Βαθιά ανάσα και φύγαμε! Θα ξαναβρούμε άστρο, θα ξαναμπούμε σε ηλιακό σύστημα, μην απελπίζεσαι.

-Ναι, αλλά εκεί θα έχει Αλικόμη με Δακτύλιο;

-Δεν περιμένεις απάντηση τώρα, ε;

-Όχι, δεν περιμένω. Ανάσα λοιπόν. Πάμε.

 

 

Εκείνη

… Ένας χρόνος. Και νόμιζα δε συγκρατώ ημερομηνίες. Ένας χρόνος. Δε θυμάμαι ποιος το είχε πει αλλά τώρα τον καταλαβαίνω: «να είμαι και να μην είμαι μαζί σου είναι ο μόνος τρόπος να μετρώ το χρόνο»…

 

Εκείνος

… Ένας χρόνος. Ένας χρόνος καληνύχτες που δε σου ‘χω πει…

 

*Ακόμη μια φορά, τις λέξεις μου έκανε η εικόνα η Μαΐτα Χατζηιωαννίδου.

 

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Πρόβατο όχι αρνί & Ma[t]ita Colorata

Το Πρόβατο όχι Αρνί γεννήθηκε στη Λευκάδα. Έχει ένα σκυλάκι (τη Μάρκα) και μια χελώνα (την Κούλα). Η Ma[t]ita Colorata ζει στη Θεσσαλονίκη. Σχεδιάζει το χώρο κι αποδίδει ιστορίες με μορφές και χρώματα. Ο Ποντικός Μάρτιν γράφει την ιστορία τους και σχεδιάζει τη ζωή τους.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

2 × two =

Simple Share Buttons