Από τον Γιάννη Δημογιάννη

Δεκέμβριος 1965 – Δεκέμβριος 1975: Σε μία μακρά περίοδο ραγδαίων πολιτικών εξελίξεων, ο ποιητής της «Ρωμιοσύνης» παρακολουθεί ξανά τη χώρα του να βυθίζεται σε καινούργιες επικίνδυνες περιπέτειες. Ποιητής απόλυτα προσηλωμένος στο πολιτικό του όραμα, εκτοπίζεται, για άλλη μία φορά, στα «καθαρτήρια» της επτάχρονης δικτατορίας, περιφέροντας το κουρασμένο από τη φυματίωση κορμί του, στους «Παρθενώνες του Ελληνισμού»: Γυάρος, Λέρος, Σάμος.

Παρόλα αυτά, το δέντρο της ποίησής του εξακολουθεί να τρέφεται αστείρευτα από τη μνήμη, προσεγγίζοντας σταθερά την ιστορία ως πεδίο δραματικών συγκρούσεων, και προσβλέποντας αταλάντευτα στο όραμα μίας Πολιτείας «τσιμεντένιας και αέρινης», ικανής να συναιρεί και να συμφιλιώνει μέσα στο σώμα της, τις πολλαπλές αντιθέσεις  και αντιφάσεις. Πλην όμως, σε αυτούς τους σχοινοτενείς εσωτερικούς μονολόγους, που αντικαθρεφτίζουν την κατακερματισμένη μεταπολεμική εποχή, ο θάνατος για τον Γ. Ρίτσο αποκτά πάντα ανθρώπινη ταυτότητα, εφόσον «περιφερόταν στους θαλάμους των λαϊκών σανατορίων, εισέδυε στις τρώγλες των εργατικών συνοικισμών, χτυπούσε τις μπότες του στους δρόμους της κατεχόμενης πατρίδας…»

Τον παλμό αυτής της ζοφερής ατμόσφαιρας αφουγκράζεται και διηθίζει ο δημιουργός της 4ης διάστασης, όταν συνθέτει τον εμβληματικό μονόλογο της «Περσεφόνης». Σε μία διαλεκτική προσέγγιση της ιστορίας, μετουσιώνει το μύθο της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Άδη σε αρχέτυπο, που απεικονίζει την προσωπική και συλλογική τραγωδία, την αέναη δηλαδή πάλη των δυνάμεων του φωτός και του σκότους. Εκφράζοντας αυτή την αντίληψη, ο Ρίτσος αναδομεί και ανασυνθέτει τα συστατικά του μύθου, ανάγοντάς τα σε μία 4η, άχρονη και άυλη διάσταση, κατά την οποία τα δραματικά υποκείμενα – οι πρωταγωνιστές, με άλλα λόγια, της ιστορίας, καθώς και οι «ήρωες» της καθημερινότητας – συνθέτουν τη συλλογική και προσωπική τους μυθολογία, ως περσόνες που υποδύονται ρόλους συμβολικούς, και κατ’ επέκταση, διαχρονικούς.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ποιητής, ιχνηλατώντας τον αναδομημένο μύθο της αρπαγής της Περσεφόνης, μέσα από την «ατελείωτη, κουραστική διαδρομή τού χρόνου», καταφέρνει να αναδείξει τα μυθολογικά μοτίβα, στη σφαίρα του καθολικού, φωτίζοντάς τα πολυπρισματικά, και χρωματίζοντάς τα ανεξίτηλα με τον πολυκύμαντο λυρισμό του.

Σύμφωνα, λοιπόν, με το μονόλογο της « Περσεφόνης», η μοναδική βεβαιότητα που δεσπόζει στον «κάτω κόσμο», στο βασίλειο της λήθης, είναι η σιωπή ενός απέραντου νεκροταφείου ονείρων, όπου ακόμη και αυτή η θάλασσα με τις «εναλλασσόμενες διαθέσεις της λαμποκοπάει μαρμαρωμένη», βουβή και ακύμαντη. Εξάλλου, στην «πολιτεία» της απέραντης σιωπής, οι υπήκοοι δεν καταβάλλουν ποτέ προσπάθεια να δουν, γιατί απλά το σκοτάδι είναι, εκ συστάσεως, «μαύρο, στιλπνό, αναλλοίωτο, χωρίς αποχρώσεις». Απεναντίας, απαλλαγμένοι από το «αβάσταχτο φως», παραδίνονται στην τυραννία του σκότους, έχοντας σαν μοναδική παρηγοριά να μουρμουρίζουν στα μνημόσυνα των ονείρων τους, «διφορούμενα λόγια, παρακλήσεις και ξόρκια».

Προεκτείνοντας αυτήν την αλληλουχία, η Περσεφόνη ως δραματικό υποκείμενο, έρχεται σαν ένας επιπλέον κρίκος, να προστεθεί στην ατελείωτη αλυσίδα της φθοράς. Παρασυρμένη από τη γοητεία τού Άρχοντα του Σκότους, καθηλώνεται στη φυλακή που η μοίρα την καταδίκασε. Ανήμπορη να ορίσει την ύπαρξή της, υποσιτίζεται με την ανάμνηση όσων αγάπησε, και ζει με την ψευδαίσθηση ενός έρωτα, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ένας καταναγκασμός, μία διαστροφή της αγάπης. Μετά, όμως, από τη μακρόχρονη ακούσια συνεύρεσή της με το Βασίλειο του Άδη, η ψυχή της ενδίδει στην πολιορκία της νύχτας, και βυθίζεται στο σκοτάδι που, τώρα, απλώνεται «ακέραιο, παρηγορητικό, αναμάρτητο». Συμβιβασμένη με τη μοίρα της, απεμπολεί τον ζωτικό της χώρο, και, «αφού η επιθυμία δεν επαρκεί – απομένει η κούραση, η παραίτηση – μία ευτυχισμένη σχεδόν αβουλία». Σε αυτό το τέλμα της εθελούσιας συνενοχής, το μόνο που της απομένει είναι να προσποιείται την πιστή ερωμένη, που κολακεύει την «παιδική αλαζονεία» του ανασφαλούς της συντρόφου.

Σε μία Ελλάδα, που συνθλίβεται αλλεπάλληλα στις συμπληγάδες των καιρών, ο πάντα επίκαιρος  Γιάννης Ρίτσος αφυπνίζει με τον ευθύβολο και πολυδιάστατο λόγο του, τη μνήμη της αγαπημένης του Περσεφόνης, ώστε η κόρη της Δήμητρας να απεκδυθεί το ένδυμα του σκότους, και να επιστρέψει επιτέλους, στους εαρινούς αγρούς των αδικαίωτων ονείρων.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ένθετο του Νόστιμον Ήμαρ στον Δρόμο της Αριστεράς, το Σάββατο 17.12.2016

Κάθε Σάββατο κυκλοφορεί στα περίπτερα το έντυπο Νόστιμον Ήμαρ ένθετο στον Δρόμο της Αριστεράς.

dromos-n

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Γιάννης Δημογιάννης

Γεννημένος εν έτει 1969, στην Κέρκυρα, νησί ενός ανεκπλήρωτου νόστου. Επτάχρονος μετανάστης, εγκαταστάθηκε ακουσίως στην Πάτρα, διέπρεψε ως μαθητής Κλασσικού Λυκείου, και αποφοιτήσας, σπούδασε νεοελληνική Λογοτεχνία στα Ιωάννινα. Αγάπησε τα παιδιά των άλλων, μοιράστηκε μαζί τους την αγάπη της γλώσσας, και δεν έπαψε ν’ αναζητά όσους παρέμειναν παιδιά. Η ζωή του σχοινοβατεί ακατάπαυστα πάνω στο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη: «Εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω».

Αφήστε Ένα Σχόλιο

seventeen + 1 =

Simple Share Buttons