Γ. Σεφέρης – Μ.Θεοδωράκης – «Η άρνηση»

0

6-1_foto

Από τον Γιάννη Μπάκο

«Με τι καρδιά, με τι πνοή,

τι πόθους και τι πάθος

πήραμε την ζωή μας.• λάθος!

κι αλλάξαμε ζωή»

«Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα από τον εαυτό μου.»

Αυτά ήταν τα λόγια του Γιώργου Σεφέρη, λίγες στιγμές αφού το μεσημέρι της 24ης Οκτωβρίου του 1963 έφθασε στην Αθήνα η χαρμόσυνη είδηση της απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας στον γεννημένο στην Σμύρνη Έλληνα ποιητή. Ο Σεφέρης πήρε το βραβείο ομόφωνα από την Σουηδική ακαδημία, κερδίζοντας ονόματα όπως ο Πάμπλο Νερούδα, ο Σάμιουελ Μπέκετ, ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, η Νέλι Σακς και ο Σαρλ Ντε Γκωλ.

Στις 10 Δεκεμβρίου το 1963 παρευρίσκεται στη Στοκχόλμη, όπου λαμβάνει χώρα η τελετή απονομής των βραβείων Νόμπελ. Στην ομιλία του ο Γιώργος Σεφέρης συνοψίζει τις πεποιθήσεις του, αφενός για την άμεση και αδιάσπαστη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας και ηθικής συνείδησης από την αρχαιότητα ως τη σημερινή εποχή και αφετέρου για την αναγκαιότητα και τη λειτουργία της ποίησης στο σύγχρονο κόσμο.

Το ταλέντο του Σεφέρη είχε ήδη κάνει την ποίηση του γνωστή ανά την Ευρώπη, με το Γαλλικό περιοδικό «Figaro Litteraire» να τον χαρακτηρίζει άξιο για βραβείο Νόμπελ ήδη από το 1956.

Το 2013, όταν και δόθηκε πρόσβαση στα πρακτικά της επιτροπής, είδαμε πως ο τότε γραμματέας της Σουηδικής επιτροπής, Άντερς Όστερλουντ, είχε απορρίψει τον Μπέκετ ως «μηδενιστή» και «καταθλιπτικό», είχε χαρακτηρίσει τον Νερούδα «κομμουνιστή» και τον Ναμπόκοφ «ανήθικο». Αν και κανείς δεν αμφιβάλλει για την συμβολή και την επιρροή που είχε το έργο του ποιητή διεθνώς, πολλοί θεώρησαν ότι η λογοτεχνική αξία του Μπέκετ και του Νερούδα ήταν σαφώς ανώτερες από εκείνη του Γιώργου Σεφέρη, με τα πρακτικά της επιτροπής να σκιάζουν με αμφιβολία την εν λόγω βράβευση του Έλληνα ποιητή, ο οποίος είχε προταθεί άλλες δύο φορές, το 1955 και το 1961 και τις δύο από τον Αγγλο-Αμερικανό ποιητή, θεατρικό συγγραφέα και κριτικό λογοτεχνίας Τόμας Έλιοτ.

Η βράβευση του Γιώργου Σεφέρη εκτοξεύει και την ακαδημαϊκή του καριέρα, αφού στις 16 Απριλίου 1964 αναγορεύεται σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, ενώ το καλοκαίρι του ίδιου έτους αναγορεύεται σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και τον Ιούνιο του 1965 επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Πρίνστον.

Έναν χρόνο μετά την επιβολή στη χώρα της δικτατορίας των συνταγματαρχών, αποφασίζει να αναγνώσει ένα μήνυμα κατά της χούντας μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού BBC. Άμεσα ακολουθεί η παύση του από πρέσβης επί τιμή, ενώ του απαγορεύεται να κάνει χρήση του διπλωματικού του διαβατηρίου καθώς σύμφωνα με την χούντα «Η δήλωσή του είχε μεταδοθεί από τη σοβιετική ραδιοφωνία και άρα ήταν αντεθνική προπαγάνδα».

Η γλώσσα του Σεφέρη ήταν πυκνή και καίρια, συμπυκνώνοντας αυτό που ο ίδιος ονόμασε επιγραμματικά “καημό της ρωμιοσύνης”. Η ζωντανή, γηγενής παράδοση συμπορεύεται με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή παιδεία. Στο πρόσωπό του, στην ποιητική, δοκιμιακή και μεταφραστική του εργασία, η νεοελληνική γραμματεία αναγνωρίζει έναν από τους κλασικούς του 20ου αιώνα.

Ο Μάνος Χατζιδάκις, αν και δεν συνεργάστηκε ποτέ με τον Σεφέρη εκτιμούσε απεριόριστα τον ποιητή. Την εκτίμηση του αυτή αποτυπώνει  στο περίφημο βιβλίο του «Ο καθρέφτης και το μαχαίρι», όταν μεταξύ άλλων γράφει για τον Σεφέρη:

«Τον γνώρισα το 1947. Θέλησα να μου εξηγήσει όλα τα σχετικά με την Έρημη χώρα. -Τι θέλετε να μάθετε; μου λέει. -Ποια είναι, τον ρωτώ. Μου απαντά: -Ο τόπος μας. Προσπαθήστε να τον γνωρίσετε. Δεν έχω άλλο να σας πω… Το επεισόδιο αυτό έγινε αφορμή να απομακρυνθώ τελείως απ’ το μεσοπόλεμο, να γνωρίσω όλες τις λεπτομέρειες του τόπου μου, να γίνω φίλος με τον Νίκο Χατζημιχάλη, το γιο της Αγγελικής, να διαβάσω τα απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη και να εκτιμήσω βαθιά τον Σεφέρη, χωρίς ποτέ να γίνουμε φίλοι».

Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε Σεφέρη και δη Τα Επιφάνια. Τα τέσσερα τραγούδια των “Επιφανίων” συνέθεσε ο Θεοδωράκης στο Παρίσι το 1960 και το Φεβρουάριο του 1962 ηχογραφήθηκαν με την φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Μεταξύ αυτών και το αριστουργηματικό τραγούδι «Η άρνηση».

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ένθετο του Νόστιμον Ήμαρ στον Δρόμο της Αριστεράς, το Σάββατο 22.10.2016

Κάθε Σάββατο κυκλοφορεί στα περίπτερα το έντυπο Νόστιμον Ήμαρ ένθετο στον Δρόμο της Αριστεράς.

dromos-n

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Γιάννης Μπάκος

Ο Γιάννης Μπάκος γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο στο Διεθνές Μάρκετινγκ, μα το πάθος του είναι η μουσική. Παλεύει να πείσει τους πάντες πως και η ματαιότης έχει το νόημα της, απλώς βρίσκεται μεταξύ κενού, γνώσης και πληροφορίας.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

nine + 15 =

Simple Share Buttons