Επικίνδυνες Συναινέσεις (Μέρος α’) -από το Μιχάλη Χιωτίνη

0

χιωτινης

Οικολογικά κινήματα, επιστημονική μέθοδος και η επιστήμη ως θεσμός

 

 

Σημείωση του γράφοντος

Αυτή η σειρά 2 δημοσιεύσεων προέκυψε από την προσωπική μου ανάγκη να πραγματευτώ ένα θέμα που βρίσκω ιδιαιτέρως ενδιαφέρον, με μεγάλη επίδραση στην κουλτούρα της εποχής μας, αλλά κυρίως πολύ παράξενο.

Γιατί παράξενο; Διότι το εν λόγω ζήτημα μοιάζει να καταφέρνει το απίθανο: προσπερνά τις διαχωριστικές γραμμές κοινωνικής τάξης, κουλτούρας και πολιτικής θέσης, και ενώνει τμήματα της κοινωνίας κατά τα άλλα ιδεολογικά αντικρουόμενα. Η πρωτοφανής αυτή ταύτιση μεταξύ νεοφιλελεύθερης δεξιάς και προοδευτικών δυνάμεων, πάνω σε ένα ζήτημα που στο επίπεδο χάραξης πολιτικής μπορεί να έχει πολύ σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, είναι κατά τη γνώμη μου επί της αρχής πολύ ύποπτη.

Θέλω να ευχαριστήσω τη συντακτική ομάδα του «Νόστιμον Ήμαρ» για τη φιλοξενία κειμένων που δεν χαρακτηρίζονται πάντα από πολιτική ορθότητα, και να τονίσω ότι οι απόψεις που εκφράζονται εδώ είναι προσωπικές.

Επιδίωξή μου είναι να προσεγγίσω ένα μεγάλο θέμα της εποχής μας με όσο πιο ψύχραιμο τρόπο μπορώ. Ο φανατισμός προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και η εχθρότητα προς τη διαφορετική άποψη δεν ταιριάζει στη γενιά μας, που έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενη σε σκέψη, προβληματισμό, και πλούτο παραγόμενου λόγου με κριτική ετοιμότητα.

Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο “State of Fear” του Michael Crichton, μεταφρασμένο από τον γράφοντα, όπου περιγράφεται μία ιστορία από τις αρχές του 20ου αιώνα, ενώ στο β’ μέρος θα επιχειρήσω να αναπτύξω τον προβληματισμό μου για αυτό που φοβάμαι ότι είναι το σημερινό ανάλογο.

Γιατί η πολιτικοποιημένη επιστήμη είναι επικίνδυνη

Φανταστείτε ότι υπάρχει μια νέα επιστημονική θεωρία που προειδοποιεί για επικείμενη κρίση, και προτείνει μια συγκεκριμένη διέξοδο.

Αυτή η θεωρία αντλεί γρήγορα υποστήριξη από τους κορυφαίους επιστήμονες, πολιτικούς, και διάσημες προσωπικότητες σε όλο τον κόσμο. Σχετικές έρευνες χρηματοδοτούνται από διακεκριμένους ανθρώπους με φιλανθρωπική δράση, και πραγματοποιούνται σε έγκριτα πανεπιστήμια. Η κρίση αναφέρεται συχνά στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η εν λόγω επιστήμη διδάσκεται στις αίθουσες κολεγίων και λυκείων.

Δεν εννοώ την υπερθέρμανση του πλανήτη. Μιλώ για μια άλλη θεωρία, η οποία ήρθε στο προσκήνιο πριν από έναν αιώνα.

Κάποιοι από τους υποστηρικτές της ήταν ο Theodore Roosevelt, ο Woodrow Wilson, και ο Winston Churchill. Εγκρίθηκε από τους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου Oliver Wendell Holmes και Louis Brandeis, που αποφάνθηκαν υπέρ του. Στα διάσημα ονόματα που την υποστήριξαν περιλαμβάνονταν: ο Alexander Graham Bell, εφευρέτης του τηλεφώνου, η ακτιβίστρια Margaret Sanger, ο βοτανολόγος Luther Burbank, ο Leland Stanford, ιδρυτής του Πανεπιστημίου του Stanford, ο μυθιστοριογράφος H.G.Wells, ο θεατρικός συγγραφέας George Bernard Shaw, και εκατοντάδες άλλοι. Την υποστήριζαν κάτοχοι βραβείων Νόμπελ. Η έρευνα υποστηρίχθηκε από το Ίδρυμα Carnegie και το Ίδρυμα Rockefeller. Το Ινστιτούτο Cold Springs Harbor χτίστηκε για να πραγματοποιήσει αυτή την έρευνα, αλλά σημαντική δουλειά έγινε και στο Harvard, το Yale, το Princeton, το Stanford, και το Johns Hopkins. Νομοθεσία για την αντιμετώπιση αυτής της κρίσης εγκρίθηκε από πολυάριθμες Πολιτείες, από τη Νέα Υόρκη έως την Καλιφόρνια. Οι προσπάθειες αυτές είχαν την υποστήριξη της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών, του American Medical Association, και του Εθνικού Συμβούλιου Έρευνας. Είχε ειπωθεί ότι αν ο Ιησούς ήταν ζωντανός, θα υποστήριζε αυτή την προσπάθεια.

Συνολικά, η έρευνα, η νομοθεσία, και διαμόρφωση της κοινής γνώμης γύρω από τη θεωρία συνεχίστηκε για σχεδόν μισό αιώνα.

Εκείνοι που ήταν αντίθετοι στη θεωρία αποδοκιμάζονταν και αποκαλούνταν αντιδραστικοί, τυφλοί στην πραγματικότητα, ή απλά αμαθείς. Αλλά εκ των υστέρων, αυτό που προκαλεί έκπληξη είναι το γεγονός ότι τόσοι λίγοι άνθρωποι έφεραν αντιρρήσεις.

Σήμερα, γνωρίζουμε ότι αυτή η περίφημη θεωρία που απέκτησε τόσο μεγάλη υποστήριξη ήταν στην πραγματικότητα ψευδοεπιστήμη. Η κρίση που ισχυριζόταν ότι θα έλυνε, ήταν ανύπαρκτη. Και οι δράσεις που έγιναν στο όνομα της θεωρίας αυτής ήταν ηθικά λάθος, και εγκληματικές. Εν τέλει, οδήγησαν στον θάνατο εκατομμύρια ανθρώπους.

Η θεωρία ήταν η Ευγονική, και η ιστορία της είναι τόσο απεχθής, και γι’ αυτούς που σχετίστηκαν με αυτήν τόσο ντροπιαστική, που πλέον σπάνια συζητείται. Είναι, όμως, μια ιστορία που πρέπει να γνωρίζουν καλά όλοι οι πολίτες, έτσι ώστε η φρίκη της να μην επαναληφθεί.

Η θεωρία της ευγονικής ισχυριζόταν ότι υπάρχει μια κρίση στη δεξαμενή των γονιδίων, που οδηγούσε στην υποβάθμιση της ανθρώπινης φυλής. Τα καλύτερα ανθρώπινα όντα δεν αναπαράγονταν τόσο γρήγορα όσο τα υποδεέστερα -οι αλλοδαποί, οι μετανάστες, οι Εβραίοι, οι έκφυλοι, οι ακατάλληλοι, και όσοι έχουν αδύναμο μυαλό. Ο Francis Galton, σεβαστός Βρετανός επιστήμονας, πρώτος διατύπωσε εικασίες για αυτό το ζήτημα, αλλά οι ιδέες του επεκτάθηκαν πολύ πέρα από οτιδήποτε μπορούσε να φανταστεί. Υιοθετήθηκαν από Αμερικανούς με επιστημονικά ενδιαφέροντα, και από πολλούς που δεν είχαν ενδιαφέρον για την επιστήμη, αλλά ανησυχούσαν σχετικά με τη μετανάστευση ανθρώπων από κατώτερες φυλές στις αρχές του εικοστού αιώνα -«επικίνδυνα ανθρώπινα παράσιτα» που εκπροσωπούσαν «την αυξανόμενη τάση των ηλιθίων» και που μόλυναν τα καλύτερα κομμάτια της ανθρώπινης φυλής.

Οι ευγονιστές και όσοι μάχονταν κατά της μετανάστευσης ένωσαν τις δυνάμεις τους για να βάλουν ένα τέλος. Το σχέδιο ήταν να εντοπιστούν τα άτομα που ήταν αδύναμα στο μυαλό -οι Εβραίοι θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό ανόητοι, το ίδιο και πολλοί ξένοι, καθώς και οι μαύροι- και να αποτρέψουν την αναπαραγωγή τους απομονώνοντάς τους σε ιδρύματα, ή μέσω της στείρωσης.

Όπως είπε η Margaret Sanger: «η φροντίδα όσων δεν κάνουν για τίποτα, εις βάρος των καλών είναι μια ακραία σκληρότητα. . . δεν υπάρχει μεγαλύτερη κατάρα για τις επόμενες γενιές από την κληροδότηση ενός αυξανόμενου πληθυσμού ηλιθίων». Μιλούσε για το βάρος της φροντίδας «αυτού του νεκρού βάρους των ανθρώπων-αποβλήτων».

Αυτές οι απόψεις ήταν ευρέως αποδεκτές. Η G. Wells μιλούσε για «κακά εκπαιδευμένα σμήνη κατώτερων πολιτών». Ο Theodore Roosevelt έλεγε ότι «η κοινωνία δεν έχει καμία δουλειά να επιτρέπει στους έκφυλους να αναπαράγουν το είδος τους». Ο Luther Burbank: «σταματήστε να επιτρέπετε στους εγκληματίες και στους αδύναμους να αναπαράγονται». Ο George Bernard Shaw έλεγε ότι μόνο η ευγονική μπορούσε να σώσει την ανθρωπότητα.

Υπήρχε απροκάλυπτος ρατσισμός σε αυτό το κίνημα, γεγονός που επιβεβαιώνεται από κείμενα όπως το «The Rising Tide of Color Against White World-Supremacy» (η ανερχόμενη παλίρροια του χρώματος ενάντια στην λευκή παγκόσμια κυριαρχία), του Αμερικανού συγγραφέα Lothrop Stoddard. Όμως, εκείνη την εποχή, ο ρατσισμός θεωρείτο μία ασήμαντη πτυχή της προσπάθειας για την επίτευξη ενός θαυμάσιου στόχου: τη βελτίωση της ανθρωπότητας στο μέλλον.

Ήταν αυτή ακριβώς η «πρωτοπορία» που προσέλκυσε τα πιο φιλελεύθερα και προοδευτικά μυαλά μιας ολόκληρης γενιάς. Η Καλιφόρνια ήταν απλώς μία από τις είκοσι εννέα αμερικανικές πολιτείες όπου πέρασαν νόμοι επιτρέποντας τη στείρωση, αλλά αποδείχθηκε η πιο πρωτοπόρος και ενθουσιώδης: περισσότερες στειρώσεις πραγματοποιήθηκαν στην Καλιφόρνια από οπουδήποτε αλλού στην Αμερική. Έρευνες για την Ευγονική χρηματοδοτήθηκαν από το Ίδρυμα Κάρνεγκι, και αργότερα από το Ίδρυμα Ροκφέλερ. Το τελευταίο ήταν τόσο ενθουσιώδες, ώστε ακόμη και αφού το κέντρο της προσπάθειας στην ευγονική μετακόμισε στη Γερμανία, και αφορούσε τη θανάτωση με αέριο τροφίμων σε ψυχιατρεία, το Ίδρυμα Ροκφέλερ συνέχισε να χρηματοδοτεί Γερμανούς ερευνητές σε μεγάλο βαθμό. (Το Ίδρυμα κρατούσε χαμηλούς τόνους σχετικά με αυτό, αλλά εξακολουθούσε να χρηματοδοτεί τις έρευνες ακόμη και το 1939, μόλις λίγους μήνες πριν από την έναρξη του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου.)

Από τη δεκαετία του 1920, η Αμερικανοί ευγονιστές ζήλευαν, επειδή οι Γερμανοί είχαν πάρει από τα χέρια τους την ηγεσία του κινήματος. Οι Γερμανοί ήταν αξιοθαύμαστα πρωτοποριακοί. Έστηναν συνηθισμένα σε όψη σπίτια όπου έφερναν «ψυχικά και νοητικά καθυστερημένους» και τους έπαιρναν συνέντευξη, έναν τη φορά, πριν τους οδηγήσουν σε ένα πίσω δωμάτιο το οποίο ήταν, στην πραγματικότητα, θάλαμος αερίων. Εκεί, δηλητηριάζονταν με μονοξείδιο του άνθρακα, και τα σώματά τους εναποτίθεντο σε κρεματόριο που βρισκόταν επί του ακινήτου.

Τελικά, το πρόγραμμα αυτό επεκτάθηκε σε ένα τεράστιο δίκτυο από στρατόπεδα συγκέντρωσης που βρίσκονταν κοντά σε σιδηροδρομικές γραμμές, επιτρέποντας την αποδοτική μεταφορά και δολοφονία δέκα εκατομμυρίων ανεπιθύμητων.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, κανείς δεν ήταν πλέον ευγονιστής, αλλά και κανείς δεν είχε υπάρξει ποτέ ευγονιστής. Βιογράφοι των διασήμων και των ισχυρών δεν έδιναν βάρος στην έλξη των υποκειμένων τους προς αυτές τις ιδέες, και μερικές φορές δεν την ανέφεραν καθόλου. Η ευγονική έπαψε να είναι θέμα σε αίθουσες κολεγίων, αν και ορισμένοι υποστηρίζουν ότι οι ιδέες αυτές συνεχίζουν να έχουν απήχηση, σε συγκεκαλυμμένη μορφή.

Αλλά εκ των υστέρων, τρία σημεία ξεχωρίζουν. Πρώτον, παρά την κατασκευή του Cold Springs Harbor Laboratory, παρά τις προσπάθειες στα πανεπιστήμια ή τις συμβουλές των δικηγόρων, δεν υπήρχε καμία επιστημονική βάση για την ευγονική. Στην πραγματικότητα, κανείς εκείνη την εποχή δεν ήξερε τι είναι στ’ αλήθεια το γονίδιο. Το κίνημα κατάφερε να προχωρήσει, διότι επιστράτευε ασαφείς όρους που δεν προσδιορίζονταν με ακρίβεια. «Αδύναμο πνεύμα» μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε, από τη φτώχεια και τον αναλφαβητισμό, μέχρι την επιληψία. Ομοίως, δεν υπήρχε σαφής ορισμός του «εκφυλισμένου» ή «ακατάλληλου».

Δεύτερον, το κίνημα της ευγονικής ήταν στην πραγματικότητα ένα κοινωνικό πρόγραμμα μεταμφιεσμένο ως επιστημονικό. Αυτό που το οδηγούσε ήταν η ανησυχία για τη μετανάστευση και ο ρατσισμός, και η ανεπιθύμητη μετακίνηση ανθρώπων σε γειτονιές ή στη χώρα. Για άλλη μια φορά, η ασαφής ορολογία βοήθησε να καλυφθεί το τι πραγματικά συνέβαινε. Τρίτον, και θλιβερότερο, το επιστημονικό κατεστημένο τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στη Γερμανία δεν εξέφρασε καμία ουσιαστική διαμαρτυρία. Ακριβώς το αντίθετο. Στη Γερμανία οι επιστήμονες γρήγορα προσαρμόστηκαν στην όλη ατζέντα.

Σύγχρονοι Γερμανοί ερευνητές έχουν ανατρέξει και επανεξετάσει έγγραφα των Ναζί από τη δεκαετία του 1930. Περίμεναν να βρουν οδηγίες προς τους επιστήμονες που να υποδεικνύουν τι είδους έρευνα έπρεπε να κάνουν. Αλλά καμία οδηγία δεν ήταν απαραίτητη. Όπως αναφέρει ο Ute Deichman: «οι επιστήμονες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν ήταν μέλη του ναζιστικού κόμματος, βοήθησαν να πάρουν χρηματοδότηση για το έργο τους, αλλάζοντας τη συμπεριφορά τους και με την άμεση συνεργασία τους με το κράτος». Ο Deichman μιλά για τον «ενεργό ρόλο των ίδιων των επιστημόνων όσον αφορά τη φυλετική πολιτική των Ναζί … όπου η έρευνα στόχευε στην επιβεβαίωση του φυλετικού δόγματος … καμία εξωτερική πίεση δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ότι υπήρξε».

Οι Γερμανοί επιστήμονες προσάρμοσαν τα ερευνητικά τους ενδιαφέροντα στις νέες πολιτικές. Και εκείνοι οι λίγοι που δεν προσαρμόστηκαν, εξαφανίστηκαν.

 

 

Απόσπασμα από το βιβλίο “State of Fear” του Michael Crichton
Ελεύθερη μετάφραση: Μιχάλης Χιωτίνης

Συνεχίζεται…

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Μιχάλης Χιωτίνης

Μέσα από ένα αρχιτεκτονικό γραφείο, σχεδίαζα πράγματα που στέκονται. Σήμερα, μέσα από μια χώρα που καταρρέει, ψάχνω να βρω τι στέκει και τι δεν στέκει.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

1 × five =

Simple Share Buttons