Ελληνοτουρκικές σχέσεις, οι αιτίες τους και ο ρόλος που διαδραματίζουν στις κοινωνίες των δύο χωρών

0

Από τον Αλέξανδρο Ντάφλο*

Επιχειρώντας κανείς να εξετάσει σε βάθος την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων θα διαπιστώσει την πολυπλοκότητα και το πλήθος των πτυχών τους. Πριν διερευνήσουμε τις αιτίες της χρόνιας αντιπαλότητας και τις εκατέρωθεν θέσεις που εκφράζουν για το θέμα Ελλάδα και Τουρκία, οφείλουμε να αντιληφθούμε ότι η συγκεκριμένη κατάσταση δεν σχετίζεται μόνο με διπλωματικές αλλά και με κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες. Οι τελευταίες μάλιστα, σε πολλές  περιπτώσεις, δίνουν τη γραμμή και ευθύνονται για τα προχωρήματα ή  τα πισωγυρίσματα που παρατηρούνται στις σχέσεις των δύο κρατών.

Με κοινωνικούς όρους ανάμεσα στα πολλά γεγονότα που συνδέουν ιστορικά τις δύο χώρες ένα είναι αυτό που, μέχρι και σήμερα, έχει το μεγαλύτερο αντίκτυπο στους πληθυσμούς αμφοτέρων · Πρόκειται για τον πόλεμο της περιόδου 1919-1922. Για την ελληνική κοινωνία αυτός ο πόλεμος έχει μείνει στην Ιστορία ως Μικρασιατική καταστροφή, για τους γείτονες, ως πόλεμος της Ανεξαρτησίας. Οι διαφορετικές αναγνώσεις σημαντικών ιστορικών ζητημάτων παίζουν το ρόλο τους στη διαιώνιση της αμοιβαίας καχυποψίας ανάμεσα στους δύο λαούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του φαινομένου αποτελούν οι  αντικρουόμενες  προσλήψεις σχετικά με την πυρκαγιά που έλαβε χώρα στη Σμύρνη απ’ τις 13 ως τις 17 Σεπτεμβρίου του 1922(1). Οι αντιθετικές αυτές αφηγήσεις δυσκολεύουν αφάνταστα την προσπάθεια επίλυσης των υπαρχουσών διαφορών, δημιουργώντας κλίμα έντονης αντιπαλότητας .

Ωστόσο, αν και σε επίπεδο κοινής γνώμης οι πληγές παρέμεναν ανοιχτές, στο πεδίο της διπλωματίας τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Οι σχέσεις των δύο χωρών βελτιώθηκαν σε σημαντικό βαθμό την επαύριο του ελληνοτουρκικού πολέμου (1919-22) καθώς οι απειλητικές διαθέσεις της φασιστικής Ιταλίας σε πρώτο χρόνο και αργότερα η γεωπολιτική ανάγκη εναντίωσης στην αναδυόμενη Σοβιετική Ένωση και τις συμμαχικές της χώρες ώθησαν τα δύο κράτη στη σύναψη συμμαχίας (2). Παρά ταύτα, τα σύννεφα αρχίζουν πάλι να εμφανίζονται κατά τις δεκαετίες του 50’ και 60’, όπου με αφορμή το Κυπριακό ζήτημα οι δύο χώρες επιστρέφουν σε πολεμικό κλίμα καθώς η μεν Ελλάδα επιδιώκει την προσάρτηση της Μεγαλονήσου, η δε Τουρκία επιθυμεί, εκμεταλλευόμενη  την ύπαρξη περίπου 100.000 Τουρκοκύπριων στο νησί, να διατηρήσει τη δυνατότητα επέμβασης και προστασίας του συγκεκριμένου πληθυσμού. Ως παράπλευρη απώλεια αυτής της διαμάχης μπορούν να χαρακτηριστούν οι εκδηλώσεις βίας προς την ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης τον Σεπτέμβριο του 1955, γεγονότα που έμειναν στην ιστορία, ως  Σεπτεμβριανά. Οι διώξεις σε βάρος της μειονότητας  καταδεικνύουν, πέρα απ’ την σταθερή προσπάθεια της Τουρκίας να αφανίσει το χριστιανικό πληθυσμό της Πόλης, την έντονη συσχέτιση του Κυπριακού με όλες τις πτυχές των ελληνοτουρκικών σχέσεων (3) .

Τομή στις σχέσεις των δύο κρατών αποτέλεσε η εισβολή του τουρκικού στρατού στην βόρεια Κύπρο το 1974. Την περίοδο εκείνη η δικτατορική κυβέρνηση Ιωαννίδη επιχείρησε πραξικόπημα εναντίον του Ελληνοκύπριου ηγέτη Μακαρίου με σκοπό την ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Η ενέργεια αυτή έδωσε την επιζητούμενη αφορμή στην Τουρκία, με αποτέλεσμα να εισβάλλει στο νησί και να καταλάβει το 37% του εδάφους του. Έπειτα απ’ την εισβολή οι όποιες ελπίδες βελτίωσης των σχέσεων των δύο χωρών εξανεμίστηκαν και, επιπλέον, ένα ακανθώδες ζήτημα, το οποίο ως και σήμερα παραμένει άλυτο, πυροδοτήθηκε· πρόκειται για την διχοτόμηση της Κύπρου η οποία συμβάλλει στην εμπέδωση ενός κλίματος  αστάθειας  στηΝοτιοανατολική Μεσόγειο.

Την σκυτάλη στην ελληνοτουρκική διαμάχη πήραν τα ζητήματα που άπτονταν του Αιγαίου και σχετίζονταν με την δυνατότηταοικονομικής του εκμετάλλευσης. Η πρώτη κρίση που δημιουργήθηκε στο συγκεκριμένο πλαίσιο πυροδοτήθηκε απ’ την εμφάνιση του τουρκικού πλοίου Χόρα στα ανοιχτά της Θάσου (1976), προκειμένου να διεξάγει έρευνες για την ανεύρεση χρήσιμων ορυκτών πόρων στο βυθό του Αιγαίου. Αντίστοιχου τύπου επεισόδιο συνέβητο 1987, όταν το Sismik -1-  έπλευσε στα ελληνικά χωρικά ύδατα για τον ίδιο σκοπό. Τα δύο αυτά επεισόδια έφεραν στην επιφάνεια με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο τις αντικρουόμενες θέσεις των δύο κρατών για το ζήτημα της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας καθώς και για το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης .

Για να καταλάβουμε τη σημασία αυτών των δύο όρων οφέιλουμε να ανατρέξουμε στον ακριβή ορισμό τους μέσα από τα διεθνή νομικά κείμενα. Σύμφωνα με τη σύμβαση του Montego Bay για το Δίκαιο της Θάλασσας (1982), αναφερόμενοι στην αιγιαλίτιδα προσδιορίζουμε τη θαλάσσια ζώνη όπου το κράτος κατέχει την απόλυτη και αποκλειστική κυριαρχία στα ύδατα, το βυθό, το υπέδαφος και τον υπερκείμενο αέρα (4). Σύμφωνα με την ίδια σύμβαση, το εύρος της δύναται να φτάσει ως και τα 12 ν.μ. (5). Παράλληλα, η υφαλοκρηπίδα αποτελεί το βυθό και το υπέδαφος των υποθαλάσσιων περιοχών που βρίσκονται παρακείμενες των ηπειρωτικών ή και των νησιωτικών ακτών των κρατών και το εύρος της, κατά κύριο λόγο, προσεγγίζει τα 200 ν.μ. από τις καθορισμένες γραμμές βάσης. (6) Στο σημείο αυτό, να αναφέρουμε ότι, εν σχέση με το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης, η ελληνική πλευρά, επικαλούμενη την παραπάνω συνθήκη, επιχειρεί την διεύρυνση του στα 12 ν.μ. Ωστόσο, η Τουρκία έχει δηλώσει σε όλους τους τόνους ότι η μονομερής διεύρυνση αποτελεί αιτία πολέμου (casus belli), καθώς εκτιμά ότι μια τέτοια ενέργεια θα καθιστούσε το Αιγαίο « Ελληνική Λίμνη» .

Με το πέρασμα των χρόνων τα βασικά ζητήματα που απασχολούσαν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις εξακολουθούσαν να υφίστανται στο ακέραιο. Το επεισόδιο που συντελέστηκε τον Γενάρη του 1996 στις βραχονησίδες Ίμια\Καρντάκ ανέδειξε το ζήτημα των “Γκρίζων ζωνών”. Με τον όρο αυτό εννοούμε βραχονησίδες και ακατοίκητα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου στα οποία, σύμφωνα με την τουρκική θεώρηση, δεν έχει αποσαφηνιστεί ρητά η κυριότητα τους μέσα απ’ τις συνθήκες ειρήνης της Λωζάνης (1923) και των Παρισίων (1946). Στις παραπάνω διαφορές προστίθενται οι συνεχιζόμενες παραβιάσεις του FIR Αθηνών από τουρκικά πολεμικά αεροσκάφη.Οι παραβιάσεις αυτές συχνά καταλήγουν σε αερομαχίες που θέτουν σε κίνδυνο την ζωή των πιλότων και καθιστούν ιδιαίτερα εύθραυστη την ειρηνική συμβίωση των δύο χωρών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η διαφωνία των δύο πλευρών έχει να κάνει με την ανακήρυξη του ελληνικού εναέριου χώρου στα 10 ναυτικά μίλια, την ώρα που το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης, μέσα απ’ την οποία προκύπτει ο καθορισμός του, είναι στα 6 ναυτικά μίλια (7). Η απόκλιση αυτών των 4 μιλίων , που χαρακτηρίζεται παράδοξη διεθνώς, δεν αναγνωρίζεται απ’ την  πλευρά της γειτονικής χώρας και έτσι προκύπτουν οι τουρκικές υπερπτήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, διαφορετικές προσεγγίσεις εντοπίζονται και στο ζήτημα της ζώνης SAR (SearchandRescue) όπου οι δύο πλευρές διαφωνούν σχετικά με την περιοχή δικαιοδοσίας τους σε περίπτωση που προκύψει ανάγκη διάσωσης ή έρευνας .

Ένα ακόμα ζήτημα που προκαλεί εκατέρωθεν αντεγκλήσεις είναι η στρατικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Σύμφωνα με την γειτονική χώρα η Ελλάδα παρανομεί, καθώς με βάση τα όσα αναγράφονται στις διακρατικές συνθήκες τα νησιά αυτά οφείλουν να τελούν υπό καθεστώς αποστρατικοποίησης. Η ελληνική απάντηση στις παραπάνω αιτιάσεις σχετίζεται με την ύπαρξη της 4ης τουρκικής στρατιάς που εδρεύει στην Σμύρνη και απειλεί την εθνική της ακεραιότητα. Ως εκ τούτου αναφέρει ότι τα στρατεύματα που υφίστανται στο Ανατολικό Αιγαίο έχουν καθαρά αμυντικό χαρακτήρα και δεν επιβουλεύονται την τουρκική κυριαρχία στα μικρασιατικά παράλια(8). Στις προαναφερθείσες διαφορές προστίθενται και τα μειονοτικά ζητήματα που συνδέουν τις δύο χώρες. Απ’ την μία υπάρχουν οι ελληνικές αιτιάσεις σχετικά με την διαφαινόμενη εξαφάνιση της Ελληνικήςμειονότητας στην Πόλη ως συνέπεια της, μετερχόμενης απ’ το τουρκικό κράτος, καταπίεσης. Απ’ την άλλη έχουμε την προσπάθεια της διπλωματίας του Βοσπόρου να μετατρέψει σε – αμιγώς -τουρκική την μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης (9).

Διαβάζοντας κανείς την πληθώρα των διαφορών ανάμεσα στα δύο κράτη εύλογα θα αναρωτηθεί, μήπως τελικά είναι η μοίρα των συγκεκριμένων χωρών, εξ’ αιτίας και της γεωγραφικής τους θέσης, να βρίσκονται συνεχώς σε σύγκρουση . Η απάντηση που προκύπτει τόσο απ’ τα ιστορικά δεδομένα όσο και απ’ την φύση των ίδιων των υφιστάμενων προβλημάτων είναι, οπωσδήποτε, αρνητική(10). Είναι σαφές πως εφ’ όσον υπάρξουν οι κατάλληλες διεργασίες σε κοινωνικό, πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο οι διαφορές μπορούν να αμβλυνθούν και τελικά να εξανεμιστούν. Ωστόσο, τα πράγματα περιπλέκονται αρκετά απ’ την ύπαρξη διαφόρων κέντρων στις δύο χώρες αλλά και σε διεθνές επίπεδο που ευνοούνται απ’ την συγκεκριμένη κατάσταση και δεν συνεισφέρουν στις προσπάθειες αποκλιμάκωσης  .

Μία απ’ τις βασικές αιτίες της αδυναμίας να επιλυθούν οι υπάρχουσες διαφορές αποτελεί η αρνητική εικόνα τους ενός λαού για τον άλλο(11). Όπως αναφέρθηκε καιστην αρχή του κειμένου, η ύπαρξη αντιθετικών ιστορικών αφηγήσεων ναρκοθετεί τις προσπάθειες προσέγγισης των δύο λαών καθιστώντας ιδιαίτερα δύσκολη για τις πολιτικές ηγεσίες την όποια υποχώρηση προκειμένου να γεφυρωθούν τα υφιστάμενα χάσματα. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις το πολιτικό κόστος σε συνδυασμό με την πολιτική αστάθεια που συχνά παρατηρείται στις δύο χώρες απομακρύνει αρκετά την προοπτική της συνολικής λύσης σε διμερές πλαίσιο. Η οπισθοδρόμηση στις σχέσεις των δύο χώρων μετά την «σεισμική προσέγγιση» Παπανδρέου–Τζεμ (1999) δικαιώνει την παραπάνω διαπίστωση (12).

Επιπλέον, ο ρόλος της συγκεκριμένης  διένεξης  στην οικοδόμηση των εθνικών αφηγήσεων αμφότερων βάζει πρόσθετα εμπόδια στην διαδικασία προσέγγισης. Ενώ, η ύπαρξη θεσμών στα δύο κράτη που τρέφονται απ’ την σύρραξη επιτείνει το πρόβλημα. Ο κυρίαρχος θεσμός που επωφελείται αυτών των καταστάσεων είναι ο στρατός ο οποίος στηριζόμενος σε τέτοιες διαφορές ενισχύει τη θέση του εντός της κοινωνίας παρουσιαζόμενος ως θεματοφύλακας της εθνικής κυριαρχίας. Ξεφεύγοντας απ’ το αμιγώς διμερές επίπεδο, η χρονίζουσα αυτή διαμάχη ευθύνεται για μία κούρσα στρατιωτικών εξοπλισμών που σε πολλές περιπτώσεις υπερβαίνει τη λογική καθώς και την οικονομική δυνατότητα των δύο χωρών. Οι εξοπλισμοί αυτοί, στην πλειοψηφία τους εισάγονται από τις αμυντικές βιομηχανίες ανεπτυγμένων κρατών οι οποίες και καρπώνονται ιλιγγιώδη ποσά προκειμένου να τους παραχωρήσουν. Το γεγονός αυτό, για ευνόητους λόγους, παίζει το ρόλο του στη δυστοκία να βρεθούν αμοιβαία αποδεκτές λύσεις .

Καταληκτικά, ξεπερνώντας το οικονομικό και διπλωματικό πεδίο το συγκεκριμένο ζήτημα είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό. Η καλλιέργεια της έχθρας ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους νομιμοποιεί τις εκατέρωθεν ακραίες και αντιδραστικές φωνές και συντηρητικοποιεί μεγάλο μέρος της κοινωνίας που αναλώνεται σε ναυτικά μίλια και βραχονησίδες ξεχνώντας τα πραγματικά προβλήματα που και στις δύο χώρες είναι πολλά και άκρως σημαντικά. Είναι ξεκάθαρο ότι μια επίλυση στην ελληνοτουρκική διένεξη θα λειτουργήσει ευεργετικά με πολλαπλούς τρόπους καθώς θα ισχυροποιήσει τις δύο κοινωνίες οικονομικά και θα καταστήσει τα κράτη πιο ισχυρά στη διπλωματική διεθνή σκακιέρα.  Επιπροσθέτως,  θα απομονώσει τα εθνικιστικά και συντηρητικά στοιχεία που καπηλεύονται την έννοια της πατρίδας για να προωθήσουν τις μισαλλόδοξες θεωρήσεις τους. Ως εκ τούτου, καθίσταται σαφές ότι οι δύο λαοί έχουν μόνο να κερδίσουν από μια διαδικασία προσέγγισης και συμφιλίωσης, κατανοώντας  το αυτό και ωθώντας τις κυβερνήσεις τους να το κάνουν πράξη θα έχουν προσφέρει μια εξαιρετική υπηρεσία τόσο στους εαυτούς τους,όσο και στην διασφάλιση της Ειρήνης στην πολυτάραχη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Παραπομπές

(1) Μήλλας, Η. (Σεπτέμβριος 2002). Το »22 μέσα από τον «τουρκικό λόγο». To vima. gr. Διαθέσιμο σε: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=145163(Ανακτήθηκε 10 Μαρτίου, 2017).
(2) Ηρακλείδης, Α. (2007). Άσπονδοι Γείτονες Ελλάδα – Τουρκία Η διένεξη του Αιγαίου. Αθήνα: Ι. Σιδέρης, σελ. 63
(3) Συρίγος, Ά. (Σεπτέμβριος 2016). Τι μας νοιάζει το Κυπριακό;. Kathimerini.gr. Διαθέσιμο σε: http://www.kathimerini.gr/876389/article/epikairothta/kosmos/ti-mas-noiazei-to-kypriako (Ανακτήθηκε 15 Μαρτίου, 2017)
(4) Τσάλτας, Γ. & Κλάδη-Ευσταθοπούλου, Μ. (2003). Το Διεθνές Καθεστώς των Θαλασσών και των Ωκεανών. Αθήνα: Ι. Σιδέρης. Σελ 218
(5) Τσάλτας & Κλάδη-Ευσταθοπούλου, οπ.αν. 221
(6) Τσάλτας & Κλάδη-Ευσταθοπούλου, οπ.αν. 282
(7) Ηρακλείδης, οπ.αν. 317
(8) Ηρακλείδης, οπ.αν. 354-358
(9) Άγγελος Συρίγος (2012) Σχέσεις Ελλάδος – Τουρκίας από τη Λωζάνη έως σήμερα [Πανεπιστημιακές Σημειώσεις], Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών, Εαρινό Εξάμηνο, 2013-2014, σελ. 176.
(10) Ηρακλείδης, οπ.αν. 65
(11) Ηρακλείδης, Α. (Μάρτιος 2016). Η ελληνοτουρκική διένεξη του Αιγαίου ζητά επίλυση. Chronosmag. eu. Διαθέσιμο σε: http://chronosmag.eu/index.php/les-ll-ex-g-pls.html (Ανακτήθηκε 15 Μαρτίου, 2017).
(12) Στο ίδιο.

*Ερευνητική Ομάδα S.A.F.I.A – Τομέας Μέσης Ανατολής

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

four − one =

Simple Share Buttons