Εγώ κι οι μάγισσες -από το Πρόβατο όχι Αρνί

0

lesvos3

Παρασκευή βράδυ προς ξημέρωμα. Σε τρεις ώρες φεύγουμε για τον Έβρο και τη διαδήλωση ενάντια στον φράχτη. Θεσσαλονίκη, Καφωδείο Ελληνικό, αρκετό κρασί, ο Μήτσης ζητάει ένα τραγούδι για να κλείσει. “Τη Σιωπή, αυτό, απόψε αυτό”. Και το λέει.

“Ξέρω, πως στη χώρα που ναυάγησες βασιλεύουν οι μάγισσες”…

 Είναι ο στίχος που έχω ζηλέψει όσο λίγοι. Είναι οι λέξεις που κλαίω που δεν τις έχω βάλει εγώ σε αυτή τη σειρά. Είναι οι εικόνες σε πολλαπλασιασμό που βγάζουν αποτέλεσμα να γειτονεύει με το συν άπειρο, για ένα παραμύθι που δεν το έχω στήσει εγώ, που σε κάποια πιτσιρίκια δεν το έχω αφηγηθεί, με χαμηλό φως και σόμπας ζέστη, εγώ.

Ποιες μάγισσες όμως; Για ποια χώρα μιλάμε; Κι εν τέλει, αν όντως βασιλεύουν οι μάγισσες σε ετούτη τη χώρα, τι διάολο κάνουν; Μέρα-νύχτα κοιμούνται; Χαμπάρι δεν παίρνουν τι γίνεται τριγύρω; Γλυκά μου κοκκινομάλλικα κορίτσια, εσάς που σε άλλους τόπους σας καίνε και μόνο για αυτό σας το χρώμα, θέλετε να πούμε και για τα εδώ τρομακτικά; Θέλετε να αφήσουμε στην άκρη τις σκούπες, τα φίλτρα με βάση οχιάς χολή και νύχια γερακίνας και να ασχοληθούμε με άμπρα κατάμπρα που δεν πιάνουν, με βράχια που δεν ανοίγουν, με θάλασσες που δεν καλμάρουν, με πνευμόνια που δεν αναπνέουν;

Ελλάδα η χώρα. Πρώτη στη σειρά μιας πορείας ευρωπαϊκής. Μιας ρότας χαραγμένης από άλλους. Δεν ξέρεις το δρόμο. Με ρωτάς -εμένα που απλά σου απλώνω το χέρι να σε πάω πεντακόσια μέτρα ως το σύνορο- ποιος ο δρόμος σου. Θες στοιχεία, θες λεπτομέρειες και θες αλήθειες. Χαμογελάω γιατί αυτό είναι το αγχολυτικό που κυλάει στο δικό μου αίμα και το μόνο που μπορώ να μεταγγίσω και στο δικό σου. Ανεξάρτητα από το παρελθόν μου, ανεξάρτητα κι απ’ το δικό σου. Φόβος, τρόμος, πόνος. Πενταγράμματες λέξεις που ξεθωριάζουν στο δώρο μου. Το χαμόγελο εννοώ. Λοιπόν, άκου την πορεία που ξέρω, άκου τις συντεταγμένες που σου προτείνω. Δεν είναι βεβαιότητες, είναι όμως οι καλύτερές σου πιθανότητες. Είναι αυτές που θα ακολουθούσα αύριο το πρωί αν ταξίδευα κι εγώ επίσης κυνηγημένος, επίσης απωθημένος.

Άλι. Το όνομά σου. Προχτές το βράδυ. Είσαι απ’ το Ιράκ και με παρακαλείς να μείνει το γκρουπ σου μόνο του. Εικοσιπέντε άνθρωποι, σχεδόν δυο οικογένειες μου λες. Να μη σας μπλέξω με Πέρσες, μου λες. Σας δείρανε πολλές φορές ως τώρα, δεν αντέχετε άλλο. Να πληρώσετε θες, διπλά αν γίνεται για να μείνετε μόνοι σας, να ταξιδέψετε μόνοι σας. Φίλε μου -και πίστεψέ με, δεν τη λέω συχνά αυτή τη λέξη- άκου με: μείνε με το γκρουπ σου. Κράτησέ το ενωμένο, μη σπάσετε για κανένα λόγο. Να μη σε νοιάζει αν άλλοι θα μπουν σ’ αυτό, εσείς να μείνετε μαζί. Από εδώ και πέρα, δεν είναι οι Πέρσες το πρόβλημά σου. Αλήθεια σου λέω. Είσαι στην Ευρώπη και είναι η Ευρώπη το θέμα σου. Φίλε μου Άλι, καλό σου ταξίδι απ’ τη χώρα των μαγισσών που ναυάγησες. Είσαι πια ο πιο κοντινός μου άνθρωπος κι η πιο οικεία μου σκέψη. Συνέχισε, και πάλι θα σε βρω όπως σε κάθε παραμύθι βρίσκονται όσοι είναι να συγγράψουν το “κι αυτοί καλύτερα”.

Με τρομάζουν οι φωτογραφίες. Το Αιγαίο των ελυτικών αποχρώσεων του μπλε έχει γίνει η θάλασσα της νέκυιας απόχρωσης του μαύρου. Εφτά σήμερα εδώ, δέκα χτες εκεί, τριάντα αύριο αλλού. Για πνιγμένους λέω. Πώς κοιμάστε; Γαμώ την ψυχή σας, πολιτικοί και στρατιωτικοί και ιερείς και τραπεζίτες και πολίτες και αδιάφοροι άνθρωποι, πώς κοιμάστε; Ξέρετε από πότε έχω να κλείσω μάτι; Ξέρετε, στη χώρα των μαγισσών από πότε έχει να συμβεί έστω κι ένα κλικ ομορφιάς; Είμαι η Αμφιτρίτη και ξερνάω τη θάλασσα που μέσα της ζω. Είμαι ο Ποσειδώνας και καταριέμαι τον Δία που μ’ έστειλε εδώ. Είμαι το αλάτι κι αρνούμαι του νερού την εξάτμιση για να μην υπάρξω μόνο, να μη φανερώσω σκασμένα χείλη και σάπια σώματα.

 

———————–

“Βουλιάζουν στο βυθό και σε βγάζουνε στον αφρό”…

 Γιάννη, σκότωσέ με. Δώς μου το τραγούδι που δε θα του ξεφύγω ποτέ ξανά. Τραγούδησέ το πάνω σε κάθε μέλλον που έρχεται, πάνω σε κάθε παρόν που εγκαθίσταται. Φλέρταρα μια ζωή με τις μάγισσες. Πείσε με τώρα ότι κι αυτές, όπως κι εγώ, δεν έχουν άλλα ξόρκια να νικήσουν τους κακούς. Πια, μέρα τη μέρα θα δίνεται η μάχη. Σώμα το σώμα, ζωή τη ζωή. Δεν εθελοτυφλώ άλλο. Καμιά αυταπάτη. Πόλεμο έχουμε. Ματζίκα, δεν κρύβεσαι. Ούτε κι εγώ όμως. Μαζί, στην πρώτη γραμμή.

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Πρόβατο όχι αρνί & Ma[t]ita Colorata

Το Πρόβατο όχι Αρνί γεννήθηκε στη Λευκάδα. Έχει ένα σκυλάκι (τη Μάρκα) και μια χελώνα (την Κούλα). Η Ma[t]ita Colorata ζει στη Θεσσαλονίκη. Σχεδιάζει το χώρο κι αποδίδει ιστορίες με μορφές και χρώματα. Ο Ποντικός Μάρτιν γράφει την ιστορία τους και σχεδιάζει τη ζωή τους.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

3 × one =

Simple Share Buttons