Δισκοκριτική: David Bowie – Blackstar

0

Bowie-Blackstar

Κωνσταντίνος Βιτσαράς αποκλειστικά για το Νόστιμον Ήμαρ

Από που να ξεκινήσει κανείς και πως να γράψει για καινούριο δίσκο του Bowie χωρίς να μπει στον πειρασμό να αναφέρει πράγματα από τις άπειρες στιγμές της σχεδόν 50χρονης καριέρας του.

Δουλεύοντας ξανά στην παραγωγή με τον Tony Visconti, επίσης παραγωγού του θρυλικού „Space Oddity“ αλλά και άλλων album του Bowie, η κυκλοφορία του 25ου album του χαμαιλέωντα της ποπ συμπίπτει με τα 69α γενέθλια του (8 Ιανουαρίου). Ακριβώς 3 χρόνια από την κυκλοφορία του προηγούμενου, εμπορικά επιτυχημένου „The Next Day“ (επίσης με τον Tony Visconti), τοBlackstarβρίσκεται σχεδόν στον αντίποδα και κάνει αυτό που ο προκάτοχός του δεν κατάφερε να κάνει: να προκαλέσει και να πρωτοτυπήσει.

Παρόλο που το The Next Day είναι διανθισμένο με υπέροχα κομμάτια όπως το The Stars (Are Out Tonight)“ ή το How Does The Grass Grow“, δεν έχει την ομοιογένεια, την ατμόσφαιρα και τον οίστρο του Blackstar. Τα 40 λεπτά που διαρκεί το καινούριο αυτό album μεταφράζονται σε 7 κομμάτια συνεχών εκπλήξεων και δημιουργικότητας, κάνοντας το Blackstar τον ποιο ενδιαφέρον και άρτιο δίσκο του David Bowie από εποχής Outside του 1995.

Ας δούμε όμως το περιεχόμενο του λίγο πιο αναλυτικά.

Το εναρκτήριο ομότιτλο κομμάτι είναι ένα 10λεπτο υπνωτικό έπος το οποίο βρέθηκε στα singles της χρονιάς 2015, όπως είδαμε και σε προηγούμενο πόστ, και συνοδεύτηκε με ένα πολυσυζητημένο video. Το τελετουργικό αυτό κομμάτι όσο εκκεντρικό και αν είναι μουσικά, με τις απρόβλεπτες εναλλαγές στην ενορχήστρωση, το αλλά Roxy Music σαξόφωνο, τα ανατολίτικα strings, τα ιδιοφυή κρουστά του James Murphy  και τα στοιχειωμένα φωνητικά, άλλο τόσο είναι και στιχουργικά: „On the day of execution, only women kneel and smile​. At the centre of it all, your eyes.“ για να συνεχίσει έπειτα στην πιο ελαφριά στροφή του τραγουδιού: „I’m a blackstar, way up, oh honey, I’ve got game – I see right so white, so open-heart it’s pain – I want eagles in my daydreams, diamonds in my eyes. Something happened on the day he died – Spirit rose a metre and stepped aside – Somebody else took his place, and bravely cried.“, κάνοντας το ακόμα πιο αινιγματικό, μιας και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι πρόκειται περί κομματιών κάποιας ιστορίας που ξετυλίγεται στη διάρκεια του δίσκου.

Συνεχίζοντας με το “‘Tis a Pity She Was a Whore”, το πιο σκληρό κομμάτι του δίσκου, τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο. Σε μια ρυθμική ζάλη από hip-hop beat, βογγητά, πνευστά και στίχους όπως „ Black struck the kiss, she kept my cock – Smote the mistress, drifting on – ‘Tis a pity she was a whore – She stole my purse, with rattling speed – That was patrol,  this is the war“ o Bowie συνεχίζει να εκπλήσσει.

Ο ρυθμός πέφτει και ακολουθεί το πιο συμβατικό κομμάτι του δίσκου το Lazarus“. Πλημμυρισμένο από μελαγχολία, το κινηματογραφικό αυτό τραγούδι φέρνει ξανά στο προσκήνιο την ιστορία του εξωγήινου από το „The Man Who Fell to Earth: “By the time I got to New York I was living like a king – Then I use up all my money I was looking for your ass“ και καταλήγει σε ένα όμορφο ορχηστρικό κρεσέντο.

ΣτοSue (Or in a Season of Crime)” έχουμε άλλο ένα ξέφρενο, avant-garde πόνημα με σαξόφωνο και αυτοσχεδιαστικά τύμπανα, σε κάπως πιο jazz εκδοχή αυτή τη φορά, ενώ ο Bowie περιγράφει μουγκρίζοντας ένα φόνο ζηλοτυπίας, σαν ένας πιο περήφανος και νηφάλιος Nick Cave: „ Sue, I pushed you down beneath the weeds – Endless faith in hopeless deeds -I kissed your face i touched your face – Sue, Good-bye“.

Το “Girl Loves Me” που ακολουθεί, είναι ένα παράξενο κομμάτι με τους αλαλαγμούς του Bowie, το hip-hop beat, αλλά και την ατμόσφαιρα που μοιάζει να είναι το αδελφάκι του ομότιτλου Blackstar. Οι παράξενοι στίχοι του κομματιού, όπως αναφέρει ο ίδιος ο δημιουργός, είναι ένα κολάζ από τον gay γλωσσικό κώδικα polari του Λονδίνου, καθώς και από το Κουρδιστό Πορτοκάλι.

Έπειτα, έρχεται το “Dollar Days” και ενώ ξεκινά σαν μια ευχάριστα ρυθμική μπαλάντα, οι στίχοι „It’s nothing to see – I’m falling down – I’m trying to.. I’m dying too“ αποκαλύπτουν έναν απεγνωσμένο Bowie στην προσπάθεια του να αποκτήσει τον έλεγχο του εαυτού του υπό τη συνοδεία ξανά ενός σαξόφωνου, αυτή τη φορά πιο άμορφου. Ίσως το πιο όμορφο και πλούσιο κομμάτι του δίσκου, καθώς προχωρά, στροβιλίζεται σε μια ολοένα και πιο θολή συμφωνία ήχων, για να καταλήξει ωμά στο τέλος.

Ένα τέλος που έρχεται με το I Can‘t Give Everything Away”, αισιόδοξο και με κλιμακούμενη  ένταση, κλείνει το δίσκο με κιθαριστικό σόλο και τους στίχους: “Saying no but meaning yes – This is all I ever meant, that’s the message that I sent,” αυτή τη φορά τραγουδώντας καθαρά, χωρίς παραμόρφωση, ο Bowie εξακολουθεί να βρίσκεται σε ένα ομιχλώδες μονοπάτι επιλέγοντας πάντα να πηγαίνει στα άκρα, πατώντας όμως ταυτόχρονα γερά στη γη.

Εν ολίγοις, φιλόδοξο και αντισυμβατικό, ο David Bowie κυκλοφορεί σχεδόν στα 70 του χρόνια ένα από τα πιο ακραία άλμπουμ σε όλη την καριέρα του, θυμίζοντας την εποχή του Βερολίνου (1976–79). Τα υπνωτικά τζαζ μοτίβα, οι πειραματισμοί και οι σκοτεινοί στίχοι του σε παρασύρουν σε μια δίνη, όπου όταν όλα έχουν τελειώσει μένεις να αναρωτιέσαι γιατί κράτησε τόσο λίγο. Ένας δίσκος που πρέπει να ακούσεις με προσοχή και όχι απλά επειδή είναι το καινούριο πόνημα του αγαπημένου σου καλλιτέχνη.

Βαθμολογία:  8/10

Tracklist:

  1. Blackstar
  2. ´Tis a Pity She Was a Whore
  3. Lazarus
  4. Sue (Or in a Season of Crime)
  5. Girl Loves Me
  6. Dollar Days
  7. I Can´t Give Everything Away

(Πατήστε στους τίτλους για να ακούσετε τα διαθέσιμα κομμάτια)

 

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Κωνσταντίνος Βιτσαράς

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα όπου και σπούδασε Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών. Η αγάπη του για τη μουσική τον οδήγησε ερασιτεχνικά στην παραγωγή αλλά και την αρθρογραφία. Τρέφεται από beats και σκοτεινά ηχοτόπια ενώ τα τελευταία χρόνια έχει ενσωματωθεί από επιλογή στην πανίδα του Βερολίνου.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

two + 13 =

Simple Share Buttons