Διονύσης Ελυθεράτος: Τα γύψινα λαμόγια της Επταετίας

1

Συνέντευξη στον Δημήτρη Κούλαλη

 

Θα ήθελα σε αδρές γραμμές να περιγράψεις το περιεχόμενο και τη στόχευση αυτού του βιβλίου. 

Το βιβλίο πραγματεύεται την οικονομική και κοινωνική πολιτική της χούντας. Φυσικά και τα οικονομικά σκάνδαλα της εποχής, που είναι οργανικό στοιχείο της οικονομικής γραμμής πλεύσης της δικτατορίας. Στόχευση; Να εξακριβωθεί και να αναδειχθεί αυτό ακριβώς που συνέβαινε. Και σε διαβεβαιώνω ότι ερεύνησα χωρίς την παραμικρή προκατάληψη. Δεν σκέφθηκα «θα το κάνω να φαίνεται πιο μαύρο, επειδή είμαι αντιχουντικός». Βγήκε… από μόνο του πιο μαύρο απ’ όσο  περίμενα. Και βρίσκοντας πηγές πληροφοριών και γεγονότα, συχνά ανακάλυπτα πτυχές της πραγματικότητας για τις οποίες ήμουν ανυποψίαστος…

Όπως; 

Όπως, πχ, ότι στη χουντική επταετία τετραπλασιάστηκαν τα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα. Όπως, ότι η «εθνοσωτήριος» κατάφερε να κάνει  την Ελλάδα τη μοναδική χώρα του ευρωπαϊκού Νότου, η οποία βίωσε δεύτερο μεγάλο κύμα εξωτερικής μετανάστευσης και μάλιστα με ρεκόρ καθαρής αποδημίας. Δηλαδή της διαφοράς ανάμεσα σε αναχωρήσεις και επιστροφές. Δημοσιεύτηκε προς το τέλος της χουντικής επταετίας μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη του ΣΕΒ, που μεταξύ άλλων εξηγούσε χαρτί και καλαμάρι πώς η μεγάλη επιβράδυνση της ανόδου των κατώτατων μισθών και η αντανάκλασή της στην ευρύτερη αγορά εργασίας πρώτα αναζωπύρωσε την εξωτερική μετανάστευση και κατόπιν επιβράδυνε την παλιννόστηση.  Αναφέρει ξεκάθαρα πως αυτό ήταν αποτέλεσμα «ουσιώδους μεταβολής πολιτικής».  Βλέπεις, μπορεί ο ΣΕΒ να έπινε νερό στο όνομα της «εθνοσωτηρίου», αλλά τότε έκρινε ως ανώδυνη την ελευθεροστομία του, σε τέτοια θέματα. Ποιος  θα αξιοποιούσε τα πορίσματα των μελετών του, που άλλωστε απευθύνονταν σε τεχνοκράτες επαΐοντες; Τα συνδικάτα βρίσκονταν στο γύψο, απεργίες δεν επιτρέπονταν, αντιπολίτευση δεν υπήρχε.

Ένα ακόμη εύρημα, από όσα θεωρώ εξόχως εντυπωσιακά, είναι πως επί χούντας μειώθηκε ο αριθμός των μαθητών δημοτικού σχολείου, σε βαθμό ασύμβατο προς τις δημογραφικές εξελίξεις. Η κατακόρυφη μείωση προέκυπτε από την επαρχία και ήταν αποτέλεσμα της συνάρτησης δυο παραμέτρων. Του δεύτερου κύματος μετανάστευσης και της επαναφοράς των εξετάσεων για τη μετάβαση από το δημοτικό στο γυμνάσιο. Εξετάσεων που είχαν καταργηθεί με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964. Στα εκπληκτικά, επίσης, συμπεριλαμβάνονται και απίστευτοι όροι συμβάσεων με ξένες εταιρείες. Ο όρος «αποικιοκρατικές» είναι μάλλον επιεικής… Και τελικά τι κατάφεραν; Να έρθουν εδώ κεφάλαια κατά 30% λιγότερα, σε σταθερές τιμές, εκείνων που είχαν εισρεύσει στην προχουντική επταετία.

Ναι, αλλά διατηρεί μεγάλη ανθεκτικότητα το κλισέ πως τότε «ο κόσμος έτρωγε ψωμάκι».  Τουλάχιστον εκείνος που δεν μιλούσε…

Κοίτα, αυτό το ευνοεί και ένα μεθοδολογικό… φάουλ. Τα άλματα στο χρόνο. Λες και δεν πρέπει να δεις το «πριν» και το «μετά» κάθε περιόδου, παρά μόνο ξεκάρφωτα νούμερα. Σου λέει ο άλλος «επί χούντας η ανεργία ήταν κάτω 2 – 4%, άρα… ευλογημένος ο Παπαδόπουλος». Ξέρει, άραγε, πόση ήταν η ανεργία από το 1960; Γνωρίζει ότι έπεσε κάτω του 2% στην περίοδο 1976 – 1979 και μάλιστα υπό συνθήκες μισθολογικών αυξήσεων, τις οποίες  αποσπούσε το εξαιρετικά δυναμικό μεταπολιτευτικό εργατικό κίνημα; Συνυπολόγισε ότι αυτό, το 1976- 79, έγινε ενώ αυξανόταν το εργατικό δυναμικό στην Ελλάδα, καθώς επέστρεφαν πολλοί μετανάστες;  Έχει συνειδητοποιήσει ότι τα ποσοστά ανεργίας πέφτουν και χωρίς να τονώνεται η απασχόληση, όταν μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού είναι στο εξωτερικό; Έμαθε ότι ο ίδιος ο ΣΕΒ επιβεβαίωνε πως αυτό ακριβώς συνέβαινε επί χούντας; Ξέρει ότι κάθε κερδισμένη θέση εργασίας στο ισοζύγιο μείωσης- αύξησης της απασχόλησης, επί δικτατορίας, αντιστοιχούσε σε 44 διαβατήρια για έξω, για μετανάστευση;

Μεγάλη η… ευκολία, αλλά και αβάστακτη η ελαφρότητα των χρονικών αλμάτων, είτε μιλάμε για ευημερία ανθρώπων είτε για εκείνη των αριθμών. Αλλά η σχετική προδιάθεση που χαρακτηρίζει αρκετόν κόσμο είναι, νομίζω, εξηγήσιμη. Ζοφερή μεν, απόρροια θολώματος της σκέψης, αλλά εξηγήσιμη. Αυτό που ζούμε από το 2010 και εντεύθεν είναι εφιαλτικό και πρωτοφανές στα μεταπολεμικά χρονικά. Όπως έχει εύστοχα ειπωθεί, για πρώτη φορά άνθρωποι αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να ζήσουν χειρότερα από τους γονείς ή ακόμη και τους παππούδες τους. Πρωτοφανές, με όποια περίοδο της μεταπολεμικής Ελλάδας κι αν κάνεις τη σύγκριση. Γιατί κάποιος την κάνει επιλεκτικά με το 1967 – 1974; Προφανώς διότι στο νου του έχει πλάσει έναν Ζορρό, που θεωρεί ότι βρισκόταν στον αντίποδα όσων ζει σήμερα, επειδή φορούσε χακί…

Κάπως έτσι προκύπτει και η κωμικοτραγική ιδέα ότι η χούντα μπορεί και να ήταν, με τον τρόπο της έστω, αντι- συστημική! Κι όταν κάποιος μπει στη δίνη αυτής της θολούρας, τότε μπορεί να πιστέψει τα πάντα, ακόμη κι αν τη σαθρότητά τους την φανερώνει η απλή λογική, χωρίς να είναι απαραίτητες ειδικές γνώσεις ή άρτια πληροφόρηση. «Αυτοί τουλάχιστον πέθαναν στην ψάθα», είπε κάποτε ο Γιώργος Καρατζαφέρης. Σοβαρά; Και τι αποδεικνύει αυτό; Θα μπορούσαν δηλαδή ισοβίτες να έχουν πεθάνει μέσα στη χλιδή; Κι όλα αυτά, μολονότι για τη… μπόχα της οικονομικής διαχείρισης έγραφε ακόμη και ο Σάββας Κωνσταντόπουλος, ο εκδότης του χουντικού «Ελεύθερου Κόσμου», σε επιστολές του προς τον Καραμανλή…

 

Θα έχεις ακούσει και διαβάσει, φαντάζομαι, σοβαρότερα επιχειρήματα για την δήθεν  «τίμια χούντα», από αυτό του Καρατζαφέρη…   

Κάποια επιδερμική αληθοφάνεια περιβάλλει έναν ισχυρισμό, τον οποίο διατύπωσε και ο Μακαρέζος στο βιβλίο που έγραψε στη φυλακή για να υπερασπιστεί την οικονομική πολιτική του καθεστώτος. Τον ίδιο ισχυρισμό αναμασούν οι «νοσταλγοί» όπου βρεθούν, όπου σταθούν κι όπου… πληκτρολογούν, για να κάνουν αναρτήσεις στο Internet. Στη μεταπολίτευση, σου λένε, το Συμβούλιο Εφετών εξέδωσε πάνω από 250 απαλλακτικά βουλεύματα. Άρα δεν υπήρξαν σκάνδαλα υπεξαιρέσεων,  διασπάθισης δημοσίου χρήματος, παράνομου πλουτισμού.  «Ξεχνούν» όμως να αναφέρουν κάτι θεμελιώδες, πέρα από επί μέρους «λεπτομέρειες», όπως πχ ότι δυο τρεις εφέτες συμμετείχαν κατ’ επανάληψη στη σύνθεση των Συμβουλίων που εξέδιδαν σωρηδόν τα απαλλακτικά  βουλεύματα. Ότι της εποχής εκείνης η Δικαιοσύνη , η οποία … δεν βρήκε τίποτε μεμπτό σε αυτό το πεδίο, ήταν η Δικαιοσύνη  που χαρακτήρισε «στιγμιαίο αδίκημα»  το πραξικόπημα του 1967, απαλλάσσοντας έτσι από τη δοκιμασία της δίκης τη συντριπτική πλειονότητα των αξιωματούχων της χούντας, τριών πρωθυπουργών συμπεριλαμβανομένων- Κόλλια, Μαρκεζίνη, Ανδρουτσόπουλου. Ήταν η Δικαιοσύνη που εξόργισε την κοινωνία «χαϊδεύοντας» του βασανιστές της χούντας, εκ των οποίων μόνο τρεις διοικητές του ΕΑΤ ΕΣΑ τιμωρήθηκαν με πολυετείς ποινές φυλάκισης. Και ποια πολιτική εξουσία υπήρχε τότε; Εκείνη που αφενός κοινοποίησε την ικανοποίησή της για τη απόφαση του Αρείου Πάγου περί «στιγμιαίου» και αφετέρου διεκήρυττε δια στόματος Γεωργίου Ράλλη, δηλαδή του «υπαρχηγού» της κυβέρνησης Καραμανλή: «Αυτό το σύνθημα της καθάρσεως είναι λιγάκι επικίνδυνο όταν επεκτείνεται υπέρ το δέον».

Την εποχή εκείνη, εν ολίγοις, η δικαστική και πολιτική εξουσία συνέπιπταν σε μία επιθυμία: Γρήγορη χαλιναγώγηση και τερματισμός της όποιας «αποχουντοποίησης». Με… δειγματοληπτικές καταδίκες  και προ παντός χωρίς να ανοίξει κανένας ασκός Αιόλου. Η  κυβέρνηση Καραμανλή δεν ήθελε να έλθουν στην επιφάνεια θέματα, πολλά εκ των οποίων μοιραία θα αναδείκνυαν και τις αρπακτικές πρακτικές… διαφόρων αστέρων του επιχειρηματικού κόσμου. Βρισκόταν ήδη σε τροχιά σύγκρουσης με ένα τμήμα της οικονομικής ελίτ, που από το 1976 την κατηγορούσε για «σοσιαλμανία» λόγω εθνικοποιήσεων, αλλά και λόγω κατάργησης ή τροποποίησης εξωφρενικών συμβάσεων, τις οποίες είχε υπογράψει το Δημόσιο επί χούντας. Αν ξύνονταν κι άλλες πληγές, μέχρι και για… εισαγωγή ηθών της πορτογαλικής «Επανάστασης των Γαρυφάλλων» θα κατηγορούσαν τον Καραμανλή!

Θα έλεγα, λοιπόν, ότι είναι εξόχως εύγλωττη η ανυπαρξία έστω και μίας, δυο ή τριών καταδικαστικών αποφάσεων για αυτά. Διότι μαρτυρά την πλήρη απροθυμία καταλογισμού ευθυνών. Ήταν πχ όλα «ΟΚ» με το διαβόητο Τάμα του Έθνους, από το Ταμείου του οποίου εξαφανίστηκαν 406 εκατομμύρια δραχμές κι ενώ το υποτιθέμενο έργο το επέβλεπε σύσσωμη η… αφρόκρεμα του καθεστώτος; Είναι δυνατόν να ευθυνόταν για το γιγάντιο σκάνδαλο των «σάπιων κρεάτων» μόνον ο Μπαλόπουλος; Μα στο στρατοδικείο κατατέθηκε και έγγραφη οδηγία ου Παττακού, «όπως διατεθούν το ταχύτερον εις την αγοράν»… Δεν γινόταν γλέντι με τα θαλασσοδάνεια; Μα μόνο από δυο απόρρητες εκθέσεις του αρχηγού της ΚΥΠ Ρουφογάλη στον Παπαδόπουλο, τον Μάιο του 1973, επιβεβαιωνόταν το ποσό των 3,2 δισεκατομμυρίων. Όσο το 1% του ΑΕΠ του 1972. Σαν να λέμε, σήμερα, 1,8 δισεκατομμύριο ευρώ – κι όλα αυτά μόνο από δυο έγγραφα που ευτυχώς διασώθηκαν!

Ε, κι αφού οι Εφέτες δεν… μπόρεσαν να βρουν τίποτε μεμπτό σε αυτά, πού να εντοπίσουν, ας πούμε, την οσμή «ξεπλύματος» που ανέδυαν κάποιες οι δηλώσεις «πόθεν έσχες»… Ας πούμε, ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, αδελφός του δικτάτορα, επί συναπτά έτη δικαιολογούσε μεγάλα ποσά ως κέρδη από Κρατικά Λαχεία. Το 19% των παχυλών αποδοχών του στην τριετία 1971- 73 το δήλωνε ως προερχόμενο από διαδοχικές εύνοιες της θεάς τύχης. Ε, να τα έβαζαν με τη… θεά οι Εφέτες;

 

Πόσα από αυτά τα σκάνδαλα ήταν γνωστά στο ευρύ κοινό;

Αρκετά ως γενική υποψία, αλλά κυρίως απασχόλησαν δυο. Των κρεάτων και του Τάματος. Αυτά, βλέπεις, τα άφησε να βγουν στη φόρα ο Ιωαννίδης, για να δείξει ότι η δική του χουντική …βερσιόν ήταν «καθαρή». Ίσως αρκετός κόσμος να είχε αντιληφθεί πόσο μεγάλες ήταν οι αυξήσεις των κανονικών αποδοχών – άσε τις άλλες- που δώρισαν στους εαυτούς τους οι «σωτήρες», από τον Μάιο του 1967, ήδη. Αλλά, ξέρεις, γενικά, τα σκάνδαλα και η οικονομική – κοινωνική πολιτική της χούντας δεν ήταν αντικείμενα εκτεταμένων, ζωηρών συζητήσεων στην πρώιμη μεταπολίτευση.

 

Πώς το εξηγείς αυτό;

Πρώτον, δεν υπήρχε τότε πλειάδα ανοικτών θεμάτων προς διερεύνηση. Αν ισχυριζόσουν πχ το 1974- 75 αυτό που είπε ο Άδωνις Γεωργιάδης το 2011, ότι το ’74 η χούντα παρέδωσε μια «οικονομία κούκλα», θα σου περνούσαν κουδούνια… Διότι ήταν διάχυτες οι συνέπειες μιας οικονομίας που βολόδερνε σε ύφεση για πρώτη φορά έπειτα από δεκαετίες και μάλιστα ύφεση τρομακτική, στο μείον 6,4%. Και σε έναν πληθωρισμό που από το τέλος του 1973 ήταν μακράν ο υψηλότερος ανάμεσα σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, τροφοδοτούμενος – αυτό είναι το σημαντικό- από τρομακτικές ανατιμήσεις σε βασικά είδη λαϊκής κατανάλωσης. Όταν η γενική αύξηση του πληθωρισμού έφθανε στο 23,2%, εκείνη των τιμών διατροφής ήταν 31%.

Όσο για την… αμίμητη, «μοντέρνα» αρλούμπα περί «μηδενικού χρέους», όποιος θέλει ας δει τα στοιχεία. Κι ας διαβάσει κι αυτό που έλεγε ο Μακαρέζος στο αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ιάκωβο, τον Απρίλιο του 1974, για το νέο μεγάλο δάνειο που θα χρειαζόταν η Ελλάδα, προκειμένου να αποφύγει την κήρυξη χρεοστασίου, από τον Σεπτέμβριο του έτους εκείνου. Αλλά, επαναλαμβάνω, αυτά τότε δεν εθεωρούντο ανοικτά ζητήματα. Για αυτό και δεν υπήρξε μεγάλη βιβλιογραφία, με αυτά στο επίκεντρό της. Εκ των υστέρων μπορείς να πεις ότι υπήρξε κάποιο κενό, που βοήθησε την κατά πολύ μεταγενέστερη μυθοπλασία.

Δεύτερον, οι σημαντικές εξελίξεις σε όλα τα πεδία καθιστούσαν πολυτέλεια την ενασχόληση με το κοντινό, τότε, παρελθόν της οικονομίας και των σκανδάλων. Όταν δημοσιευόταν κάποιο άρθρο, πχ στον «Ταχυδρόμο» του Μαΐου 1975 για τρομακτικές υπερβάσεις δαπανών σε κατασκευές δρόμων, ακόμη και για εργολαβία 165 εκατομμυρίων που έφθασε… 5,7 δισεκατομμύρια, ο κόσμος το εκλάμβανε ως μια ακόμη επιβεβαίωση όσων σε αδρές γραμμές είχε αντιληφθεί ή υποψιαστεί. Κι έλεγε: «Ας πάμε τώρα παρακάτω, στο τώρα». Διότι το «τώρα» ήταν κατακλυσμιαίο.

Θυμήσου: Το 1974 Κύπρος, αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Κίνημα για την αποχουντοποίηση, μεγάλο απεργιακό κίνημα στα εργοστάσια.  Δίκες χουντικών το 1975, νόμος «330» το 1976, κίνδυνος ελληνοτουρκικής σύρραξης το καλοκαίρι του ίδιου έτους, απεργιών συνέχεια, δικαστικές… εκπτώσεις στις ποινές των βασανιστών της χούντας, βουλευτικές εκλογές το 1977. Πόσοι, νομίζεις, θα είχαν τότε χρόνο και διάθεση να ασχοληθούν, πχ, με το πώς, γιατί και αντί πόσο αστείου ενοικίου έμενε ο Παπαδόπουλος στη βίλα του Ωνάση, στο Λαγονήσι;

 

Δεν έχουν περάσει παρά πέντε δεκαετίες από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Ίσως κάποιος ισχυριστεί ότι ιστορικά δεν αποτελούν  μεγάλο χρονικό διάστημα. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε πώς εξηγείται η ιστορική λήθη, η οποία χαρακτηρίζει τη γνωσιακή μας σχέση με τη συγκεκριμένη περίοδο;

Δεν είναι λίγες οι πέντε δεκαετίες… Προ διετίας μου έλεγε ένας συνάδελφος: «Έχεις συνειδητοποιήσει ότι πέρασαν περισσότερα χρόνια απ’ την εξέγερση του Πολυτεχνείου από όσα χώριζαν τη δικτατορία του Μεταξά απ’ το Πολυτεχνείο; Έξι παραπάνω!». Δεν το είχα συνειδητοποιήσει…

Ο χρόνος λοιπόν δεν είναι λίγος. Αυτά που η δική μου η γενιά, ένα κλικ πιο μικρή από τη γενιά του Πολυτεχνείου, τα θυμάται περίπου κατά το ήμισυ, για άλλους είναι απλά ιστορία. Παλιά ιστορία. Κι φθάνουμε στην παραπληροφόρηση, της εποχής του Internet. Υπάρχει κόσμος που πιστεύει ότι κατεστάλη η εξέγερση του Πολυτεχνείου αναίμακτα. Σκέψου, είναι  υπόθεση ενός «κλικ» να βρει μια εφημερίδα της επομένης της συνέντευξης Τύπου του Ζουρνατζή , υφυπουργού  Τύπου της χούντας… Ο Ζουρναζής παραδέχθηκε ότι είχαν σκοτωθεί 11 άνθρωποι. Μόνο τόσους παραδέχθηκε, αλλά παραδέχθηκε… Οι εφημερίδες, μάλιστα, που δημοσίευαν τη συνέντευξη ανέφεραν τον αριθμό 13, καθώς επισημοποιήθηκαν αυθημερόν άλλοι δύο θάνατοι. Κι όμως, σήμερα κάποιοι ανεκδιήγητοι σου λένε «κανείς δεν σκοτώθηκε». Να ήταν… αντιχουντικός συκοφάντης ακόμη και ο Ζουρναζής; Το πέρασμα του χρόνου βοηθά την εξάπλωση των μυθευμάτων. Κι ο χρόνος που πέρασε δεν είναι λίγος.

 

Τα οικονομικά στοιχεία της εποχής και κατ’ επέκταση η ταξική μεροληψία εκ μέρους της δικτατορίας, όπως αυτή αποκαλύπτεται στις σελίδες του βιβλίου σου, ίσως οδηγήσουν κάποιους στο να αποδώσουν τον χαρακτηρισμό του νεοφιλελεύθερου στη δικτατορία. Θα είχε βάση ένας τέτοιος χαρακτηρισμός;

Προσωπικά μου άρεσε ο χαρακτηρισμός «πρωτονεοφιλελεύθεροι» του καθηγητή Νικολόπουλου. Νομίζω ότι αυτό ήταν. Χωρίς να το συνειδητοποιούν, αν και… αφόρητα μέτριοι στα οικονομικά, πήγαν μπροστά από την εποχή τους στο παιχνίδι της πρόταξης των συμφερόντων του κεφαλαίου. Εφήρμοσαν στοιχεία οικονομικής πολιτικής που είδαμε στη Χιλή, επί δικτατορίας Πινοσέτ, από το ’73. Κι ας μην ξεχνάμε ότι ο Φρίντμαν βραβεύτηκε με το Νόμπελ το ’76.

Πώς το έκαναν αυτό οι χουντικοί;  Είτε επειδή δεν είχαν εμπιστοσύνη στους αστούς τεχνοκράτες της εποχής είτε επειδή οι περισσότεροι απ’ τους τελευταίους δεν ήθελαν να ταυτίσουν τη σταδιοδρομία τους με τη δικτατορία – Πεσμαζόγλου, Ζολώτας, Παρασκευόπουλος κ.ά.- οι «εθνοσωτήρες» προσέτρεξαν κατευθείαν στην… πηγή, δηλαδή στην αγορά. Στην ουσία σύμβουλοί τους ήταν ο Ωνάσης, ο Ανδρεάδης, ο Λάτσης. Ο ίδιος ο Παπαδόπουλος είχε πει στην Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών: «Πείτε μας τι άλλο θέλετε. Νομοθετήστε εσείς κι εμείς θα το κάνουμε».

Θεωρώ λοιπόν ότι αυτή η σύμφυση της χούντας με τις κορυφές της επιχειρηματικής πυραμίδας την έκανε ιδιότυπο προάγγελο του νεοφιλελευθερισμού. Να λοιπόν ένα έναυσμα για να σκεφθούμε κάτι: Τελικά, αυτό που ονομάζουμε νεοφιλελευθερισμό περισσότερο είναι τα «θέλω» της αγοράς που έχουν «ντυθεί» τη φορεσιά μιας αυτοτελούς οικονομικής  θεώρησης, η οποία προσπαθεί να μιλήσει και στο όνομα του κοινού καλού, παρά το αντίθετο. Παρά, δηλαδή μια προϋπάρχουσα θεώρηση, η οποία λέει: «Τι να κάνουμε παιδιά; Το καλό των περισσότερων υπαγορεύει να κάνουμε τα χατίρια της αγοράς».

 

Ποιες οι επιπτώσεις αυτής της σκανδαλώδους ευνοϊκής μεταχείρισης της οικονομικής ελίτ από τη δικτατορία, για την κοινωνία και την οικονομία της χώρας;

Οι επιπτώσεις ήταν οι αναμενόμενες. Όταν η φορολογία των εφοπλιστών, όπως χαρακτηριστικά έγραφε τον Φεβρουάριο του 1973 ο – ουδόλως… αριστερός-  «Οικονομικός Ταχυδρόμος» έφθανε να ισούται με το 1/3 του φόρου εισοδήματος των… φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, το κράτος από κάπου αλλού θα αντλούσε λεφτά. Παντοιοτρόπως. Και με σκληρότατα ταξική φορολογική πολιτική. Κι όλα αυτά, πόση αντανάκλαση είχαν στην ίδια την «ευημερία των αριθμών»; Μόλις 0,9% ήταν η μέση ετήσια αύξηση της ανάπτυξης επί χούντας έως το 1973. Και κατόπιν κατέφθασε το Βατερλό, ο θηριώδης στασιμοπληθωρισμός του 1973-74.

 

Οι εποχές, όπως είπες, είναι διαφορετικές, σε πολλά. Ωστόσο μπαίνω στον πειρασμό να σε ρωτήσω: Υπάρχουν αντιστοιχίες ανάμεσα στην Ελλάδα της χούντας και στην Ελλάδα των μνημονίων, τουλάχιστον όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής τέτοιων σκληρών οικονομικών προγραμμάτων;

Ναι, υπάρχουν. Κι ας διάνυε τότε ο καπιταλισμός, ακόμη, την περίοδο των παχιών αγελάδων. Η χούντα θέσπισε διαδοχικές μειώσεις εργοδοτικών εισφορών. Η χούντα με το διάταγμα 186/1969 όρισε ότι τον κατώτατο μισθό θα τον αποφάσιζε εφεξής η κυβέρνηση, όχι οι κοινωνικοί εταίροι. Ο νόμος αυτός καταργήθηκε το 1975, αλλά νεκραναστήθηκε το 2013, ως μνημονιακή «μεταρρύθμιση»… Ο Μακαρέζος ενέταξε στο Πενταετές 1968 -1972 ως μακροπρόθεσμο στόχο τις ευκολότερες και…φθηνότερες απολύσεις. Η χούντα έκλεισε 2.489 δημοτικά σχολεία στην επαρχία και πέντε Παιδαγωγικές Ακαδημίες. Μάλλον αναπόφευκτος ο συνειρμός με το μνημονιακό σχέδιο «Αθηνά» και τα λουκέτα στα σχολεία, προ ολίγων ετών, δεν νομίζεις; Κατά τ’ άλλα, κάποιοι λένε αβασάνιστα πως αν «είχαμε έναν Παπαδόπουλο, τότε κανείς δεν θα τολμούσε να μας βάλει σε μνημόνια…».

 

Μερίδα διανοητών υποστηρίζει ότι η επιβολή της δικτατορίας ήταν η λογική κατάληξη της κεκαλυμμένης δικτατορίας του κεφαλαίου της προηγούμενης περιόδου. Θα ήθελα το σχόλιό σου πάνω σ’ αυτό.

Τα βασικά χαρακτηριστικά της αστικής δημοκρατίας των προηγούμενων χρόνων και δεκαετιών, ο αντικομουνισμός, το μεγάλο το ειδικό βάρος του στρατού, ο ρόλος των ΗΠΑ και του Παλατιού, προφανώς την κρίσιμη στιγμή διευκόλυναν την εξέλιξη. Αυτό βέβαια, αποτελεί θέμα ευρύτερης συζήτησης, αλλά επιβάλλεται να θυμόμαστε πχ ότι οι πραξικοπηματίες ανελίχθηκαν στη θαλπωρή του «φαυλοκρατικού», όπως έλεγαν οι ίδιοι εκ των υστέρων, κοινοβουλευτικού συστήματος. Σε αυτό θα παρέδιδαν την εξουσία, με τον τρόπο τους, παραμένοντας χακί ρυθμιστές «αλα Τουρκία», αν όλα τους πήγαιναν «δεξιά». Με στελέχη της «φαυλοκρατίας» διατηρούσαν «γέφυρες» συνεννόησης.

Επετειακή τροφή για σκέψη: Σε λίγες ημέρες συμπληρώνονται 50 χρόνια από τον γαλλικό Μάη. Δεν ξέρω πόσοι θυμούνται ή γνωρίζουν ότι ο Ντε Γκολ στα μέσα Ιουνίου του ’68 αμνήστευσε τους ακροδεξιούς επίδοξους πραξικοπηματίες της OAS, που είχαν αποπειραθεί – κι όχι μόνο μία φορά- να τον δολοφονήσουν. Το έκανε για να προσεταιριστεί τους ακροδεξιούς του στρατεύματος, σε περίπτωση που το «έριχνε» εναντίον των εξεγερμένων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, λοιπόν, φαίνεται ότι «πυξίδα» δυνάμεων των απανταχού «συνταγματικών τόξων» δεν είναι το ποιοι συντάσσονται με τη δημοκρατία, αλλά ποιοι υπηρετούν τα ιερά και τα όσια του καπιταλισμού. Και με άγριο τρόπο, στις άγριες εποχές.

Info: Tο βιβλιο “Λαμόγια στο χακι” κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΤΟΠΟΣ

 

Σχετικά Με Το Συντάκτη

N.

Simple Share Buttons