Δεν Ήσουν Ποτέ Εδώ/You Were Never Really Here [κριτική]

0

του Νικήτα Φεσσά

Υπερστυλάτο εξπρεσιονιστικό-ιμπρεσιονιστικό μινιμαλιστικό art-house νεο-νουάρ (μαυρο-πράσινες/κίτρινες αποχρώσεις, φώτα νέον, υγροί δρόμοι, διαστροφή, λαβυρινθώδης πλοκή, πεσιμισμός, διεφθαρμένοι μπάτσοι και πολιτικοί) με ερμηνεία-οδοστρωτήρα (με την καλή έννοια) από τον Joaquin Phoenix ως αποξενωμένο επαγγελματία δολοφόνο με μετατραυματικό στρες και αυτοκτονικές τάσεις στον οποίο γερουσιαστής (Alex Manette) αναθέτει να σώσει την κόρη του (Ekaterina Samsonov) από κύκλωμα παιδοφιλίας.

Μια διασταύρωση Chandler (The Long Goodbye), Hammett, Le Samurai του Melville, θεοσκότεινων θεματικών που βρίσκουμε στον Elroy (η ταινία είναι βασισμένη στην pulp ‘hardboiled’ ιστορία του Jonathan Ames), στα True Detective, Chinatown, και Taxi Driver  του Scorsese, όλα αυτά ειπωμένα όμως με τον μοναδικό τρόπο της πραγματικής καλλιτέχνιδος Lynne Ramsay (Ratchatcher, Morvern Callar, We Need to Talk about Kevin), και με δυνατή κινηματογράφηση (η κάμερα του Thomas Townend βρίσκει απρόσμενη ομορφιά σε μπανάλ χώρους και αντικείμενα, και στις μακάβριες λεπτομέρειες), ηρωικό μοντάζ (Joe Bini), και σάουντρακ-κλωτσιά στα οπίσθια που θα ζήλευε ψυχεδελικό νεο-νουάρ του Nicolas Winding Refn από τον Johnny Greenwood των Radiohead, το You Were Never Really Here είναι περισσότερο μια άσκηση στην αφαιρετική απεικόνιση μιας ταραγμένης ψυχής, και ενός άνδρα που κάτι έχει σπάσει ανεπανόρθωτα μέσα του.

Με μορφή και σώμα γκριζαρισμένης αρκούδας, θαμνώδη γενειάδα και μακριά μαλλιά, ανέκφραστος, με μάτια πρησμένα και κόκκινα από την αϋπνία, ο Phoenix υπνοβατεί σκοντάφτοντας και μουρμουρίζοντας από σκηνή σε σκηνή, συνθλίβοντας με ένα στιγμιαία iconic σφυρί ό,τι σταθεί στο δρόμο του. Η σύνοψη της (ούτως ή άλλως στοιχειώδους και τετριμμένης) πλοκής θα μπορούσε να παραπέμπει σε Taken, ενώ θυμίζει επίσης το Man on Fire (1987, και το ριμέικ του 2004), αλλά και το κλασικό Leon, ακόμα και το περσινό Logan. Όμως ο εκτελεστής του Phoenix ζει με την ασθενική, ηλικιωμένη μαμά του (πολύ καλή η Judith Roberts του Orange is the New Black) στο σπίτι τους στο Queens της Νέας Υόρκης, και δεν διστάζει να κρατήσει το χέρι κάποιου που μόλις πυροβόλησε θανάσιμα, σιγοτραγουδώντας μαζί του μέχρι να ξεψυχήσει. Σε φλας μπακ βλέπουμε αποσπασματικές αινιγματικές εικόνες που τον στοιχειώνουν, από την εφιαλτική παιδική του ηλικία, τη θητεία του ως στρατιώτη στο Ιράκ ή το Αφγανιστάν (η ταινία δεν διευκρινίζει, όπως επίσης δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει τον τίτλο της), και στη συνέχεια ως πράκτορα του FBI, όπου συμμετείχε στη διάσωση θυμάτων trafficking.

Οι μοναδικοί σύγχρονοι ηθοποιοί που θα μπορούσαν να κοντράρουν τον Phoenix (ο πιο συναρπαστικός ηθοποιός της γενιάς του, μοναδικός στην ικανότητά του να σε εκπλήσσει κάθε φορά με το πώς θα αποδώσει έναν ‘ελαττωματικό’, περιθωριακό, ή εκκεντρικό χαρακτήρα –από τον επίσης ‘σημαδεμένο’ αντικοινωνικό βετεράνο του The Master, μέχρι τον χίπη ιδιωτικό ντετέκτιβ του Inherent Vice— και τα εκφραστικά μέσα που θα μεταχειριστεί) σε τέτοιο ρόλο είναι ο Michael Shannon, ο Matthias Schoenaerts, και καμιά εικοσαετία πριν ο Nicolas Cage (βλ. το ανάλογης ατμόσφαιρας και θέματος, αν και πολύ πιο μέινστριμ αισθητικής 8MM, ταινία στην οποία ο νεαρός τότε Phoenix είχε συμπρωταγωνιστήσει).

Τεταμένη σε βαθμό αφόρητο, αγχωτική, σχεδόν ασφυκτική (με όλες τις έννοιες), με μικρή διάρκεια και κομμένο οτιδήποτε περιττό, η ταινία της Ramsay, αν και μοιάζει μισοτελειωμένη (στις Κάννες έφτασε την τελευταία στιγμή, και χωρίς τίτλους τέλους) και σαν να μην ξέρει πού θέλει να το πάει, εντούτοις σαφέστατα ανανεώνει κινηματογραφικά το είδος, εντυπωσιακά και με κρότο (σε μια χαρακτηριστικά αντισυμβατική επιλογή, η επίθεση του πρωταγωνιστή στον οίκο ανοχής πολυτελείας όπου κρατούν αιχμάλωτο το κορίτσι παρουσιάζεται σε μικρά, βίαια ενσταντανέ μέσα από κάμερες ασφαλείας, και τον ανάλογο ‘κόκκο’ στην εικόνα), ενώ σε τραβάει στην άβυσσο της ψυχής του πρωταγωνιστή (η πιο ωραία σκηνή που περιλαμβάνει βυθό για φέτος—Del Toro φάε τη σκόνη της), για να σου επιτρέψει στη συνέχεια να εκτιμήσεις μερικές πολύτιμες ηλιακτίδες που θα φωτίσουν τα σκοτεινά βάθη. Σε κάνει επίσης να εύχεσαι μια τόσο ταλαντούχα σκηνοθέτης με τόσο μοναδική φωνή να έκανε λίγο πιο συχνά ταινίες.

Βαθμολογία 4/5

Ευχαριστούμε τον κινηματογράφο Τρία Αστέρια για τη φιλοξενία                 

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Νικήτας Φεσσάς

Ο Νικήτας γεννήθηκε στην Αθήνα, τέλειωσε το Πάντειο, και άρχισε να γράφει (κυρίως) πολιτισμική κριτική για διάφορα έντυπα. Εσχάτως προσπαθεί να ολοκληρώσει και το διδακτορικό του πάνω στον ελληνικό κινηματογράφο.

Αφήστε Ένα Σχόλιο

sixteen − four =

Simple Share Buttons